Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Μία ναυτική ιστορία.


Το πλοίο που βλέπετε στην φωτογραφία, τώρα πια δεν υπάρχει. Το κάνανε στόχο για τ' αεροπλάνα, το βουλιάξανε.
Εγώ υπηρέτησα εκεί χρόνους δύο συναπτούς.
Μόλις είχα μετατεθεί, η ιστορία που λέμε τώρα. Στην Γραμματεία Διοικήσεως Πλοίων Αποβάσεως. Ήταν ένα γραφειάκι, δύο γραφομηχανές, ένας πολύγραφος, και τέσσερις πέντε ναύτες, ίσα που χωράγαμε. Τότε δεν είχε ούτε κομπιούτερ που έχει τώρα, ούτε πρίντερ, ούτε ίντερνετ, ούτε τίποτα. Παίρναμε τις διαταγές του διοικητού χειρόγραφες, τις γράφαμε σε μεμβράνη, τις βάζαμε στον πολύγραφο, βγάζαμε αντίγραφα, τα αντίγραφα τα βάζαμε σε φακέλους, τους φακέλους τους πηγαίναμε στο κέντρο διανομής στο Ναύσταθμο, πηγαίναν από τα καράβια, τους παραλάβαιναν. Συχνά, άμα ήταν επείγον, τους πηγαίναμε εμείς χέρι χέρι στα καράβια. Από τη μία άκρη του Ναύσταθμου στην άλλη, ανέβα στόνα καράβι, κατέβα, ανέβα στ' άλλο, κατέβα, και πόσα ήταν, αρματαγωγά, οχηματαγωγά, παντόφλες, όλα μαζί δεκαπέντε, είκοσι, δεν θυμάμαι.
Και στα ταξίδια, όλοι μέσα.
Είμασταν λοιπόν ταξίδι, αποβατικές ασκήσεις στο Στρυμωνικό. Εγώ, στραβόγιαννο. Οπότε τούρθε του διοικητή να γράψει μια διαταγή, να την μοιράσουμε κατεπειγόντως που θα πιάναμε ντόκο στη Σαλαμίνα. Αλλά έλα που μαγκώνει ο πούστης ο πολύγραφος τη μεμβράνη, τη μασάει, κι' έρχεται και φρακάρει το μπουρδέλο, να μη βγαίνει με τίποτα, σύσκατος έγινα μες τα μελάνια. Τι να κάνω, τι να κάνω, είχε κάτι ψιλές βιδίτσες, να τις ξεβιδώσω, να βγάλω τη μεμβράνη. Αλλά κατσαβίδι, δεν είχα. Μου λέει ένας τράβα στους ηλεχτρολόγους. Που είναι οι ηλεχτρολόγοι; Θα πας, λέει στην κλίμακα, κι' εκεί κοντά θα δεις μια τρύπα. Η τρύπα έχει μία σκάλα, ανεμόσκαλα. Θα κατέβεις πρώτο υπόστρωμα, εκεί είναι το γραφείο τους, πες τους. Εντάξει, λέω.
Πάω λοιπόν στη τρύπα, έχασκε μαύρη και βαθειά, κι' έβγαζε ένα βουητό σαν την πύλη της κόλασης, και μια ζέστη που βρώμαγε μηχανόλαδα, ξερωγώ. Πιάνομαι γερά στη σκάλα, κατεβαίνω. Ήταν εκεί ένα γραφειάκι, κανείς. Περίμενα, περίμενα, τίποτα. Θάχουν κατέβει παρακάτω για δουλειά, λέω, θα πάω να τους βρω, ξημερώσαμε, θα σκάσω δωμέσα. Κατεβαίνω κι' άλλο από τη σκάλα, δυνάμωνε εντωμεταξύ το βουητό, και η ζέστη, και η βρώμα. Βρίσκω μία πόρτα στεγανή, είχε ένα τζαμάκι μικρό κι' ένα πράμα σαν τιμόνι που ασφάλιζε με κάτι δόντια. Την ανοίγω. Βρέθηκα σ' ένα μικρό δωματιάκι σαν χωλ, ίσα χώραγαν δύο άτομα. Οπότε αρχίσαν να βαράνε κάτι κουδούνια. Το βουητό, όλο και πιο δυνατό, και η ζέστη πιο αποπνικτική, και η μηχανολαδίλα επίσης. Μπροστά μου τώρα στο χωλ είχε και μιαν άλλη πόρτα στεγανή, ολόιδια. Λέω να την ανοίξω κι' αυτήν, κάποιον θα βρω. Αλλά μετά δίστασα, είπα αυτό το κουδούνι τώρα, τι θέλει και βαράει; Ζέστη, βουητό, βρώμα, κάτι δεν πάει καλά. Κάτσε να το σκεφτώ λίγο.
Εκεί που άρχισα να σκέφτομαι, νάσου βλέπω δύο ματάκια, στο παραθυράκι, πίσω από τη στεγανή πόρτα, πολύ γουρλωμένα. Τι τρέχει; του κάνω νόημα, αδύνατο να περάσει η φωνή από το στεγανό, άσε και το βουητό. Αλλά αυτός δεν μπορούσε να  μου απαντήσει με νοήματα, διότι κράταγε το τιμόνι με τα δυό του χέρια, μην τυχόν και το ανοίξω. Άνοιξε να σου πω κάτι, του κάνω νόημα. Φώναζε αυτός, αλλά σε μένα ακουγόταν μια μουρμούρα, και τα μάτια του τα γουρλωμένα, με κοιτάγανε, τον κοίταγα κι' εγώ. Πέρασαν δυο τρία λεφτά να κοιταγόμαστε, οπότε καταφθάνει από την πρώτη πόρτα που είχα αφήσει ανοιχτή ένας άλλος ναύτης. Τι πας να κάνεις, ρε κληρούχα, μου λέει, θες να τινάξεις το καράβι στον αέρα; Όχι, του λέω, πως σούρθε αυτό; Άμα άνοιγες και την άλλη πόρτα, θα ήμασταν τώρα μακαρίτες, μου λέει, θάχαμε γίνει ψητοί. Γιατί; του λέω. Γιατί έτσι, τι δουλειά έχεις εδώ κάτω; μου λέει. Ψάχνω ένα κατσαβιδάκι ψιλό, του λέω. Και ψάχνεις να βρεις κατσαβιδάκι στο λεβητοστάσιο;
Με τα πολλά ανεβήκαμε στους ηλεχτρολόγους, ηλεχτρολόγος ήτανε κι' αυτός, του εξήγησα γιατί γύρευα το κατσαβιδάκι, μου εξήγησε πως δούλευαν οι τουρμπίνες του πλοίου, διότι το πλοίο είχε δύο τουρμπίνες που δούλευαν με ατμό, ήγουν είχε δύο καζάνια, κι' από κάτω από τα καζάνια είχε κάτι σαν τεράστια τηγάνια, που τα λένε εστίες, κι' εκεί  χύνεται το μαζούτ και καίγεται, να βράσει το νερό στα καζάνια, να γίνει ατμός, να γυρνάνε οι τουρμπίνες. Αλλά εκεί κάτω που ήταν τα καζάνια και που κατέβηκα κι' εγώ, δεν έχει αέρα αρκετό να κάνει καύση το μαζούτ. Οπότε έχουνε κάτι τρόμπες και φυσάνε αέρα μέσα στο λεβητοστάσιο. Και για να μη φεύγει ο αέρας, έχουν βάλει τις αεροστεγείς πόρτες με τα τιμόνια.
Καλά, του λέω, και τι πειράζει να χαθεί λίγος αέρας; Άρχισε να γελάει αυτός, ρε τυφλοπόντικα, μου λέει, δεν είναι που θα χαθεί ο αέρας. Αλλά έτσι και ανοίξεις τις πόρτες δημιουργείται ένα ρεύμα αέρος, και ρουφάει τη φωτιά από το μαζούτ που καίει, και παίρνει φώκο όλο το λεβητοστάσιο!
Με δουλεύεις, ρε φίλε; του λέω. Καλά, κι' εσείς δηλαδή, πως μπαίνετε κειμέσα; Εμείς ανοίγουμε τη μία πόρτα, περνάμε, την κλείνουμε, και μετά ανοίγουμε την άλλη. Καλά, είπα. Οπότε μούδωσε το κατσαβιδάκι, κι' ανέβηκα απάνω.
Το έφτιαξα, τον πολύγραφο. Αλλά δεν είχα προλάβει να πάω να πλύνω τα χέρια μου, νάσου καταφθάνει ένας χοντρός, Ανθυπασπιστής, της Σχολής Υπαξιωματικών, που τους λένε και Πιλάφια. Ο Δεύτερος Μηχανικός δηλαδή. Ωρυόμενος, σα να τούχα σκοτώσει τον πατέρα. Προσοχήηη! μαλάκαααα!!! Θα μας κάψεις όλουουουους!!! Αναφέρσουουου!!! Παραληρούσε. Απ' ότι κατάλαβα τελικώς από το παραλήρημα του δευτέρου μηχανικού, ο Πρώτος Μηχανικός, ένας Πλωτάρχης ήτανε, ονόματι Κλασαρχιδέας, με είχε βγάλει αναφορά Υπάρχου με την κατηγορία πως πήγα να τινάξω το καράβι στον αέρα επίτηδες, και να με στείλουνε Ναυτοδικείο.
Σκούρα τα πράματα, είπα. Διότι αν σε καταδικάσει Ναυτοδικείο σε φυλακή που είναι και ποινικό αδίκημα, σε στέλνουν στην Ψυτάλλεια. Κι' αυτή η Ψυτάλλεια ήταν ο φόβος και ο τρόμος κάθε ναύτη. Το Αμπού Γκράιμπ ήτανε κολλέγιο, μπροστά στην Ψυτάλλεια! Οπότε έπρεπε να εξετάσω σοβαρά την κατάστασή μου.
Είχε ένα βιβλίο στη Γραμματεία, ένα με χοντρό εξώφυλλο, που έλεγε απάνω ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟΝ, κι' αποκάτω ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΠΛΟΙΩΝ. Το πιάνω, διαβάζω, τι να δω; Άρθρον τάδε, τα νέα μέλη του πληρώματος δέον να ξεναγούνται και να ενημερώνονται σε όλο το καράβι, κι' όχι μόνο ό,τι έχει σχέση με τη δουλειά τους. Άρθρον τάδε, να υπάρχουν ευδιάκριται ταμπέλλαι (πινακίδαι) όπου έχει κίνδυνο. Άρθρον τάδε, το πλήρωμα να ενημερώνεται τακτικά και επανειλημμένως δια τυχόν θέματα ασφαλείας, γενικώς αυτό, κι' όχι μόνο οι αρμενισταί για το κατάστρωμα, οι μηχανικοί στη μηχανή, οι διαχειρισταί στον πολύγραφο, και ούτω καθεξής. Και άλλα πολλά ων ουκ έστιν αριθμός...
Τέλος πάντων, γυρίσαμε στη Σαλαμίνα, πιάσαμε ντόκο, αρχίζουν οι ντουντούκες: "Αναφορά. Αναφορά Υπάρχου." Τώρα, τι είναι ο Ύπαρχος, το λέω για όσους δεν ξέρουν, διότι τα κορίτσια συχνά ρωτάνε τι είναι ο Ύπαρχος, άμα λέω αυτήν την ιστορία. Ύπαρχος είναι ο δεύτερος καπετάνιος να πούμε, αμέσως μετά τον καπετάνιο. Οπότε πήρα το καπέλο μου, τον Κανονισμό Ασφαλείας Πλοίων, και πήγα στο Οπλονομείο. Ήτανε κι' ο Οπλονόμος εκεί, ένας ανθυπασπιστής. Αυτός ασχολιότανε με το πλήρωμα, άδειες, εξόδοι, πειθαρχία, τέτοια. Ο πιο αντιπαθής μέσα σ' όλο το καράβι. Χτηνάνθρωπος, δεν είχε στόμα, είχε βόθρο, κι' έχωνε μέσα αβέρτα, λένε πως έκανε και ρεμούλες, απορρυπαντικά, ζάχαρες, μακαρόνια, άλευρα, ρύζια, τα έβγαζε έξω, τα πούλαγε. Οπότε ήταν  αυτός ο Οπλονόμος και διάβαζε την κατηγορία, ο Ύπαρχος σε ρώταγε ξερωγώ, απελογείσο εσύ, και αποφάσιζε αυτός. Ήταν κι' άλλοι εκεί, και περιμέναν τη σειρά τους, να εκδικαστούν. Αλλά πιο πολύ περιμέναν να δούνε τι θα γίνει με μένα, που θα πήγαινα Ναυτοδικείο.
Τώρα αυτόν τον Ύπαρχο τον λέγαν Γαρυφαλλάκη, Πλωτάρχης, αλλά μετά έγινε Αντιπλοίαρχος. Έρχεται η σειρά μου, κλαρίνο χαιρετάω, ευπειθώς αναφέρω, τα συνήθη που λένε στο Ναυτικό. Λέει, λοιπόν ο Οπλονόμος, το και το, τον έστειλε ο Πρώτος, ο Κλασαρχιδέας, να πούμε, να γίνουν τα χαρτιά να πάει Ναυτοδικείο. Ο Γαρυφαλλάκης άκουγε, ούτε με κοίταξε. Τι έγινε; με ρωτάει μετά χωρίς να κοιτάει. Οπότε του λέω κι' εγώ που έψαχνα το κατσαβιδάκι να διορθώσω τον πολύγραφο, και πως ο Κανονισμός Ασφαλείας Πλοίων, στο Άρθρο τάδε ορίζει πως να υπάρχουν ευδιάκριται ταμπέλλαι (πινακίδαι), και στο άρθρον τάδε τα νέα μέλη του πληρώματος...
Επίτηδες τόκανες; με διακόπτει απότομα ο Γαρυφαλλάκης. Τι επίτηδες, κύριε Ύπαρχε, να καώ εγώ πρώτος πρώτος; του λέω. Φύγε, μου λέει. Πάλι δεν με κοίταγε. Οπότε έκανα άλλη μία χαιρετούρα, μεταβολή, έφυγα.
Πέρασε έκτοτε ένας χρόνος, τι χρόνος, παραπάνω, είχα γίνει δίοπος εντωμεταξύ. Ταξίδια πηγαίναμε κάθε μήνα, χειμώνα καλοκαίρι.
 Ένα μεσημεράκι λοιπόν είχα μία στίβα χαρτιά να τα πάω στον Γαρυφαλλάκη να τα υπογράψει. Ήταν στο καρρέ αξιωματικών, στην τραπεζαρία τους δηλαδή. Κι' ήταν από δω ο Γαρυφαλλάκης, κι' απέναντι στην άλλη άκρη του τραπεζιού καθόταν ο Κλασαρχιδέας. Δίνω λοιπόν τα χαρτιά του Γαρυφαλλάκη, και στεκόμουνα πιο πίσω και περίμενα. Υπέγραφε αυτός, διάβαζε, υπέγραφε. Κάποια στιγμή με δείχνει ο Κλασαρχιδέας, και λέει αυτόν έπρεπε να τον στείλουμε Ναυτοδικείο.
Σιωπή μετά. Ο Γαρυφαλλάκης, ούτε που σήκωσε τα μάτια του. Διάβαζε, υπέγραφε, διάβαζε, υπέγραφε. Τέλειωσε, να πούμε, γυρνάει να μου δώσει τα χαρτιά. Κοιτάει τότε τον Κλασαρχιδέα.
-Άμα αυτόν τον έστελνα Ναυτοδικείο, του λέει, "κάποιον άλλον έπρεπε να τον κρεμάσω στο κατάρτι."
Ξανάγινε σιωπή. Πήρα τα χαρτιά και βγήκα από το καρρέ αξιωματικών.
Είχα ακόμα τρεις μήνες ν' απολυθώ.

Η φωτό: Δ/Π Ναυκρατούσα

Το τραγούδι: Ο Άη Νικόλας και ο ποιητής που έγινε Σεβάχ Θαλασσινός.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Όνειρο της 24ης Απριλίου 2017


 Ο δολοφόνος. Μολύβι και παστέλ σε σημειωματάριο, 20Χ15 cm, 2017
Ήμουν ο δράστης και συγχρόνως το θύμα μιας διπλής νυκτερινής δολοφονίας. Είχα σκοτώσει δεν ξέρω πως δύο άντρες της ηλικίας μου, δίδυμοι αδελφοί αυτοί. Τους έθαψα σ΄ένα δασάκι, μέσα σε πλαστικές σακούλες.
Συγχρόνως ήμουν ο ένας από τους δύο δολοφονημένους. Και κρυβόμουν δηλαδή, μέσα στη μια σακούλα, θαμμένος στο χώμα.
Όταν κατέφθασε η Αστυναμία -μία γαλλική Αστυνομία του 19ου αιώνα- και ανακάλυψε μάνι μάνι το άλλο πτώμα, με έλουσε κρύος ιδρώτας. Διότι κατάλαβα πως η σύλληψίς μου ήταν απλώς θέμα χρόνου.
Πράγματι, μετά από λίγο με ξέθαψαν και μου πέρασαν τις χειροπέδες.
-Ουδέν κρυπτόν υπό τον Ήλιον, είπε ο ένας αστυνόμος που με πήγαιναν.
-Απεδόθη Δικαιοσύνη, είπα κι' εγώ.

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Η χορεύτρια και ο ποιητής, τέταρτο κομμάτι

Μία τραγουδιστή ιστορία σε τέσσερα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη


Στο μπαράκι του Βασίλη, Απρίλιος του 2003 (φωτό του Απόστολου Ιωαννίδη.)

Η Μάρμω με την άλαλη ματιά


 Για τον καθένα είν’ ένα τραίνο που του ανήκει

κι’ οι ποιητές μέσα στην ήττα τους τρέφουν τη νίκη
και ό,τι γράφουν, το γαμημένο, είναι για πάντα
και τ’ όνομά τους κι’ εκείνο μοιάζει με του Σαράντα
Κι η κάθε Μάρμω ό,τι κι’ αν κάνει εγκυμονεί
ένα τσογλάνι με το σημάδι του ποιητή

Έχει ο καθένας το εισιτήριο που του ανήκει
και το δικό μου γράφει συχνά Θεσσαλονίκη
πάνω στο πάλκο λίγο πρίν βγώ να τραγουδήσω
δεν θα ξεχάσω την Μάρμω να τηλεφωνήσω
Να με ρωτήσει αν κάνει κρύο κι’ αν είμαι καλά
αν δώ γνωστούς, και να της φέρω γλυκά

Η ελαφρόμυαλη και αλλοπρόσαλλη αυτή παιδίσκη
να με πληγώνει, να μ’ εξοργίζει τον τρόπο βρίσκει
όταν μου λέει ανερυθρίαστα χωρίς ντροπή
με καμαρώνανε όλοι εκείνη την εποχή
Μ’ από τον Γκάτσο, απ’ τον Ελύτη, τον Σαραντάρη
ώρες να μίλαγαν, εγώ το ζώον, ούτε χαμπάρι

Μα ό,τι κι’ αν λένε τώρα της Μάρμως τα παραμύθια
η ζωϊκότητα είναι στο τέλος η μόνη αλήθεια
μέσα στο αίμα της έχει την κίνηση και το ταξίδι
κι’ όταν θα φύγει πάλι χορεύοντας με βλέπω ήδη
Με του σταθμάρχη το φαναράκι μετανιωμένος
Να χαιρετάω πιο μοναχός και λυπημένος

(Του Γ.Σ, γραμμένο την 6.10.1940.)

Η Μάρμω με την άλαλη ματιά
Πού επήγε;
Την πήρανε οι τοίχοι των σπιτιών
Της πολιτείας οι τοίχοι
Την πήρανε της θάλασσας οι αφροί
Που δέρνουνε τα πάθη
Τη σήκωσαν οι ατμοί οι γαλανοί
Οι ουρανογέννητοι
Και πλέει με την δική μας τη ματιά

Την άλαλη

1957

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Η χορεύτρια και ο ποιητής, τρίτο κομμάτι.

Μία τραγουδιστή ιστορία σε τέσσερα ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη




Φεύγει το τραίνο, γυρνάει στην Αθήνα με τραυματίες
γυρνάει κι΄ αυτός, ο σταυρωμένος απ’ τις κακουχίες
αυτός που οδοιπόρησε με τους ποιμένες της Πρεμετής
πάει να πεθάνει σ’ ένα κρεβάτι μιάς κλινικής.
Εκείνη δεν πήγε ποτέ να τον επισκεφθεί
φεύγει μονάχος τον Άλλο Χώρο να δεί

Κλούβα και πείνα τα χρόνια εκείνα. Το σαρανταδύο
ουρανοκατέβατο πέφτει της Μάρμως ένα λαχείο
στη Χλάντεκ δίνει εξετάσεις, και πετυχαίνει
παίρνει το τραίνο χορό να  σπουδάσει στη Βιέννη.
Μά νοσταλγία την πιάνει, γυρνάει στην Αθήνα ξανά
πριν τους εγγλέζους και πριν τα Δεκεμβριανά

Τα πέτρινα χρόνια περάσαν κι οι καταστάσεις
του Χοροδράματος ήρθαν της Μάνου οι παραστάσεις
στου Χατζηδάκι τις Εξι Λαϊκές Ζωγραφιές
η Μάρμω χορεύει με τον Γριμάνη στο Ρέξ.
Με Μινωτή και Παξινού στο Εθνικό
Νέα Υόρκη πηγαίνει και Λιγουριό

Είχανε λάμψη και ανασφάλεια τα χρόνια εκείνα
κι’ ένα παιδί του Μετσοβίου από την Αθήνα
-λίγο γκρινιάρης, λίγο ζηλιάρης μα καλό παιδί-
ζητάει τώρα από την Μάρμω να τον παντρευτεί.
Κι’ όλα τελειώνουν όπως τελειώνουν στο σινεμά
στα σκαλοπάτια στου Αη Νικόλα την εκκλησιά

Κι έτσι η Μάρμω βάζει φωτιά στο παρελθόν της
στις αναμνήσεις κι’ αφιερώσεις των θαυμαστών της
μίαν εικόνα απ’ το πινέλο του Νίκου Πεντζίκη
στης πλύσης τη ρίχνει κι’ αυτή στη φωτιά και τη φρίκη
Και στα ποιήματα -ναι, στα ποιήματα- βάζει φωτιά
ενός χαμένου μέσα στο χιόνι χωρίς γυαλιά

Του Γ.Σ.

J’ ai pensé que tout, même la mort a été dit
J’ ai pensé que ton cœur a été toujours un enfant
Mais tu pleures comme une vie qui n’ connaît que le rire
Et tu parles les roses, et tu parles les fleurs impassibles

                                                           (5.10.1940, την μέρα που επιστρατεύεται.)

Ω τρυφερότατη Μάρμω, συγγνώμη που σου λέω λόγια που δεν ξέρεις που να τα βάλεις.

                                                                   Από επιστολή του, χωρίς ημερομηνία.

Σημειώσεις

Η μετάφραση:

Σκέφτηκα πως όλα, ως κι' ο θάνατος είναι ειπωμένα
Σκέφτηκα πως η καρδιά σου ήταν πάντα ένα παιδί
Μα κλαις σαν μια ζωή που δεν ξέρει παρά το γέλιο
Και μιλάς τριαντάφυλλα, και μιλάς τ' αδιάφορα τ' άνθη.

Ροζαλία Χλάντεκ: Τσέχα χορογράφος, χορεύτρια και δασκάλα χορού. Ήρθε στην Αθήνα κι' έκανε οντισιόν για την σχολή της στη Βιέννη, το 1943.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Η χορεύτρια και ο ποιητής, δεύτερο κομμάτι


Μία τραγουδιστή ιστορία σε 4 ποιήματα του Γιώργου Σαραντάρη.

Το βίντεο: Μάρμω, σ' εσένα έρχονται οι πεινασμένοι https://www.youtube.com/watch?v=uu6bmfJuE8w&t=9s





Φταίνε του Κούβελα οι φραστικές κουράδες

πως οι ποιητές ειν’ όλοι τους λαπάδες
που ζυγίζουνε κοντά τριάντα οκάδες
όσα γυλιός και όπλο όλα μαζί

Κι’ αν κάποιος δύσπιστος να με ρωτήσει θέλει
που τα ξέρω αυτά και ποιος τα καταγγέλλει
του ανθυπολοχαγού του Αλεπουδέλλη
να διαβάσει τ’ Ανοιχτά Χαρτιά

Φταίει το σύστημα και η στρατολογία
των ζαχαροπλαστείων τα θηρία
όλα τα παχύδερμα πιάσαν τα γραφεία
κι’ ο ποιητής στην πρώτη τη γραμμή

Φταίν’ τα γαλόνια τους και τα επιτελεία
ήτανε μια σχεδόν δολοφονία
ανυπεράσπιστος ψηλά στην Αλβανία
κατατρεγμένο ήτανε πουλί

Στην παραζάλη χάνει τα γυαλιά του
ξεχνάν τα χάλια τους οι άλλοι στα δικά του
και στου μετώπου την βουή και του θανάτου
γίνοντ’ οι άνθρωποι ακόμη πιο σκληροί

Κουβέρτες, μάλλινα τα χτήνη οι φαντάροι
κι’ ό,τι άλλο χρήσιμο κι’ αυτό του τόχαν πάρει
μείναν τα γράμματα στής Μάρμως το συρτάρι
τις μέρες που τον ντύσαν στο χακί..


(Του Γιώργου Σαραντάρη, γραμμένο την 1.10.1940.) 

Μάρμω σε σένα έρχονται οι πεινασμένοι
Η καλωσύνη νύφη θα προβάλει
Οι λύκοι θα φροντίσουν να πεθάνουν
Και τα παιδιά να γίνουν αφέντες.
Κάποιος θα πεί πως έφτιαξε τον κόσμο
Θα μάθουν οι ζητιάνοι την ειρήνη
Εσύ γλιστρώντας πάνω στο νερό
Θε να πετάς στο χώμα που με βάζει
σε πειρασμό
Θε να σκορπάς το θησαυρό σου
Θε να γελάς με την πνοή του χρόνου
Με την πνοή του ανέμου που μυρώνει
Στο έρημο λιβάδι τους ανθρώπους

Σημειώσεις
Ο πολιτευτής Κούβελας είχε πει πως "εγώ δεν είμαι ποιητής για να είμαι λαπάς."

Μερικά ακόμη για τον Γιώργο Σαραντάρη

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Η χορεύτρια και ο ποιητής. Πρώτο κομμάτι.

Μία τραγουδιστή ιστορία σε 4 τραγούδια του Γιώργου Σαραντάρη.
Το βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=aSe7xQ-xGY0

    Η Μάρμω, λίγο πριν τον Πόλεμο.

I

Τρέχει το τραίνο και βγάζει καπνό

Πάει Σαλονίκη κι’ αγκομαχά

Τρέχει το τραίνο και φέρνει στη μνήμη
Σταθμούς και σταθμάρχες ως το πουθενά
Μα τρέχω κι’ εγώ, ο χρόνος πιέζει
Ο πόλεμος θάρθει ένα χρόνο μετά
Να τον προλάβει η Ελλάδα παίζει
Τραγούδια του Μεταξά

Τρέχει το τραίνο και ξαπλωμένη
Στο σεπαρέ ενός βαγονιού
Στο ντούκ νταντούκ παραδομένη
Η Μάρμω κοιμάται του καλού καιρού
Κι’ αν δεν κοιμάται τότε χορεύει
Χτυπάει κουδούνια στις γειτονιές
Κι’ εξαφανίζεται ευτυχισμένη

Και χάσκουνε οι θαυμαστές


Τρέχει το τραίνο στο ίδιο βαγόνι
Στέκει αντικρύ της κι’ αυτός που θαρρείς
Τα πάθη όλα του κόσμου σηκώνει
Το θύμα, το ψώνιο, ο ποιητής
Μεγάλη κεφάλα σ’ ένα σώμα που λιώνει
Χοντρά γυαλιά μυωπικά
Ό,τι τον πλήγωσε μετουσιώνει
Σε ποιήματα, λόγια, γραφτά
  
                                                                                                         

Σε ποιόν ανήκεις Μάρμω; Σ’ εμάς ή στο χορό;
Σ’ εμάς ή στη φωτιά; Σ’ εμάς ή στον αγέρα;
Προχτές δεν ήξερα να σου μιλήσω.
Στην Θεσσαλονίκη δεν ήξερα να σου μιλήσω.
Ποτέ ίσως δεν θα μάθω να σου μιλήσω.
Αλλά και σύ είσαι βιαστική,
είσαι βιαστική κι’ απέναντι στον εαυτό σου,
απέναντι στον χορό σου,
κι’ έτσι μόνο το πρόσωπό σου μένει ρυθμικό,
γιατί μόνο το πρόσωπό σου έχει υπομονή.
Ποιος σ’ αγαπά περσότερο;
Ο αγέρας, η φωτιά ή ο χορός; Ποιός;
Κοιμήσου, κι’ όταν το φώς χτυπήσει τα βλέφαρά σου,
Αν κάπου η αυγή τραγουδά
Θ’ απαντήσει για σένα

(Γραμμένο λίγο πριν τον Πόλεμο.)

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Seven Spanish Angels


Είναι αυτή κι' αυτός παράνομο ζευγάρι.
Όχι με την καλή έννοια, μοιχεία ξερωγώ. Εδώ πρόκειται για φόνο, ληστεία τραπέζης, ληστεία τραπέζης μετά φόνου, κάτι τέτοιο, δεν λέει το τραγούδι.
Φεύγουνε λοιπόν από το Τέξας που τους κυνηγάνε να τους πιάσουνε, περνάνε στο Μεξικό.
Από πίσω τα αποσπάσματα, τους στριμώχνουνε.
Αυτός την κοιτάει μέσα στα μάτια της τα μπλε -το τραγούδι το λέει ρητώς τα μάτια της τα μπλε- και της λέει αυτό το μπιστολίδι και ξεμπέρδεψα, διότι πίσω στο Τέξας ζωντανό, εμένα δεν με πηγαίνουνε.
Αρχίζει λοιπόν το μπιστολίδι, κι' όταν διαλύεται τελικώς ο καπνός, έρχονται επτά ισπανοί αγγέλοι να πάρουν έναν άλλον άγγελο να τον πάνε σπίτι.
Οπότε λέει αυτή, εγώ την ζωή χωρίς τον άντρα μου, τι να την κάνω. Και αρπάζει το μπιστόλι του  που κάπνιζε. Αλλά το ήξερε που ήταν άδειο. Οπότε την βλέπουνε αυτοί, ξαναρχίζει το μπιστολίδι. Κι' όταν διαλύεται τελικώς ο καπνός, έρχονται ξανά οι επτά ισπανοί αγγέλοι να πάρουν άλλον έναν άγγελο να τον πάνε σπίτι.
Τώρα το γιατί οι άγγελοι στο Μεξικό είναι ισπανοί, υπάρχει εξήγηση. Διότι οι μεξικάνοι τις εκκλησίες τις ζωγράφιζαν όπως οι ισπανοί. Οπότε, τι θα ζωγράφιζαν οι ισπανοί; Ισπανούς αγγέλους θα ζωγράφιζαν. Κατανοητό;
***
Καλά τον λέγαν μεγαλοφυία.
Σου λέει μας πήρατε τα μπλουζ και φτιάξατε το ροκεντρόλ. Όχι όλοι, ο Έλβις δηλαδή. Να μη σας πάρω κι' εγώ τι έχετε και δεν έχετε να το κάνω ρυθενμπλούζ;
Και πήρε σβάρνα όλα τα τσαρτ.
***
Ήταν κι' ο άλλος, ο καμπόης. Κι' αυτός ήταν από το Τέξας. Αλλά όχι σαν κάτι σκατιάρηδες, κλουκλουκλάν.
Αυτός έκανε ένα είδος που το λένε Παράνομο Κάντρι. Που κάνει κοντράστ με το άλλο κάντρι, το λιγδιάρικο. Διότι έχουν μανία με τις ταμπέλες, οι αμερικάνοι.. Εκεί μέσα βάλαν τον Τζώνη Κας, τον Κρις Κριστόφερσον, και κάτι άλλους. Βάλαν και τον καμπόη μαζί.
***
Λοιπόν, αυτοί οι δύο ξανατραγουδήσανε τους Εφτά Ισπανούς Αγγέλους.
Με μια διαφορά, τα μάτια της κοπέλλας που λέει δεν είναι   μπλέ. Είναι καστανά.
Οπότε όλο το στόρι αλλάζει. Δεν πρόκειται πλέον περί ληστείας μετά φόνου.
Το ζευγάρι είναι δύο μαύροι σκλάβοι που ερωτεύτηκαν, κι' έφυγαν στο Μεξικό να γλυτώσουν. Για να μην τους χωρίσουν τα αφεντικά τους. Ή για να πην την πηδάει αυτήν το αφεντικό της. Ή για να μην πουλήσουν τα παιδιά της αλλού. Γίνονταν αυτά.
Και διότι το Μεξικό δεν είχε δουλεία. Και δεν τους γύρναγαν πίσω.
Και το ηχογραφήσανε, το 1984.
Εδώ βάζω το λάιβ, διότι είναι αλλιώς το λάιβ.
Κι' εδώ βάζω την αρχική ηχογράφηση, που έχει και τους στίχους ορίτζιναλ:


Στη φωτό: Ρέη Τσαρλς και Γουίλη Νέλσον.