Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Ο Ψεύτης, ο Λόρδος και το Δάνειο (Ολοκληρώθηκε 24 Μαρτίου 2017)

Μέρος 1ο. Οι περιπέτειες του Ασώτου

Τρελώνης, του Τζόζεφ Σέβερν. 
Μπήκε το 1995. Εγώ, εκείνον τον καιρό μετέφραζα ένα βιβλίο. Λεγόταν "Αι περιπέτειαι ενός Νεωτέρου Υιού". Ήταν η αυτοβιογραφία ενός παιδιού από την Κορνουάλλη, είναι στην Αγγλία αυτή. Αυτό το παιδί το λέγαν ΕδουάρδοΤρελώνη. Ήταν πολύ άταχτο, διάολος, αλλά έφταιγε ο πατέρας του κυρίως, που ήταν σπαγγοραμμένος και τζαναμπέτης, κι' ας είχε φράγκα, πρώτα ήταν μπατίρης, όλο χρέη, αλλά κληρονόμησε έναν συγγενή του, κι' είχε και τίτλο ευγενείας, όχι πολύ σπουδαίο, αλλά είχε. Αυτός ο πατέρας του είχε ένα κοράκι, επίσης κωλοχαραχτήρας. Το είχε αμολητό στον κήπο, κι' άμα πήγαινε ο Εδουάρδος να κλέψει κανα μήλο, του όρμαγε και τον τσίμπαγε. Οπότε του έριχνε πέτρες, αλλά τίποτα, το κοράκι εκεί. Ο μεγαλύτερος αδερφός του Εδουάρδου ήταν λίγο χαλβάς, δεν βόηθαγε. Και οι αδερφές του ήταν κορίτσια, επίσης δεν βόηθαγαν.
Τώρα, στην εξοχή που μένανε, είχε μία γειτονοπούλα στην ηλικία του, αλλά ταπεινής καταγωγής. Έκαναν λοιπόν παρέα, την γούσταρε, κι' αυτή τον γούσταρε. Και δεν είχε ταξικές προκαταλήψεις. Καθώς γυρίζανε λοιπόν από τα λιβάδια, περνάνε δίπλα από την μάντρα με τα μήλα. Σκαρφαλώνει το κοριτσάκι σε κάτι κοπριές, πηδάει τη μάντρα να κόψει κανα μήλο. Τι να κάνει ο Εδουάρδος, ντράπηκε να κολώσει, πηδάει κι' αυτός μέσα. Οπότε ορμάει στο κορίτσι το χτήνος το κοράκι, την πλακώνει στις τσιμπιές, βάζει τις τσιρίδες αυτή, οδυρμός, μπροστά να τρέχει το κοριτσάκι, από πίσω το κοράκι, παραπίσω ο Εδουάρδος, που έκανε δήθεν πως κυνηγάει το κοράκι αλλά του πήγαινε να, αλλά πέφτει το κορίτσι στις λάσπες, δώστου τσιμπιές το κοράκι, στο πρόσωπο, στα μπούτια, στο σώμα παντού, προφταίνει ο Εδουάρδος να ανασυνταχθεί, επιστρατεύει όλο του το θάρρος, παίρνει φόρα και τραβάει ένα σουτ βολέ του κόρακα, κάνει δύο τούμπες ο κόρακας, αλλά συνήλθε, ορμάει στον Εδουάρδο. Προλαβαίνει όμως ο Εδουάρδος και βουτάει ένα παλούκι, και του σβουράει μία του κόρακα που είδε τον Χριστό επικοντιστή. Του τραβάει άλλη μία, νοκάουτ ο κόραξ. Το αρπάζει, τον γαμοκόρακα, και τον κρεμάει από το λαιμό στο δέντρο, και του έριχνε πέτρες, και το κοριτσάκι επίσης, μέχρι που ψόφησε. Κι' αυτό, και η πατρική εξουσία μαζί. Διότι ο κόρακας ήταν η πατρική εξουσία, και κάθε άλλη εξουσία, και ο νόμος, και ο δάσκαλος, και ο δικαστής, και η τιμωρία, και η ιδιοκτησία, και τα απαγορευμένα μήλα, τάχουνε πει κάτι ψυχαναλυταί αυτά, λέγονται λακανικοί, δεν θα επεκταθώ περαιτέρω, είναι περιττόν.
Επίσης μίαν άλλη φορά ήρθε μία ζητιάνα στο σπίτι και κλαιγότανε, οπότε ο Εδουάρδος βλέπει στο τραπέζι που είχε συκωτάκια πατέ σε ένα πήλινο, το αρπάζει, της το δίνει. Ψάχνανε το πατέ, πουθενά το πατέ, της Αναλήψεως. Έκανε το κορόιδο, ο Εδουάρδος. Έλα όμως που η βλαμμένη η ζητιάνα ήρθε την άλλη μέρα να φέρει πίσω το πήλινο, δηλαδή να της ξαναδώσουν φαί. Οπότε τον έδωσε ψυχρά, τον Εδουάρδο. Από αφέλεια, δεν το σκέφτηκε.
Είδε κι' απόειδε κείνος ο σκατόψυχος ο πατέρας του, τον έκλεισε εσωτερικό σ' ένα σχολείο. Από κείνα τα εγγλέζικα σχολεία που τα βαράνε τα παιδιά με κάτι βέργες στον κώλο. Αυτό το σύστημα είναι ως εξής: είναι ο δάσκαλος που φοράει μαύρα σαν τον κόρακα, και λέει του μαθητή να ξεβρακωθεί και να ξαπλώσει επί της έδρας. Και τον αρχίζει, και μετά από κάθε βουρδουλιά ο μαθητής λέει κι' ευχαριστώ, και δώστε μου κι' άλλη μία, κύριε. Και του αστράφτει άλλη μία, ο κόρακας. Και ούτω καθ' εξής, δέκα, είκοσι, όσο λέει η τιμωρία, αναλόγως. Και οι συμμαθητές βλέπουνε. Και τα κλειδώνουν νηστικά με το παραμικρό, τα παιδιά. Έτσι γίνονται άντρες οι ηγέτες στην Αγγλία. Κι' ο Τσώρτσιλ, να πούμε, έτσι έμαθε γράμματα να κυβερνήσει την Αυτοκρατορία.
Αλλά ο Εδουάρδος δεν τα σήκωνε αυτά, και έκανε κίνημα με τα άλλα παιδιά και κάνανε τον δάσκαλο τούμπανο στο ξύλο, μπουνιές, κλωτσές, ότι νάναι. Τον βάλανε λοιπόν νηστικό στη σοφίτα να συμμορφωθεί, απομόνωση. Πιάνει κι' ο  Εδουάρδος και τούβαλε φωτιά, το μπουρδέλο το σχολείο, και το έκαψε σχεδόν ολοσχερώς. Οπότε τον στείλανε σπίτι του.
Πυρ και μανία, ο καθήκης ο γέρος. Αποφασίζει και διατάσσει, τον βάζει στο Πολεμικό Ναυτικό. Το 1805 αυτό, ο άσωτος ο Εδουάρδος, ετών δώδεκα. Τότε βάζανε τα παιδάκια από μικρά στα καράβια, ακόμα και αριστοκρατικής καταγωγής, να γίνουν καπεταναίοι, ναυαρχαίοι, ξερωγώ. Τα καράβια ήταν η κόλαση πρωσσοποποιημένη. Ξύλο, τιμωρίες, σαν τις σαρδέλλες στριμωγμένοι, πίνανε βρωμόνερα, τρώγανε σκατά, το σκορβούτο θέριζε. Και τον Νέλσονα, δώδεκα χρονών ήτανε που τον βάλαν στα καράβια. Οπότε μπαρκάρει σ' ένα πολεμικό οΕδουάρδος, και σαλπάρει να βρεί τον στόλο που ήτανε στην Ισπανία. Που είχε ναύαρχο ποιόν; τον Νέλσονα που λέγαμε. Εκεί που αρμενίζανε, νάσου μία σκούνα που την λέγανε Πίκλα. Τώρα όνομα για καράβι είναι αυτό ή για σκύλο; Μάλλον επειδή κάνανε σκυλίσια ζωή, κειμέσα. Τέλος πάντων, τι χαμπάρια; ρωτάνε την Πίκλα. Να, λέει ο καπετάνιος, τους διαλύσαμε τον στόλο του Ναπολέοντα, δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο, αλλά απωλέσθη ο ναύαρχός μας ο Νέλσονας, δηλαδή έφαγε μια σφαίρα, τούσπασε τη ραχοκοκκαλιά, πάει αύτανδρος. Για την ακρίβεια όχι ακριβώς αύτανδρος, μείον ένα μάτι και ένα χέρι, αυτά τα είχε χάσει προηγουμένως, πάλι σε κάτι νταραβέρια με τους γάλλους.
Μετά τη σπαλιόρα που φάγανε στο Τραφάλγκαρ, οι γάλλοι λουφάξανε στα λιμάνια τους, δεν ξαναβγήκαν Ατλαντικό, Μεσόγειο, τίποτα. Οπότε τον Εδουάρδος τον μπάρκαραν για τις Ινδίες. Διότι στον Ινδικό Ωκεανό ήτανε κάτι γάλλοι κουρσάροι πολύ τρομεροί, είχανε κάτι καράβια μικρά αλλά ταχύτατα, έπεφταν τώρα από δίπλα στα εμπορικά τα εγγλέζικα που ήταν σαν χοντροκώλες τσατσές φίσκα αρώματα και μπαχαρικά και τσάγια και λεφτά, χρυσά, ασήμια, τα ληστεύανε αλύπητα.
Ο Εδουάρδος λοιπόν ήτανε λοιπόν σε μία φρεγάτα και κυνηγούσε τους κουρσάρους που κυνηγούσαν τα εμπορικά. Αλλά περνάγανε τα χρόνια, ήτανε πλέον δεκαεννιά χρονώ δόκιμος, κι' ακόμα να τους πετύχουνε, τους κουρσάρους. Οπότε ήτανε εξόδου σε κάτι μπιλιάρδα στη Βομβάη, και τσακώθηκε ο Εδουάρδος μ' ένα ναύτη, μεγαλύτερος σε ηλικία αυτός, πιο νταβραντισμένος. Του ορμάει λοιπόν να  του βγάλει τ' άντερα μ' ένα σπαθί. Αλλά τότε επεμβαίνει ένας άγνωστος, και του παίρνει το σπαθί και του δίνει ένα ματσούκι, οπότε δεν τον ξεκοίλιασε, τον ναύτη, απλώς τον σακάτεψε λίγο. Αλλά και πάλι, μπλέξιμο. Άκου, του λέει ο άγνωστος, φύγε τώρα μη σε πιάσουν, και το βράδυ ραντεβού στο τάδε μέρος. Που το τάδε μέρος; Ήταν ένα πορνείο έξω από την πόλη, μέσα στην οργιώδη τροπική βλάστηση, εκεί. Κι' ο άγνωστος ήταν κουρσάρος από κείνους που λέγαμε, είχε βγει ζούλα στη Βομβάη να μαζέψει πληροφορίες, αντερκόβερ, ποιό πλοίο θα σαλπάρει ξερωγώ, πότε θα σαλπάρει, για που, τι εμπορεύματα  είναι φορτωμένο, και τα τοιαύτα. Αυτός ο κουρσάρος ήταν μισός ολλανδός μισός αμερικάνος, μίλαγε απταίστως πεντέξι γλώσσες, ήταν ναυτικός περιωπής, ήξερε τα πάντα από πόλεμο και στη θάλασσα και στην ξηρά, κατείχε και φιλοσοφία, και ποίηση, πολιτική, ήταν πολύ διανοούμενος, και επαναστάτης, του άρεσαν οι ιδέες της γαλλικής επαναστάσεως, και μπονβιβέρ, κι' απ' όλα. Και γκόμενος, αλλά εξευγενισμένος, με τρόπους. Τον λέγαν Ντε Ρώυτερ, αυτόν. Και του ξηγιέται του Εδουάρδου ο Ντε Ρώυτερ, είσαι μέσα να ρθεις μαζί μου; Και ο Εδουάρδος είπε μέσα, και παράτησε το Βασιλικό Ναυτικό κι' έγινε κουρσάρος του Ναπολέοντα. Αυτομόλησε δηλαδή στον εχθρό.
Ο Ντε Ρώυτερ είχε τη βάση του στον Μαυρίκιο, κάτι νησάκια κοντά στη Μαγαδασκάρη, Μαδαγασκάρη, πως τη λένε. Από εκεί έκαναν επιδρομές, κι' όπου βρίσκαν εγγλέζικο εμπορικό, το γδύνανε. Αίφνης, έξω από αυτή τη Μαγαδασκάρη συναντάνε κάτι αραβικά πλοία. Τα είχανε χτυπήσει πειρατές της Μαλαισίας, και είχανε πάρει σκλάβους όλους που ήταν μέσα, πλήρωμα, επιβάτες, όλοι, μόνο κάτι γέρους αφήσανε, δεν τους θέλανε. Οπότε αποφασίζουν, ο Ντε Ρώυτερ κι' ο Εδουάρδος κι' οι άλλοι, να τους ελευθερώσουν. Κάνουν συμβούλιο, καταστρώνουν σχέδιο, να επιτεθούν νύχτα στο πειρατικό χωριό. Πράγματι, πέσανε επάνω στους πειρατάς σαν κεραυνός, τους κατατροπώσανε όλους. Μέσα στην επίθεση, μπαίνει ο Εδουάρδος σε μία σκηνή, και βλέπει μία κοπέλλα μελαχροινή εκπάγλου καλλονής, που την λέγαν Ζέλα, ήταν αραβικής καταγωγής, και ο πατέρας της επίσης, άραβας κι' αυτός. Ήτανε κι' ένας πολύ κτηνώδης πειρατής Μαλαισίας, ετοιμαζόταν να τους σφάξει, πατέρα και κόρη. Οπότε τον βουτάει, τον καθαρίζει τον πειρατή, ο Εδουάρδος, την σώνει την κοπέλλα και τον γέρο. Μετά την ερωτεύτηκε ο Εδουάρδος, τον ερωτεύτηκε κι' εκείνη, που την έσωσε. Και ζούσαν ζωή χαρισάμενη μέσα στη ζούγκλα. Και την είχε μαζί του και στις επιδρομές, ήταν πολύ γενναία κοπέλλα. Όλο το άλλο βιβλίο ήταν πανιά, κατάρτια, κανόνια, λάφυρα, παπαφίγκοι, κοντραφλόκοι, γιαταγάνια, εξωτικά μέρη, φρούτα, καρποί, τέτοια. Μέχρι που κάποιος αντίζηλος την δηλητηρίασε τη Ζέλα, και πάει, πέθανε. Εντωμεταξύ, ο Ναπολέοντας τον πιάσανε, πήγε εξορία, τέλειωσε κι' ο πόλεμος. Έφυγαν για τη Γαλλία, ο Ντε Ρώυτερ μαζί με τον Εδουάρδο, τι να κάνουνε εκεί. Και ο μεν Ντε Ρώυτερ σκοτώθηκε ηρωικώς σε μία ναυμαχία με τους άγγλους, δεν καθόταν ήσυχος. Ο δε Εδουάρδος επέστρεψε στην Αγγλία, η επιστροφή του Ασώτου που λένε, και στρώθηκε και τις έγραψε, τις συνταραχτικές του τις περιπέτειες που είχε ζήσει στις θάλασσες της Ανατολής. Το βιβλίο του είχε τεράστια επιτυχία, όταν εκδόθηκε, το 1831. Και το οποίo τo μετέφρασα εγώ, τέλη Γενάρη του 1995, και παρέδωσα το χειρόγραφο στον εκδότη, δεν είχα ούτε γραφομηχανή ούτε κομπιούτερ εκείνο τον καιρό.
Αυτά που περιγράφω ανωτέρω τα έγραφε και ο Εδουάρδος στο βιβλίο, εκτενώς και με λεπτομέρειες. Αλλά ο βιογράφος του στον πρόλογο έλεγε άλλα. Τον διάβασα κι' αυτόν, διότι είχα αναλάβει να μεταφράσω και τον πρόλογο, όχι όλον, να πούμε δυο τρία πράματα. Και τι να δω! Όλα αυτά, έλεγε ο βιογράφος, ήταν ξούρες, κολοκύθια τούμπανα, ψέματα, από τη γκλάβα του τα κατέβαζε. Διότι ο Εδουάρδος ουδέποτε αυτομόλησε, έκανε κανονικά τη θητεία του στα αγγλικά καράβια, κι' όταν τέλειωσε ο πόλεμος αποστρατεύτηκε ως περισσευάμενος. Κι' οι περιπέτειες; Κι' ένα σημάδι στη μούρη πούχε φάει μια σπαθιά; Και μια σφαίρα που τούχε σφηνωθεί στο πόδι διαβίου; Από τη γκλάβα του τάβγαλε κι' αυτά;
Να τι συνέβη, έλεγε ο βιογράφος:
Εκείνη την εποχή, ο πιο διάσημος κουρσάρος ήταν ένας ονόματι Ρομπέρ Συρκούφ, γάλλος. Διαβόητος. Αλλά τσίφτης. Ξεκίνησε από μούτσος, μετά έκανε καπετάνιος σε δουλεμπορικό, οπότε κάποια στιγμή μάλλον θα είπε άντε να κάνω και κανά πιο τίμιο επάγγελμα, και έστρωσε στο κυνήγι τα εγγλέζικα εμπορικά. Κανονικά και με τον νόμο. Δηλονότι με επιστολή καταδρομής από την Γαλλία, εν καιρώ πολέμου. Που πάει να πει η επιστολή καταδρομής πως τα πλιάτσικα δεν ήταν πλέον ληστεία, αξιόποινος πράξις, να πούμε. Ήταν πολεμική ενέργεια και συγχρόνως εμπορική επιχείρησις, διότι ένα μέρος της λείας πήγαινε στο ταμείον του γαλλικού κράτους.
Αλλά δεν τους σκότωνε, αυτούς που έπιανε, ο Συρκούφ, ούτε τις γυναίκες τις πείραζε. Τους ξαλάφρωνε μόνο. Το μπρίκι του Συρκούφ, ο Επιστρέφων, ξεχώριζε από το σκαρί του, ήταν πολύ χαμηλό, ίσα βάρκα ίσα νερά, να μην δίνει στόχο. Και για ταχύτητα. Κι' από το χρώμα του ξεχώριζε, ήταν πολύ χαρακτηριστικό, κατάμαυρο. Και γρήγορο, αστραπή. Είχε είκοσι κανόνια. Τουτέστιν, με το που το βλέπανε οι άγγλοι ξέρανε ποιός το κυβερνάει, και πως ούτε να ξεφύγουν γινόταν, ούτε να  αντισταθούν, ματαιότης ματαιοτήτων. Οπότε παραδίνονταν αμαχητί, μάζευε τη λεία ο μόρτης, και τους άφηνε να πάνε στο καλό. Εξαφανιζόταν μετά, ο Επιστρέφων, μία μαύρη τελίτσα στον Ωκεανό, άντε βρέστον, της Αναλήψεως.
Μια φορά, κάνουνε ρεσάλτο σ' ένα εμπορικό, παραδίδεται. Του λέει λοιπόν ο καπετάνιος ο άγγλος, εμείς οι άγγλοι πολεμάμε δια την τιμήν, ενώ εσείς οι γάλλοι πολεμάτε δια το χρήμα. Οπότε του απαντάει ο Συρκούφ, δεν βαρύνεσθε συνάδελφε, ο καθένας μας πολεμάει για ό,τι του λείπει. Ήταν και πολύ πνευματώδης.
Στο τέλος οργανώσανε οι άγγλοι εισβολή να καταλάβουνε τον Μαυρίκιο, το ορμητήριο του Συρκούφ. Αλλά αυτός είχε προλάβει, είχε πουλήσει το μπρίκι, και είχε γυρίσει στην πατρίδα του, το Σεν Μαλό. Ζάμπλουτος. Τώρα, ο Εδουάρδος πήγε με την φρεγάτα την εγγλέζικη που υπηρετούσε στον Μαυρίκιο, αλλά κατόπιν εορτής, όταν πια τον είχαν καταλάβει οι άγγλοι. Και τον είδε, τον Επιστρέφων, να λικνίζεται ειρωνικώς, δεμένος στο λιμάνι. Και ήξερε τα κατορθώματα του Συρκούφ, είχε γίνει θρύλος σ' όλες τις θάλασσες ο Συρκούφ, όλοι οι ναυτικοί μιλούσαν με δέος για τον Συρκούφ. Και οργίαζε η φαντασία του, του Εδουάρδου. Κι' επειδή είχε έντονες τάσεις φυγής και οργιώδη φαντασία, κατέβασε από τη κούτρα του όλη εκείνη την τερατώδη ιστορία πως τόσκασε καλά και σώνει από το Ναυτικό, κι' έγινε κουρσάρος. Μόνο που τον Συρκούφ τον βάφτισε Ντε Ρώυτερ. Ο οποίος ήταν φανταστικό πρόσωπο εντελώς. Πουθενά δεν γράφουνε τα κιτάπια της εποχής για τέτοιο άτομο.
Και η σπαθιά στη μούρη ήταν σημάδι από την πανούκλα, που θέριζε τότε κοσμάκη, στας Ινδίας. Και η σφαίρα ήταν από κάτι συμπλοκές του Ναυτικού με κάτι ντόπιους, στην Ιάβα, ξερωγώ. Ή από κανά καυγά. Αυτά, τα άφησε λίγο φλου, ο βιογράφος.
Εκείνη την εποχή γνώρισα έναν παράξενο τύπο. Ήταν γύρω στα εβδομήντα, αλλά πήγαινε γυμναστήριο, καλοστεκότανε, εκεί τον γνώρισα, στο γυμναστήριο. Συζητάγαμε για τη Γιουγκοσλαβία, για τη Ρουάντα, που είχε γίνει η Γενοκτονία ένα χρόνο πριν. Τα ήξερε καλά τα διεθνή, πολύ κυνικός ήταν, ούτε πολιτικοποιημένος, ούτε τίποτα, η πολιτική ήταν μπίζνα. Αλλά ευγενέστατος, καλοζωισμένος. Στην δεκαετία του πενήντα και του εξήντα ήταν στην Αφρική, Ουγκάντα, Ρουάντα, Μπουρούντι, Βελγικό Κονγκό, ήτανε ατζέντης μιας εταιρίας πετρελαίων, αλλά και πράχτορας των βέλγων, μου έλεγε τι κάνανε τότε εκεί, στήνανε φασαρίες σφαγές, συνωμοσίες, επεμβάσεις, ραδιουργίες, άκουγα εγώ μ' ανοιχτό το στόμα. Αγόραζε, να πούμε κηροζίνη στην Ουγκάντα, με τιμολόγια για τη Σαμπένα, στη Μπουζουμπούρα, στο Μπουρούντι. Αλλά το παραδίνανε στο Κονγκό. Το οποίο βομβάρδιζε την Ουγκάντα, κάτι τέτοια έλεγε. Τώρα, τον είχαν ανεπισήμως εξωτερικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, στην Ακαδημίας, ως γνώστη επί θεμάτων Υποσαχάριας Αφρικής. Δεν μούλεγε παραπάνω, τι κάνει.
Μία μέρα, μου λέει στο γυμναστήριο, ρε συ, έχεις πτυχίο νομικής, δικηγόρος, τα γαλλικά τα μιλάς καλά, αγγλικά τα καταφέρνεις, θες να πας στη Ρουάντα; Εγώ; του λέω. Ναι, λέει. Να πάω πού; Στην Ρουάντα, ξαναλέει, μου ανάθεσαν να βρω έλληνες υποψηφίους, είναι βέβαια επικίνδυνα ακόμα τα πράματα εκεί, δεν σου εγγυώμαι τίποτα. Αλλά γι' αυτόν τον λόγο δίνουνε και καλά λεφτά, κι' η χώρα είναι μια μαγεία, κι' εμπειρία, κι' αδρεναλίνη, τέτοια μούλεγε.
Μου είπε και τα ντεσού της αποστολής. Στην αρχή, λίγο μετά την Γενοκτονία, πήγε εκεί μία αποστολή της Ύπατης Αρμοστείας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Αλλά δεν είχαν αρκετό προϋπολογισμό. Οπότε είπαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εδώ παιδιά, εμείς θα σας δώσουμε φράγκα, θα στείλουμε και παρατηρητές, και με τζιπ, και με ασύρματους, και γουώκι τώκι, και φορητά κομπιούτερ, τα πάντα. Και είπανε οι οηέδες εντάξει, δώστε τα, στείλτε και τους ανθρώπους σας, τα άλλα μην ανησυχείτε, ξέρουμε, τα κανονίζουμε εμείς. Θα τα δώσουμε, λένε οι ευρωπαίοι, αλλά θέλουμε η δική μας αποστολή να είναι κάπως ανεξάρτητη από την δική σας, να έχουμε κι' εμείς κάπως τον έλεγχο, να μαθαίνουμε τι γίνεται εκεί, να δίνουμε κάποιες κατευθύνσεις, μιας και ξηλωνόμαστε. Εκεί ξινίσανε, οι οηέδες. Αρχίσανε λοιπόν τα παζάρια. Και τελικώς τα βρήκανε στη μέση, οι παρατηρητές της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι μία αποστολή μέσα στην άλλη αποστολή, της Ύπατης Αρμοστείας. Πολιτικούρες, ήγουν. Όχι καλό αυτό. Διότι σημαίνει πολιτικά μπερδέματα. Τι σόι μπερδέματα, ιδέαν δεν είχα. Τη Ρουάντα την θυμόμουν από κάτι ζωγραφιστά χαρτάκια, στο Δημοτικό. Είχε όλες τις χώρες, τα παίρναμε στο περίπτερο, σε κάτι φακελάκια, είχε και τσίχλα μέσα. Τα διπλά τα αλλάζαμε.
Να μην τα πολυλογώ, θα σου απαντήσω σε δυο τρεις μέρες, του λέω.
Από κει που ήμουνα στις χαρτένιες περιπέτειες του Εδουάρδου, να δώσω ένα πήδο μέσα στην κατσαρόλα της ιστορίας που μαγειρεύεται. Με κίνδυνο να γίνω κι' εγώ κοκκινιστό, χα χα! Μ' έπιασε μία αμφιθυμία πολύ ανησυχητική...
Ήθελα να προλάβω να γράψω και κείνον τον πρόλογο.



Κεφάλαιον 2ον. Δει δη χρημάτων, και κόλπα σκέδια γεωπολιτικά

Οι οθωμανοί τάχανε κάνει σκατά.
Το 1821 είχανε πόλεμο με την Περσία, ο στρατός τους ήταν απηρχαιωμένος, και τελικώς τους σκίσανε οι πέρσαι, στο Ερζερούμ. Γιατί είχανε μοντέρνο στρατό, οι πέρσαι. Οπότε δεν είχαν καθόλου στρατό αξιόμαχο οι οθωμανοί, στείλαν στην Ελλάδα κάτι τουρκαλβανούς ατάκτους να καταπνίξουν την εξέγερση. Αυτοί οι τουρκαλβανοί είχαν τα ίδια χούγια με τους κλέπτας, τους εξεγερμένους. Πιάναν ένα βράχο, να πούμε, κι' αρχίζαν το βρισίδι το αρβανίτικο. Ρίχναν και καμιά ντουφεκιά. Ενίοτε έρχονταν και σε συνεννοήσεις. Αφήστε την Τριπολιτσά, δεν θα σας πειράξουμε. Έφυγε η επίφοβος αλβανική φρουρά κατόπιν συνομιλιών, παραδόθηκε η Τριπολιτσά. Ύστερα φύγανε οι πλούσιοι, τους άφησε ο Κολοκοτρώνης κατόπιν αμοιβής αδράς. Τους λοιπούς, την πλέμπα, τους τούρκους, τους εβραίους, τους σφάξανε. Και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στην Αλαμάνα, είχε παλαιούς συμπολεμιστάς του μέσα στον οθωμανικό στρατό, μέχρι και τον Ομέρ Βρυώνη, γνωρίζονταν διότι πριν υπηρετούσαν μαζί στον Αλήπασα. Εντωμεταξύ, ο Οδυσσέας είχε ασπαστεί το Ισλάμ, συγκεκριμένα ήταν δερβίσης μπεκτασής, και μάλιστα κάτι σαν ηγούμενος ενός τεκέ στη Λιβαδειά. Οπότε τον ειδοποιήσανε, άντε φυγέτε, αύριο θα φέρουν κανόνια από τη Λαμία να σας χαλάσουν. Και φύγανε τη νύχτα αυτοί. Ο Βρυώνης ήταν μυστήρια περίπτωση, είχε σχέση με τους μπεκτασήδες. Δεν αποκλείεται αυτός να ειδοποίησε τον Οδυσσέα, λέω εγώ. Διότι και τον δόλιο τον Διάκο ήθελε να τον γλυτώσει, βρε καλέ μου γίνε μουσουλμάνος να μου λύσεις τα χέρια, σουνετίσου λίγο, έτσι για τα μάτια, πιέζομαι άνωθεν να σε παλουκώσω προς παραδειγματισμόν, τίποτα αυτός. Αλλά και αργότερα, στο Μεσολόγγι, κωλυσιεργούσε. Όλο διαρροές είχανε τα επιτελικά του σχέδιά του Βρυώνη, μάθανε οι κλεισμένοι -μυστήριον πως- πότε θα κάνει επίθεση, τζίφος η επίθεση. Οπότε στο τέλος ο Σουλτάνος τον μετέθεσε. Πάλι καλά. Θα μπορούσε κάλλιστα να τον πνίξει. Αλλά ποιόν να πρωτοπνίξει από τους στρατάρχες του; Τάχανε κάνει όλοι σκατά.
Κατέβηκε μετά ο Δράμαλης στην Πελοπόννησο, το 1822. Εκεί έλαμψε το άστρο του Κολοκοτρώνη, ήτανε αρχιστράτηγος, τους άφησε να μπούνε καλοκαιριάτικα στην Αργολίδα, αλλά πριν μπάζωσε τα πηγάδια, έκαψε τα σπαρτά, λυσιάξαν οι τούρκοι. Πάνε να φύγουν, τους την είχε στημένη στα Δερβενάκια, δεν έμεινε ρουθούνι. Οπότε η Επανάστασις πήγαινε καλά, μόνο που δεν είχε χρήμα. Δει δη χρημάτων, που λέει η παροιμία. Αμοληθήκανε και στας Ευρώπας να βρούνε φράγκα, τίποτα, κόκκαλα. Φτιάξαν και κυβέρνηση.
Μπαίνει μετά το 1823. Συνασπιστήκανε οι κυβερνητικοί, πρόεδρος Εκτελεστικού ο Πετρόμπεης, γραμματέας ο Μαυροκορδάτος, κοτζαμπάσηδες, εφοπλισταί, υδραίοι, σπετσιώτες, οι προνομιούχοι να πούμε. Εναντίον των αντικυβερνητικών, αυτοί ήταν οι κολοκοτρωναίοι, μαζί κι' οι περισσότεροι οπλαρχηγοί, αυτοί είχαν και το λαϊκό έρεισμα το λεγόμενο. Κι' από τους νησιώτες μόνο η Μπουμπουλίνα πήγε μαζί τους. Κι΄άρχισαν αυτοί να τρώγονται. Βγάλανε οι κυβερνητικοί από την αρχιστρατηγία τον Κολοκοτρώνη, να τον βάλουν στην άκρη. Ξεσηκώνονται οι αντικυβερνητικοί ν' αρπάξουν τα όπλα, γίναν και κάτι φασαρίες στο Ναύπλιο, σκοτώθηκαν πεντέξι. Αλλά τότε τα βρίσκει ο Κολοκοτρώνης με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, μέγα κοτζάμπαση Γορτυνίας, διότι ξέχασα να πω ότι και οι κοτζαμπάσηδες ήταν διχασμένοι, οι Δεληγιανναίοι μυρίστηκαν πως θα τους παραμερίζανε οι άλλοι κοτζαμπάσηδες, οι Λόντοι και οι Ζαΐμηδες, οι Λόντοι κυρίως, θανάσιμοι εχθροί. Και τα γύρισαν, οι Δεληγιανναίοι. Και αποφασίσανε να βάλουνε αντιπρόεδρο στην κυβέρνηση τον Θεόδωρο, κανονίστηκε μάλιστα να αρρεβωνιάσουνε και τον γιό του Θεόδωρου, δέκα χρονών ο Κόλλιας, με την κόρη του Κανέλλου Δεληγιάννη. Εξωφρενών με τον Κολοκοτρώνη, οι οπλαρχηγοί, που τους πούλησε, και πιο έξωφρενών απ' όλους ο Πλαπούτας, πού είχε πάρει την ξαδέρφη του Θοδωρή, τη Στεκούλα, αυτή είχε σκοτώσει τούρκο με τα χέρια της, πολύ τσαούσα. Αλλά έβαλε ο Μαυροκορδάτος το Βουλευτικό και ψήφισαν να φύγει ο υπουργός οικονομικών που ήταν κολοκοτρωνεϊκός, για οικονομικές ατασθαλίες τάχα μου. Του μηνάει το λοιπόν ο Γέρος του Μαυροκορδάτου θάρθω εκεί στη Τριπολιτζά να σε πιάσω με τις λεμονόκουπες, που ήρθες με τη βελάδα. Τα χρειάστηκε ο Μαυροκορδάτος, φεύγει, παίρνει μαζί και τους δικούς του, πάει στην Ύδρα.
Μπαίνει μετά και το 1824. Και βγάζουν καινούργιο Εκτελεστικό, οι κυβερνητικοί, πρόεδρος ο Κουντουριώτης, γραμματέας ο Μαυροκορδάτος. Κι' οι αντικυβερνητικοί μείναν με το παλιό Εκτελεστικό, δηλαδή μόνο με τον Πετρόμπεη. Ο οποίος είχε τον αδερφό του τον Κωνσταντή στο καινούργιο το Εκτελεστικό. Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. Αυτός ο Κωνσταντής είναι που έφαγε τον Καποδίστρια. Μετά τον κάναν κομματάκια και τον πέταξαν στη θάλασσα.
***
Τώρα, στην Ευρώπη είχανε κάνει μία συνθήκη, στη Βιέννη αυτό, το 1815, που έλεγε λεπτομερώς πως θα είναι τα κράτη στην Ευρώπη, τα σύνορα, οι ηγεμών, τα πάντα, και να μην βοηθάνε κινήματα ο ένας ηγεμών εναντίον των άλλων ηγεμών, πρωτίστως δε και εναντίον του Σουλτάνου να μην βοηθάνε κινήματα, για να διατηρηθεί το στατουσκβό, το λεγόμενο. Αλλά υπογείως, αρχίσαν τις κουτσουκέλες και τις παρασπονδίες.
Διότι η Φιλική Εταιρία που την ξεκίνησε την Επανάσταση, από που την ξεκίνησε; Από την Οδησσό, στη Ρωσία. Και ο Υψηλάντης από που μπήκε στην Τουρκία; Από τον Προύθο, στα σύνορα με τη Ρωσία. Και ποιανού στρατηγός ήταν ο Υψηλάντης; Του τσάρου. Και που του κόπηκε το χέρι; Στη Δρέσδη, πολεμούσε τον Ναπολέοντα. Και ποιόν είχε υπουργό στο εξωτερικών, ο τσάρος, αλλά όχι στα χαρτιά, επί της ουσίας μόνο; Τον Ιωάννη Καποδίστρια. Που επισήμως καταδίκαζε την Επανάσταση, και ανεπισήμως την υποστήριζε. Και σκέφτομαι εγώ τώρα και λέω, που το πάνε με τόσο φιλελληνισμό, οι ρώσοι; Κι' άμα θέλανε, δεν τους μαζεύανε όλους αυτούς τους φιλικούς που αλωνίζανε, και φτιάχνανε στρατό, να τους στείλουνε πακέτο στον Σουλτάνο; Δηλαδή όπως κάνανε οι αυστριακοί με τον Ρήγα Φεραίο. Εννοείται τους μαζεύανε. Άρα που δεν τους μαζέψανε σημαίνει πως οι ρώσοι κάνανε τα στραβά μάτια. Και για ποιόν λόγο; Διότι απώτερος σκοπός ήτο να γίνει ένα ορθόδοξο κράτος στην Μεσόγειο, ρωμέικο, μια αυτονομία, ξερωγώ, να βάλουν κι' αυτοί βάσεις για τα εμπορικά τους, τα πολεμικά τους, να κόψουνε τον δρόμο προς την Ινδία, που τον είχαν μονοπώλιο οι άγγλοι. Βέβαια, είχε και συντηρητικούς, η Ρωσία. Αυτοί δεν θέλαν την εξέγερση στην Ελλάδα, σου λέει άμα αρχίσουμε τα τέτοια, αύριο θα μου ξεσηκωθούν τίποτα πολωνοί, ξερωγώ. Αλλά οι συντηρητικοί δεν είχαν και πολλή πέραση, τελευταίως.
Τα βλέπανε αυτά όλα οι γάλλοι, δεν ήταν χαϊβάνια. Με το που έφυγε ο Νοπολέων και ξαναγύρισε ο βασιλιάς ο βουρβόνος στην εξουσία, έβαλε έναν υπουργό των εξωτερικών, τον Σατωβριάνδο, αυτός πολύ βασιλόφρων, ανακάλυψε και το φιλέτο μόσχου σατωμπριάν, ο μάγειράς του δηλαδή το ανακάλυψε. Έτσι λέγεται. Αυτός ο Σατωβριάνδος ήταν μέγας συγγραφεύς, πολύ ρωμαντικός, έγραφε, πάθος, περιπέτειες, πήγε και στην Αμερική με τους ινδιάνους, αλλά τα παραφούσκωνε, φιγουρατζήδες, τάχει ο ρωμαντισμός αυτά. Ήταν και φιλέλληνας, όλοι οι ρωμαντικοί φιλέλληνες ήτανε, αυτοί νομίζανε πως οι τωρινοί ρωμιοί ήταν σαν τους έλληνες τους αρχαίους. Περί Aρβανιτιάς περήφανης, Τζαβελαίοι, Μποτσαραίοι, Ανδρέας Μιαούλης, Κουντουριώται, Τομπάζης, Μπουμπουλίνα, πέρα βρέχει. Που κι' αυτωνών τους άρεσε ο ρωμαντισμός, βγάζαν τα καράβια τους ονόματα αρχαία, Θεμιστοκλής, Αγαμέμνων, Τερψιχόρη, Άρης, Περικλής, Αθηνά, τέτοια.    
Ήτανε τώρα κάτι ιππότες, οι ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Μάλτας που λέμε, είχανε ξεμείνει αμανάτι από τις Σταυροφορίες. Φοβεροί πολεμιστές το πάλαι ποτέ, από αριστοκρατικές οικογένειες όλοι απαρεγκλίτως. Αυτοί οι ιππότες ήταν συγχρόνως και καθολικοί καλόγεροι, κεκαρμένοι. Αλλά μετά ξεπέσανε, ούτε Μάλτα είχανε, ούτε άλλο νησί, μόνο κάτι κεφάλαια και ακίνητα στην Ευρώπη. Νέος ο Σατωβριάνδος είχε κάνει τα χαρτιά του να μπει στο Τάγμα, εγκρίθηκαν, αλλά δεν εκάρη μοναχός. Είχε κρατήσει πάντως καλές σχέσεις. Λέει λοιπόν πως θα γίνει να υποστηρίξουμε τους επαναστάτες τους έλληνες; Να τους δώσουμε δάνειο, αλλιώς θα προσδεθούν μονομερώς στο ρωσικό άρμα. Αλλά εμείς να μην φανούμε, να δείχνει πως εμείς την σεβόμαστε την συνθήκη της Βιέννης.  Άρα να κινηθώμεν ώστε να δοθεί το δάνειον μέσω των Ιπποτών της Μάλτας. Αλλά βγήκε μάπα το καρπούζι, διότι οι ιππότες ήταν σούργελα, ζητάγανε ανταλλάγματα εξωφρενικά, Ρόδο, Κάρπαθο, Αστυπάλαια, Σύρο, της Παναγιάς τα μάτια. Βάλανε και οι άγγλοι το χέρι τους, βούλιαξε το σχέδιο.
Αυτοί οι άγγλοι τάχανε καλά με τον Σουλτάνο. Διότι, σου λέει, στα χάλια που είναι οι οθωμανοί, ουδέποτε θα γίνουν επικίνδυνοι δια την στρατηγικήν μας θέσιν, τα εμπορικά μας συμφέροντα, στην Μεσόγειο. Κι' ελπίζανε πως θα την κατέπνιγαν την Επανάσταση, οι οθωμανοί, δεν θέλανε να διαταραχθεί το στατουσκβό, θέλανε ακεραιότης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, άστους εκεί να μποδάνε τους ρώσους. Είχανε και τον υπουργό τους τον εξωτερικόν, τον Καστλρη, πολύ φανατικός οπαδός της Βιέννης αυτός. Και σκύλος, πολύ σκληρός, είχε πνίξει την Ιρλανδία στο αίμα, που εξεγέρθηκαν οι καθολικοί. Κι' ο Κάστλρη ιρλανδός εντωμεταξύ. Αλλά διαμαρτυρόμενος.
Ήτανε όμως και κάτι άλλοι κύκλοι στην Αγγλία που ανησυχούσαν, βλέπανε αυτοί πως οι έλληνες νικάνε, λέγανε όπως πάει θα φτιάξουν κράτος, οι έλληνες, θέμε δεν θέμε. Πρέπει να τους πάρουμε με το μέρος μας, αλλιώς θα τους πάρουν οι ρώσοι, οι γάλλοι ξερωγώ. Άρα να προλάβουμε να κινηθούμε, κι' άσε τον Σουλτάνο να πάει να γαμηθεί, έτσι που τόκανε μπουρδέλο. Και τον Καστλρη μαζί.
Μ' αυτά και μ' εκείνα, μπήκαμε στο 1823.
Τώρα, ο προαναφερθείς ο Μαυροκορδάτος, αυτός ήταν εκ Κωνσταντινουπόλεως, φαναριώτης που λέμε. Αυτός είχε στείλει έναν δικό του, τον Λουριώτη, να ζητιανέψει από τους ισπανούς, αλλά κι' αυτοί επαναστάτες ήταν κείνο τον καιρό, μπατίρια. Εκεί λοιπόν που είχε απογοητευτεί, νάσου συναντάει έναν ονόματι Μπλάκιερ. Αυτός ήταν ιρλανδός, αλλά η σκούφια του ήταν από την Γαλλία, ουγενότος, που αυτοί ήταν διαμαρτυρόμενοι και τους κυνηγάγανε στη Γαλλία παλιά. Είχε υπηρετήσει στο αγγλικό ναυτικό, μετά στα εμπορικά, έγραφε βιβλία πολιτικού περιεχομένου, φιλέλληνας, είχε περάσει από την Ελλάδα, μετά προπαγάνδιζε τον Αγώνα μας, δεν σφάξαμε και πολλούς στην Τριπολιτσά, κι' εν πάση περιπτώσει Επανάσταση είναι, τι θέλετε. Του λέει του Λουριώτη λοιπόν ο Μπλάκιερ δεν έρχεσαι στο Λονδίνο, εκεί είναι τα λεφτά. Και τον πήρε στο Λονδίνο, και τον γνώρισε σ' έναν άλλον, τον Μπόουρινγκ, κι' αυτός φιλέλληνας, πολιτικός, διπλωμάτης, οικονομολόγος, κοσμογυρισμένος κι' αυτός. Και ριζοσπάστης, ήταν οπαδός του Μπένθαμ. Ο Μπένθαμ ήταν φιλόσοφος και νομικός, ήθελε να φτιάξει μια διεθνή νομοθεσία, το Παννόμιον την έλεγε, πολύ ελληνικούρα αυτή η λέξις. Που το Παννόμιον θα είχε μπούσουλα την ευδαιμονία των πολλών, αλλά μέχρις ενός ορίου, να μην του βγαίνει ξινή του ενός, έτσι έλεγε ο Μπένθαμ.
Οπότε όλοι αυτοί είπαν να φτιάξουν μια Φιλελληνική Επιτροπή Λονδίνου, έτσι λεγόταν, να βοηθήσουν τους έλληνες, να βρούνε και δάνειο, υποστήριξη, προπαγάνδα, τα πάντα κομπλέ. Διότι η Αγγλία είχε κεφάλαια που κάθονταν, τώρα που τέλειωσαν οι πόλεμοι ήθελε να κάνει επενδύσεις, βοηθούσε όπου είχε επαναστάσεις, έδιναν δάνεια οι τράπεζες με τη σέσουλα, Χιλή, Περού, Μεξικό, Κολομβία, όποια πέτρα και να σηκώσεις η Αγγλία αποκάτω, και έκλεινε τις συμβάσεις, μάζευε από κειπέρα τις πρώτες ύλες, είχε βιομηχανία με αρχίδια, η Αγγλία, ήθελε πρώτες ύλες, και εμπόριο, μπίζνες με φούντες.  
Έτυχε και το άλλο, το πολύ καλό. Ο σκύλος ο εξωτερικός ο  Καστλρη, που ήταν εναντίον της Ελληνικής Επαναστάσεως, χρώσταγε της Μιχαλούς. Νόμιζε πως είναι γκαίη και τον εκβιάζαν. Που γκαίη τα χρόνια εκείνα ήταν πολύ ξεφτίλα, και κακούργημα, πήγαινες μέσα. Τώρα μπορεί και να ήταν γκαίη, και να τον εκβίαζαν στ' αλήθεια. Ή να ήταν γκαίη αλλά να μην υπήρχε εκβιασμός, όμως αυτός από τον φόβο του τούστριψε. Τρέχα γύρευε. Και πήρε έναν χαρτοκόπτη από το γραφείο του, κι' έκοψε το λαρύγγι του, τα κακάρωσε. Κι έγινε εξωτερικός ο Κάννινγκ, ο οποίος μισιόντουσαν θανασίμως με τον Καστλρη, είχαν μονομαχήσει ένα φεγγάρι, με τις μπιστόλες. Ήταν στην ίδια κυβέρνηση, ο Κάννινγκ γραμματεύς στο εξωτερικών, πολύ φιλόδοξος, αδίσταχτος. Ο Κάστλρη ήταν υπουργός, είχε το υπουργείο πολέμου, και ο Κάννινγκ δολοπλοκούσε να τον ξηλώσουν. Τόμαθε ο Κάστλρη, εθίχτη η τιμή μου, σε προκαλώ σε μονομαχία. Ήταν κι' οι δύο ευτυχώς πολύ άσχετοι, και αστοχήσανε. Οπότε ξαναγεμίσανε τις μπιστόλες, και δώστου πάλι, την έφαγε ο Κάννινγκ στο μπούτι. Αλλά και του Κάστλρη, η σφαίρα του ξύρισε ένα κουμπί.
Αυτός ο Κάννινγκ ήταν επίσης φιλέλληνας, τάχε βρει και με τον Μαυροκορδάτο, να τον σπρώξουν να επικρατήσει επί των αντιπάλων του, να μπει το νέο κράτος που θάβγαινε υπό βρετανικήν επιρροήν, γιατί οι ρώσοι είναι αρκουδιαρέοι, βάρβαροι, τύραννοι φριχτοί. Και είχε πολύ στενές σχέσεις με τον Μπόουρινγκ και την Φιλελληνική Επιτροπή Λονδίνου, αλλά ανεπισήμως, να μη φαίνεται πως υπονομεύει το στατουσκβό. Είχε γίνει κι' εκείνη η σφαγή στη Χίο, το θυμήθηκε ο Κάννινγκ ένα χρόνο μετά, ως εδώ, λέει, η Αγγλία δεν δύναται να ανεχθεί την συμπεριφοράν αυτήν του Σουλτάνου σας, κι' αναγνώρισε η Αγγλία τους έλληνες επαναστάτες ως εμπόλεμος δύναμις, δηλαδή δεν είναι ρεμπέτ ασκέρι, και πως οι υδραίοι, οι σπετσώτες, κάνουνε νομίμως ναυτικό αποκλεισμό στο Αιγαίο, Ιόνιο, Κρήτη, δεν είναι δηλαδή πειρατές. Αυτό σημαίνει πως η Ελλάς είχε αναγνωριστεί ντεφάκτο. Μ' αυτά και μ' εκείνα τους προλάβανε, τους ρώσους, δεν το περιμένανε τόσο γρήγορα τις εξελίξεις. Και γενικώς ήταν πολύ ευνοϊκός δι' εμάς τους έλληνας, ο Κάννινγκ, και για δάνειο εντάξει, θα βάλω πλάτες έλεγε.
Έστειλε λοιπόν ο Μαυροκορδάτος δύο δικούς του, τον Λουριώτη κι' έναν άλλον, τον Ορλάνδο, στο Λονδίνο, να κανονίσουνε το δάνειο. Αλλά είχε προλάβει να το κανονίσει ο Μπόουρινγκ με κάτι τραπεζίτες δικούς του, και είχε πάρει και μίζα καλή, έντεκα χιλιάδας λίρας γράφανε οι εφημερίδες. Εντωμεταξύ, κι' άλλοι δίνανε δάνειο, αλλά τους παραμερίσανε, κι' ο Ρότσιλδ έδινε δάνειο με καλύτερους όρους, αλλά βγήκε ο Μπλάκιερ και λύσσιαξε, που ο Ρότσιλδ είναι εβραίος, και συνωμοτεί κατά της Ελλάδος, τέτοια, σιγά μην πατήσουνε πόδι, οι έλληνες πληρεξούσιοι.
Με το που μπήκε το 1824 πήραμε το δάνειο που διάλεξε η Φιλελληνική Επιτροπή Λονδίνου, δηλαδή το πήρε το υδραίικο Εκτελεστικόν κι' ο Μαυροκορδάτος, ονομαστικόν 800.000 λίρες, με επιτόκιο 5% και τιμή εκδόσεως 59%. Που θα πει εμείς θα παίρναμε μόνο τις 454.000 λίρες, αλλά θα πληρώναμε τόκους και για τις 800.000. Μείον οι τόκοι δύο ετών μπροστάντζα, κάτι προμήθειες, έξοδα ελληνικής αντιπροσωπείας δύο χρόνοι, γράψατε και στον λογαριασμό του Ορλάνδου 5.000 λίρες, κάτι άλλα χρωστούμενα, ξερωγώ, φτάναμε προς εκταμίευσιν μόνον τις 278.500 λίρες. Με εγγύηση την ακίνητη περιουσία του κράτους, και τις προσόδους, φόρους, μονοπώλια, τέτοια.
***
Θα μου πεις τι σχέση έχουν αυτά με τον Έντουαρντ, που έλεγε ψέματα, και μ' εμένα που αμφιταλαντευόμουνα, να πάω στη Ρουάντα, ή άστο καλύτερα. Καλά τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, έλεγα, αλλά ποίος ο σκοπός της αποστολής; Διότι θα ήμουν αφελής να πιστεύω πως δεν υπήρχε και κάποιος σκοπός. Κι' ούτε κατανοούσα γιατί ψάχνανε με το φανάρι να βρούνε κάτι άσχετους σαν κι' εμένα να τους στείλουν. Κοτζάμ Βρυξέλλες, χαθήκανε οι γάλλοι, βέλγοι, γερμανοί, άγγλοι, ολλανδοί, ξερωγώ; Και με καλά λεφτά. Που ήμουνα ρέστος. Δει δη χρημάτων.  
Δεν ήθελα να κωλώσω, προπάντων. Ήθελα να πάω να δω την Ιστορία να γίνεται. Τα υποκείμενα της Ιστορίας, οι άνθρωποι, οι σημαίνοντες ή οι ασήμαντοι, άμα τους βλέπεις άνωθεν, σαν τον Θεό, σαν επιστήμων ιστορικός να πούμε, γίνονται αντικείμενα. Τους εκτιμάς με βάση προειλημμένες θέσεις άλλων, τουτέστιν την ιδεολογία σου. Ενώ άμα ξεκινάς από εσένα τον ίδιο, ως υποκείμενο της Ιστορίας, όσο νάναι, είναι αλλιώς. Αναρωτιέσαι, τι να κάνω, τι να μην κάνω, πέφτει πολύ πρέσσο, οι αποφάσεις σου καθορίζουν την ζωή σου, κι' η ζωή σου την ιδεολογία σου. Τι είναι αυτό που με συνδέει και πως με συνδέει -εμένα ειδικά, στο εδώ και τώρα μου- με τον Μεγάλο Πίνακα του Πριν, του Τώρα και του Μετά;  Με όλους αυτούς που τραβάνε τα σπαγγάκια του Γίγνεσθαι, άλλος προς τα εδώ, άλλος προς τα κει, άλλος σα μερμύγκι, άλλος σαν ελέφας, και πως όλα αυτά δίνουν μια συνισταμένη που δεν είναι η θέληση κανενός. Διότι έτσι είχα διαβάσει σ' ένα γράμμα του Ένγκελς που εξηγάει το ιστορικόν γίγνεσθαι. Και μούχε κάνει εντύπωση αυτό, το πως γίνεται το γίγνεσθαι. Και ποιά είναι η θέση μου, η απέναντι σ' αυτό, ως κριτής, και η θέση μου η μέσα σ' αυτό, ως δράστης.
Κι' είπα ναι. Κι' έστειλα στις Βρυξέλλες τα χαρτιά μου, και την αίτηση, και το βιογραφικό, και δεν ξερωγώ τι άλλο θέλανε. 

Ο πίνακας: η καταστροφή του Δράμαλη, του Θεόδωρου Βρυζάκη.


Κεφάλαιο 3ο. Πως περάσαμε στην Ιταλία.


Της Μαίρης που ήταν ρωμαντική της άρεσε πολύ ο Έντουαρντ. Ήτανε μελαχροινό παιδί, ψηλός, ηλιοκαμμένος, είχε κι' ένα σημάδι στη μούρη, κι΄ έλεγε ιστορίες που ήταν πειρατής του Ναπολέοντα, που τον Ναπολέοντα τον είχανε ιδανικό, οι φιλελεύθεροι της Ευρώπης, όπως και τον Στάλιν οι κουμμουνιστές διανοούμενοι αργότερα. Βίπερ Νόρα, ξερωγώ. Αλλά ήταν παντρεμένη μ' έναν σπουδαίο ποιητή, τον Πέρσι, αλλά τότε δεν τον ξέρανε τι μεγάλος ποιητής ήταν. Αυτός πολύ του πνεύματος, από σώμα δεν υπάρχει. Κι' αυτή είχε καμπόσο σκέρτσο στο τσερβέλο, μετά έγραψε τον Φραγκεστάιν, να σκεφτείτε. Το βιβλίο. Ο οποίος Φραγκεστάιν τον γυρίσανε και ταινία, πολύ αργότερα αυτό, είχε πεθάνει και η Μαίρη και όλοι, τότε δεν είχαν κινηματογράφο. Εν πάση περιπτώσει, το ρίξανε στο πλατωνικό, η Μαίρη και ο Εδουάρδος. Διότι τον γνωρίσανε στην Ελβετία, που είχε πάει αυτός ολιγοήμερες διακοπές στας Ευρώπας, και τον καλέσανε στην Πίζα, που ήταν μόνιμοι κάτοικοι κι' άλλοι εγγλέζοι, πατριωτάκια, και πήε.
Στην Πίζα, ο Εδουάρδος γνώρισε και τον Νόελ, που ήταν ποιητής κι' αυτός, πολύ διάσημος όμως. Αυτός ο Νόελ κανονικά τον λέγανε Τζωρτζ, αλλά κληρονόμησε μια θεία του, πολλά λεφτά, η οποία έγραφε στη διαθήκη πως του τα αφήνει, αλλά να αλλάξει όνομα και να τον λένε Νόελ. Και είχε κληρονομήσει κι' έναν τίτλο από έναν άλλο θείο του, ήτανε λόρδος Μπάιρον. Εντωμεταξύ όλο σκάνδαλα, λέγανε ο κόσμος για κορίτσια,  λέγανε για αγόρια, λέγανε για την κόρη της αδελφής του πως ήτανε δικό του μπάσταρδο, ετεροθαλής η αδελφή. Και χρέη, ξόδευε αλόγιστα. Αλλά είχε. Και ποιήματα, πειρατές, αίματα, πάθη, ελευθερία, το είχε ξεφτιλίσει το κατεστημένο. Προκλητικός πολύ. Του Κάστλρη του εξωτερικού πούκοψε το λαρύγγι του αν θυμάστε τα προηγούμενα, τούγραψε επιτύμβιο, ξερωγώ:

Μνήμα ευγενές σαν τούτο εδώ
Γενιά του μέλλοντος, δεν θ' αντικρύσεις
Ενθάδε κείνται του Κάστλρη τα οστά
Στάσου, διαβάτη, να κατουρήσεις*

Τέτοια έγραφε. Κι' άρχισε τα ταξίδια, Πορτογαλία, Ελλάδα, προεπαναστατικώς είχε πάει στην Αλήπασα, στα Γιάννενα, τον υποδέχτηκε αυτός, κιμπαρλίκια, γούσταρε τους επώνυμους. Πήγε κι' Αθήνα. Τελικώς κατέληξε στην Ιταλία, σου λέει που να κάτσω Αγγλία, με κυνηγάνε τα σκάνδαλα, άσε καλύτερα.
Πάει επίσκεψη πρώτη φορά ο Εδουάρδος στο σπίτι του Νόελ, εμφανίζεται αυτός σκνίπα. Έπινε, δεν έτρωγε τίποτα εντωμεταξύ. Διότι είχε καβατζάρει λίγο τα τριάντα, κι' είχε κι' ένα κουσούρι στο πόδι, δεν περπάταγε καλά, έπαιρνε βάρος με το παραμικρό. Ιππασία έκανε μόνο. Και σκοποβολή, αλλά δεν είχε γερά πόδια, η σκοποβολή θέλει γερά πόδια. Και κολύμπι. Είχε διαπλεύσει τον Ελλήσποντο, έτσι έλεγε. Κι' ο Εδουάρδος έλεγε πως είχε διαπλεύσει την Παταγωνία, στα παγωμένα νερά, μπούζι. Οπότε ο Νόελ είπε στον Πέρσι και τη Μαίρη πως άμα δεν έλεγε ψέμματα κι' έπλενε και τα χέρια του, ο Εδουάρδος θα γινόταν πολύ τζέντελμαν.
Πάνε μία μέρα κρουαζιέρα, άντε να παραβγούμε στο κολύμπι, μέχρι το καράβι, ήτανε αρόδου λίγο μέσα. Κολυμπάει ο Εδουάρδος, κολυμπάει ο Νόελ, οπότε στα μισά αρχίζει να ξερνάει ο Νόελ. Πάει να τον βοηθήσει ο Εδουάρδος, όχι του λέει, ξαλάφρωσα τώρα. Τον παρατάει, φτάνει πρώτος στο καράβι. Ανεβαίνει, παραγγέλνει ποτό, ανάβει κι' ένα πούρο, κι' έκανε χάζι τον άλλον να σκυλοπνίγεται. Έφτασε κι' ο Νόελ, με τα πολλά. Συνέχεια μέσα σε μια κόντρα.
Αλλά κατά βάθος ο Εδουάρδος ζήλευε. Διότι ο Νόελ έγραφε ωραία, ήταν διάσημος, είχε γράψει ένα ποίημα καταπληκτικό, πολύ μακροσκελές, έλεγε για έναν νεαρό, να πούμε, μόρφωση, ευφυΐα, γοητεία, αλλά συγχρόνως και ψηλομύτης, και ερωτιάρης, και κυνικός, και καταθλιπτικός, και περιπετειώδης, και με τα ταξίδια, και γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή, εγώ ακαταμάχητος, εσείς κουράδες. Φυσικά ο νεαρός αυτός ο θρασύτατος ήταν ο Νόελ αυτοπροσώπως. Ή ήθελε να είναι. Διότι τον νεαρό τον θρασύτατο που ήθελε να είναι είχε έρθει να του τον αρπάξει ο Εδουάρδος. Και ναι μεν ο Εδουάρδος είχε πιο πολλά προσόντα στο περιπετειώδης, αθληταράς, γκόμενος και τα τοιαύτα, αλλά στο μόρφωση και παιδεία, εκεί έμπαζε σοβαρά.  Εν πάση περιπτώσει, και οι δύο πάλευαν για το ίδιο πρότυπο.
Ο καημένος ο Πέρσι, τι να πει! Αυτός δεν ήξερε ούτε κολύμπι. Ήτανε σ' ένα ποτάμι, του έδειχνε ο Εδουάρδος πως κολυμπάνε στην Ινδονησία. Λέει αυτός του Εδουάρδου, δεν ξέρω κολύμπι. Α, δεν είναι τίποτα, του λέει ο Εδουάρδος ο ξερόλας, μπαίνεις μέσα κι' επιπλέεις. Μπαίνει ο Πέρσι στο νερό, πάει στον πάτο σα βαρίδι. Τον ξεκολλάει από τον βούρκο ο Εδουάρδος, τον έσωσε. Συνέρχεται ο Πέρσι, αρχίζει την φιλοσοφία, στον βυθό βρίσκεται η αλήθεια, κι' αν μ' άφηνες θα την είχα βρει, κι' εσύ θα έβρισκες το κέλυφός μου, και το πνεύμα μου θα είχε αποχωριστεί, και θα είχα απαλλαγεί από το σώμα μου, τέτοια. Μια άλλη φορά τον είχε χάσει στο δάσος η Μαίρη, και πήγε να τον βρει ο Εδουάρδος, και ήταν σ' ένα βάλτο και διάβαζε το νερό. Κι' είχε και τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου. Μπουκιά στο στόμα του δεν έβαζε, πιοτό τίποτα. Λάβδανο έπαιρνε μόνο, εθισμένος. Για να βρει την απόλυτη αλήθεια. Τέλος πάντων. Τους έλληνες, όμως, τους αγάπαγε. Ή αυτό που φανταζόταν για έλληνες, ξερωγώ.Είχε γράψει και ποιήματα φιλελληνικά.
Είχε απορία, ο Εδουάρδος. Αυτός προσπαθούσε να γεμίσει τη ζωή του, έρωτες, πάθη, κατορθώματα, επαναστάσεις, αίματα, τσαμπουκάδες, νταραβέρια, τα πάντα. Κι' ο άλλος, ο Πέρσι, ήθελε να την αδειάσει. Να βρει στο κενό της υπάρξεως το απόλυτο ιδεώδες, να πούμε. Αλλά δεν ήταν και τελείως σίγουρος πως ήθελε να την αδειάσει, είχε αμφιβολίες. Λέει μια μέρα του Εδουάρδου, θέλω ν' αγοράσω ένα σκάφος, να με βοηθήσεις γιατί είμαι άσχετος. Εσύ, σκάφος; Ναι, λέει, θέλω να γίνω σαν κι' εσένα. Γιατί τους είχε παραμυθιάσει, ο Εδουάρδος, πως κυβέρναγε πλοία, τότε που ήταν κουρσάρος, τρίχες. Δόκιμος ήταν, ημιμαθής. Τα μαθαίνει τα νέα ο Νόελ, θέλω κι' εγώ σκάφος, μην χάσει. Πιο μεγάλο από του Πέρσι.
Τέλος πάντων, παίρνει τον Πέρσι ο Εδουάρδος να πάνε στο Λιβόρνο να βρούνε κανά πλοίο. Σουλατσάρανε στο λιμάνι, ήταν δεμένα διάφορα, ναπολιτάνικα, γενοβέζικα, σιτσιλιάνικα, ένα ρώσικο, ένα δανέζικο, νάσου κι' ένα ρωμαίικο. Απάνω στο κατάστρωμα, το χάος. Ήταν το πλήρωμα, τρώγανε, πίνανε, παίζανε χαρτιά, βρίζανε, όλοι ήταν συγγενείς του καπετάνιου, συνέταιροι, έτσι ήταν τα ελληνικά πλοία τότε. Οπότε του λέει ο Εδουάρδος του Πέρσι να τον πειράξει, αυτή είναι η ενσάρκωση της ιδέας σου περί ελληνισμού; Όχι λέει ο Πέρσι, αυτή είναι η ενσάρκωση της ιδέας μου για την κόλαση. Αλλά δεν φύγανε, διότι ο καπετάνιος τους είδε που μπανίζανε και τους κάλεσε στην καμπίνα του. Μπαίνουνε, τι να δούνε, τον Αη Νικόλα. Σταυροκοπιέται ο καπετάνιος, προσκυνάει την εικόνα, παραγγέλνει να φκιάσουν καφέ και τσιμπούκια. Πιάνουν ύστερα συζήτηση για την Επανάσταση. Πολύ κακό πράμα η Επανάσταση, λέει ο καπετάνιος, μας κάνει χαλάστρα στο εμπόριο. Οπότε λέει ο Πέρσι πάμε να φύγουμε, εδώ δεν υπάρχει ούτε σταγόνα αίμα ελληνικό. Αυτοί είναι ανίκανοι να κρατήσουν άσβεστη την αρχαία φλόγα, οι ψυχές τους αναλώθηκαν στις δεισιδαιμονίες και το εμπόριο.
Κατεβήκανε στην προβλήτα. Αλλά δεν ήξερε, ο Πέρσι, γι' αυτό μίλαγε. Διότι η Πέρσι είχε μία θολούρα περί πνευματικής ομορφιάς χωρίς τον θεό, ήτο άθεος. Αλλά η ελληνική ψυχή δεν μπορούσε να διανοηθεί το πνεύμα χωρίς το  σώμα, την αγιοσύνη να πούμε, χωρίς το κόνισμα. Η οποία αγιοσύνη δίδει τα κουράγια απάνω στο μπουρίνι, κι' άμα σε κυνηγάνε οι τούρκοι στο πέλαγο. Κι' αν ο άλλος ο μπούφος ο Εδουάρδος ήξερε πιο πολλά περί ναυτοσύνης, θάριχνε τα γκαβά του όχι στο πλήρωμα που τάξινε στο κατάστρωμα, αλλά ψηλά στα άρμπουρα. Τα οποία ήταν πιο ψηλά από των άλλων εθνικοτήτων. Για να σηκώνουνε μεγαλύτερα πανιά, ήγουν να δίνουν περισσότερη ταχύτητα. Όπερ σημαίνει τα μεγάλα πανιά πλήρωμα εμπειρότατο και πολύ ζόρικο περί της μανούβρας, και καπετάνιο με αρχίδια πιο βαριά από το έρμα του. Διότι τον εγγλέζικο μπλόκο αυτά τα ρωμαίικα μπάρκα με τα ψηλά κατάρτια τον σπάγανε, και φέρνανε τα στάρια της Ρωσίας στη Μασσαλία, στην Τουλόν, ξερωγώ, και δεν ψόφησε η Γαλλική Επανάσταση, κι' ο Ναπολέοντας, κι' η Γαλλία σύμπασα. Και γίναν και πλούσιοι, οι υδραίοι, οι σπετσώτες, οι κασιώτες, οι γαλαξειδιώτες. Διότι με ένα μπάρκο κάναν απόσβεση το καράβι επί δέκα! Αντιλαβού τι εστί Επανάσταση; Αλλά τι να του πει του χαλβά του Πέρσι ο καπετάνιος; Που τώρα τους κυνηγούσαν τους καρμπονάρους σαν τα κοπρόσκυλα σ' όλη την Ιταλία; Κι' είχαν αμολήσει τους σπιούνους να ρωτάνε. Λες και ήξερε σε ποιόν μιλάει και τι καπνό φουμάρει κι' αν είναι μέγας ποιητής κι' αν δεν είναι, ξερωγώ. Κουτόφραγκοι!
Βρήκανε τελικώς μία βάρκα, έναν σκυλοπνίχτη τρία μέτρα, με δυο μπούμες και φλόκο, του Πέρσι. Και του Νόελ μια σκούνα μεραγκλαντάν, την χτίζανε στη Γένοβα. Γυρνάνε στην Πίζα, αρχινάει να του εξηγεί του Νόελ για τη σκούνα, διότι ο Νόελ έβαζε μέσα στις ποιήσεις του όλο ναυτικούς όρους, κάτι θα ξέρει αυτός από καράβια, δεν μπορεί, σκέφτηκε ο Έντουαρντ. Όπου βαριόταν να τον ακούει, ο Νόελ, του λέει κανόνισε εσύ, επειδή τα γράφω δεν πα να πει πως ξέρω που είναι η πρύμνη, που είναι η πλώρη, ιδέαν δεν έχω, αλλά καλύτερα, διότι γράφω χωρίς προκαταλήψεις. Την αγόρασε τελικώς, τη σκούνα, ο  Νόελ, και την έβγαλε Μπολιβάρ, προς τιμήν του μεγάλου Λιμπερταδόρ.
Ήρθε κι' η βάρκα του Πέρσι, πιάσαν ένα σπιτάκι στην αμμουδιά, καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα  από την Πίζα, στη Σπέτζια. Και πέρναγε όλη τη μέρα στη βάρκα, ο Πέρσι, μαζί με τον Προμηθέα του Αισχύλου. Ήταν κι' ο Εδουάρδος, κι' ένας άλλος εγγλέζος στην παρέα, ένας Γουίλιαμς, είχε έρθει στην Πίζα με την γυναίκα του, πρώην του Ναυτικού κι' αυτός, παρίστανε τον καπετάνιο. Όρτσα, φώναζε του Πέρσι, από την άλλη το τιμόνι ο Πέρσι, αλλάζει τον αέρα η βάρκα, σβουρνάει η ράντα ξυστά πάνω από το κεφάλι του, του παίρνει το καπέλλο, πάει το καπέλλο του Πέρσι στη θάλασσα παρ' ολίγο με το κεφάλι μέσα, ορμάει ο Γουίλιαμς, του παίρνει το τιμόνι, φωνάζει του Εδουάρδου να πάει στα πανιά, του λέει αυτός εγώ εδώ είμαι επιβάτης, κι' άμα δεν πετάξεις τον Αισχύλο στη θάλασσα χαΐρι μ' αυτόν δεν κάνεις, κι' εσύ να βγάλεις τις μπότες του ιππικού τις γελοίες που φοράς, ο Γουίλιαμς δηλαδή να τις βγάλει τις μπότες, αλλά αυτός μάλλον δεν είχε άλλο ζευγάρι παπούτσια, ήταν ταπί. Και αν φύσαγε παραπάνω θα βγαίναμε κολυμπώντας, ξανάπε ο Εδουάρδος. Που συνέχεια έκανε τον πονηρό, κι' εντωμεταξύ μπορεί να ήταν και πιο άσχετος από τον Γουίλιαμς. Εγώ θα πήγαινα στον πάτο, λέει και ο καψερός ο Πέρσι, μ΄ένα παράπονο. Έτσι ωραία περνάγανε.
Παραδόθηκε η σκούνα ο Μπολιβάρ, ο Νόελ μάλιστα είχε προσλάβει και καπετάνιο από την Γένοβα. Αλλά τον είχε αραγμένο στο Λιβόρνο, δεν έμπαινε μέσα. Τι, να του παριστάνει ο Εδουάρδος τον θαλασσόλυκο κι' αυτός νάναι μούτσος πλοιοκτήτης; Καθόταν στ' αυγά του, λοιπόν, στη στεριά, στην Πίζα. Ούτε στη Σπέτζια δεν πάταγε.
Ήταν Ιούλιος του 1822, λίγο πριν την νίλα του Δράμαλη. Είχανε πάει στο Λιβόρνο να ζητήσει ο Πέρσι μπροστάντζα του τραπεζίτη του, τα οικονομικά του σε δεινή κατάσταση, η Μαίρη ξόδευε τα μαλλιοκέφαλα της, είχανε και τον Γουίλιαμς, μπατιράκι αυτός, τον ταΐζανε. Τα τακτοποίησε, όλα καλά με τον τραπεζίτη ο Πέρσι, άντε να γυρίσουνε στη Σπέτζια. Τους λένε στο λιμάνι ο καιρός θα χαλάσει, να μη φύγετε. Καθήσαν να κοιτάνε τις βάρκες, ψαρεύανε αυτοί στ' ανοιχτά. Ο καιρός δεν χάλαγε, εντωμεταξύ. Λέει ο Γουίλιαμς άντε να σαλπάρουμε, μαλακίες λένε οι ιταλοί, δεν χαλάει, θα πάμε κόστα-κόστα, κι' άμα χαλάσει βγαίνουμε όξω. Ο Πέρσι λέει εντάξει, τι να πει, άσχετος ήταν. Όμως του Έντουαρντ δεν του καλάρεσε, σου λέει πιο μάγκας αυτός από μένα και ξέρει; Και να φανεί πως κόλωσα; Αλλά φοβόταν να φύγει με τον σκυλοπνίχτη. Οπότε στρίβει δια του αρραβώνος, λέει καλά, τραβάτε εσείς, και θάρθω αποπίσω με τον Μπολιβάρ, μη συμβεί τίποτα. Κι' έφυγε να ειδοποιήσει τον Δεύτερό του, έτσι τον έλεγε τον καπετάνιο της σκούνας, η ψωνάρα. Ο γενοβέζος κοίταγε μια τον ορίζοντα, μια τις βάρκες που γύριζαν στο λιμάνι. Λένε δυο κουβέντες με τον Εδουάρδο, ξαναφεύγει αυτός, πάει στη βάρκα, κάτι χαρτιά του πλοίου δεν είναι έτοιμα, λέει, δεν μπορούμε να φύγουμε, καλύτερα να μην φύγετε ούτε εσείς μόνοι σας, ασυνόδευτοι. Αλλά τώρα αυτό δεν του καλάρεσε του Γουίλιαμς, θα μου κάνει υποδείξεις αυτός, δηλαδή πιο μάγκας; Οπότε λέει όχι, εμείς θα φύγουμε, συμφωνεί κι' ο Πέρσι, άνευ λόγου, αφελής, βαριόταν και στο Λιβόρνο, κι' αυτοί να τσακώνονται για ανοησίες, ξερωγώ.
Φύγανε δύο το μεσημέρι. Στις έξι, ο ουρανός μολύβι, και βροχή, κάτι στάλες σα καρύδια. Και μετά πιάνει ένα μπουρίνι, φίδια έβγαλε η πουτάνα. Επί είκοσι λεπτά. Μετά, κάλμα, μωβ, γαλάζια, πορτοκαλιά στον ορίζοντα, ένα δειλινό ονειρεμένο, και το πανί της βάρκας πουθενά.
Έμεινε μια μέρα ο Εδουάρδος στο Λιβόρνο, και περίμενε. Τίποτα. Την μεθεπομένη καβαλάει ένα άλογο, πάει στην Πίζα, τα λέει τα καθέκαστα του Νόελ. Μιλιά αυτός, αλλά έτρεμε το χείλι του. Ξαναγυρνάει στο Λιβόρνο, λέει του γενοβέζου να πιάσει με τον Μπολιβάρ την ακτή προς τη Σπέτζια, και θα ανεβαίνει κι' αυτός από την παραλία με το άλογο.
Κοντά στο Βιαρέτζιο του δείξανε κάτι μπουκάλια κι' ένα βαρελάκι, τα γνώρισε, ήταν της βάρκας. Ρώτησε και κάτι ακτοφύλακες που μάζευαν διάφορα συντρίμμια που ξέβρασε η θάλασσα, δεν ξέρανε κάτι παραπάνω.
Πέρασε τη νύχτα στο Βιαρέτζιο. Την άλλη μέρα τον φώναξαν να δει δύο πτώματα, δεν τους ξέρανε οι ντόπιοι, ήταν ξένοι. Μισοφαγωμένα, τα πτώματα. Γνώρισε το μαντήλι του Γουίλιαμς, και τη μία μπότα. Το άλλο πόδι τόχαν φάει τα σκυλόψαρα, εξείχε το κόκκαλο. Μέσα στην τσέπη του Πέρσι βρήκε τον Αισχύλο. Οι Αρχές να μην δίνουν τα πτώματα, εντωμεταξύ. Τα παραχώσανε πρόχειρα στην παραλία. Αν τα ξεθάψετε, να τα κάψετε επιτόπου, έτσι λέει ο νόμος. Φοβόνταν την χολέρα, τα χρόνια εκείνα.
Γυρνάει στην Σπέτζια, ο Εδουάρδος, με το που τον βλέπει η υπηρέτρια μπήγει μια στριγγλιά. Μπαίνει στης Μαίρης, ούτε χτύπησε, ούτε είπε τίποτα. Ψύχραιμη αυτή, αξιοπρεπής, κατάλαβε. Γυρίσανε στην Πίζα, έγραψε του προξένου του εγγλέζου στην Φλωρεντία, έδωσε αυτός άδεια να καούν οι νεκροί. Παράγγειλε ο Εδουάρδος έναν κλίβανο από λαμαρίνα.
Πάνε μετά από λίγο καιρό για την εκταφή, βλέπει το πτώμα του Γουίλιαμς ο Νόελ, λέει ανθρώπινο λείψανο είναι αυτό; Με πρόβατο μοιάζει. Κι' έβγαλε ένα λογύδριο για την αλαζονεία μας και την τρέλα μας. Αμπελοφιλοσοφίες και διανοουμενιές. Ήθελε να αναγνωρίσει το πτώμα από το σαγόνι, ήξερε να ξεχωρίζει τους ανθρώπους που μίλαγε μαζί τους από το στόμα. Μπούρδες. Τον τοποθέτησαν τον Γουίλιαμς στον κλίβανο, αποκάτω βάλαν κάτι κούτσουρα από πεύκα, βάζει φωτιά ο Εδουάρδος. Η ζέστη αφόρητη, πήγανε πάρα πέρα όλοι, κι οι φαντάροι που φυλάγανε να καούν τα πτώματα, κι' οι εργάτες. Έβαλε μετά τις στάχτες σ' ένα κουτί, τις παρέδωσε στην γυναίκα του.
Ύστερα ο Νόελ ήθελε να δοκιμάσει την δύναμη της θάλασσας που έπνιξε τους φίλους του. Υστερικά πράματα δηλαδή. Κολύμπησε είκοσι εικοσπέντε μέτρα, έσκασε. Ήταν σε χάλια κατάσταση, φυσική κατάσταση μηδέν, δεν άντεχε, βγήκε έξω ασθμαίνων και εξουθενωμένος.
Αργήσανε λίγο να βρουν που ήταν χωμένος ο Πέρσι. Τον βάλανε κι' αυτόν στον κλίβανο, ευτυχώς αυτή τη φορά ο Νόελ το βούλωσε. Αλλά έσκασε ο κλίβανος από τη θερμοκρασία, βγαίνει ο Πέρσι έξω, διαλάει και το κρανίο του, χύνονται τα μυαλά και τσιτσιρίζανε στη λαμαρίνα. Κι' απαλλάχτηκε το πνεύμα του Πέρσι από το κέλυφος. Έσβησε με τα πολλά η φωτιά, πλησιάζει ο  Εδουάρδος, τι να δει; Η καρδιά του ποιητού δεν είχε καεί. Την πιάνει, τσουρουφλίστηκε. Είχε γίνει ψητή στο φούρνο. Την έβαλε σε μια θήκη, την έδωσε της Μαίρης.
Η οποία, όταν γύρισε στην Αγγλία και έγραφε -χρόνια μετά- τον Φραγκεστάιν, την είχε την ψητή καρδιά πάνω στο γραφείο της και την έβλεπε.
Εντωμεταξύ εγώ να περιμένω απάντηση από τις Βρυξέλλες. Με αδημονία και άγχος, και να θέλω και να μη θέλω, όλα ανακατεμένα. Μπας και είμαι κι' εγώ ένας ρωμαντικός, σαν τον Νόελ; ένας άβουλος γραφιάς, σαν τον Πέρσι; Που πήγαινα να μπλέξω, γυμνός στ' αγγούρια; Που πήγαινα τα πρωινά στην Γεννάδιο. Που είχανε ένα αντίγραφο από τις Αναμνήσεις των τελευταίων ημερών του Σέλλευ και του Μπάιρον. Του Έντουαρντ Τζων Τρελώνη. Δηλαδή του Εδουάρδου. Και κράταγα σημειώσεις, έβγαζα φωτοτυπίες, δεν το δανείζανε.


* Το πρωτότυπο:
Posterity will ne'er survey
a noble grave than this
Here lie the bones of Castlreigh.
Stop, traveller, and piss.


Ο πίνακας: Πέρσι Μπυςς Σέλλευ, από τον Άλφρεντ Κλιντ.




Κεφάλαιο 4ο. Genova per noi

Macaia, scimmia di luce e di follia,
foschia, pesci, Africa, sonno, nausea, fantasia ...

                                                  Paolo Conte*


Αποφασίσανε να μετακομίσουν στη Γένοβα. Δεν αντέχανε άλλο στην Πίζα, μετά που όσα γίνανε. Ο Νόελ, η Μαίρη κι' ο Εδουάρδος. Η γυναίκα του Γουίλιαμς γύρισε στην Αγγλία.
Ο Νόελ είχε πολλά συμπράκαλα, σαβούρα, τα μάζευε στα ταξίδια του. Κι' άλογα, και υπηρέτες, ζόρια η μετακόμιση.
Με τον θάνατο του Πέρσι, η Μαίρη είχε οικονομικό πρόβλημα. Ο Εδουάρδος την φρόντιζε με τα λίγα που είχε, ιπποτικός. Αλλά σεβότανε, δεν έκανε προτάσεις. Είχε κι' αλλού το μυαλό του, ήθελε να έχει από κοντά τον Νόελ. Διότι ο Νόελ έκανε συνέχεια σχέδια, με τη φαντασία του. Πότε ήθελε να αγοράσει ορυχεία στο Περού, πότε πριγκιπάτο με κοιτάσματα χαλκού στη Χιλή, πότε να πάει στο Μεξικό, στη Βενεζουέλα, άλλαζε συνέχεια. Κι' ο Εδουάρδος ήθελε να του γίνει κολαούζος, να επωφεληθεί, να γίνει αποκοντά του πλούσιος και διάσημος. Βέβαια, ο Νόελ δεν τάλεγε εντελώς σοβαρά, όλα αυτά τα σχέδια. Παραμυθιαζόταν μόνος του, κι' επειδή ήθελε κι' αυτός να κρατάει τον Εδουάρδο κοντά του, τον παραμύθιαζε κι' αυτόν. Διότι ο Νόελ ήθελε να έχει αυλή, ακροατήριο. Έτσι είναι μερικοί, θέλουν δια της παπαρολογίας να τους τριγυρνάνε διάφοροι, να παίρνουν αξία που έχουν περιβάλλον.
Ήρθε κι' άραξε στην Γένοβα μια αμερικάνικη φρεγάτα. Βρίσκει τον καπετάνιο ο Εδουάρδος,  του λέει που ο Νόελ σκεφτόταν να πάει κάπου στην Αμερική. Ευχαρίστως, λέει ο καπετάνιος, σε λίγο σαλπάρω, να σας πάρω μαζί. Αλλά ο Νόελ δεν μπορούσε να είναι τόσο μακριά από την Αγγλία, πως θα τους τσίγκλαγε από κεί, στην Aμερική, έτσι είπε. Κι' έφυγε η φρεγάτα, πάει.
Διότι ο Νόελ δεν γούσταρε στ' αλήθεια περιπέτεια. Αμόλαγε λόγια του αέρα, για να είναι στο προσκήνιο, φοβόταν μην τον ξεχάσουν. Είχε κι' επαφές με μια εφημερίδα στο Λονδίνο, να υπάρχει τ' όνομά του, να διαβάζεται. Ο Εδουάρδος τσαντιζότανε μ' αυτή τη ματαιοδοξία του, του Νόελ.
Για την Ελληνική Επανάσταση, ο Νόελ ενδιαφερόταν αρκετά. Επειδή ήταν της μόδας, δηλαδή. Έτσι μούσαι, είπε ο Εδουάρδος, θα σε φτιάσω εγώ. Και κάθεται και γράφει στην Φιλλελληνική Επιτροπή Λονδίνου, το και το, που ο διάσημος ποιητής φλέγεται διακαώς δια την Ελλάδα, και τα λοιπά. Άναβε φυτίλια μπας και κινητοποιηθεί ο Νόελ, και φύγουμε για την Ανατολή, σου λέει.
Ύστερα, εξαφανίστηκε. Πήγε για κυνήγι, στην Τοσκάνη. Κι' άφησε του Νόελ να εννοηθεί που είχε ραντεβού με κάτι καρμπονάρους, να οργανώσουν την δράση τους, ξερωγώ. Μάλλον καυχησιολογίες, αυτά. Διότι τους είχαν τσακίσει, τους καρμπονάρους. Βαρέθηκε μετά και την Τοσκάνη, και γύρισε να πάει στη Σπέτζια, να δει το σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα, με την πίκρα και τις αναμνήσεις του. Μπορεί και να τον τρώγαν οι ενοχές, που είχε πει ψέματα, δήθεν που δεν ήταν τα χαρτιά του Μπολιβάρ έτοιμα, και τον άφησε τον Πέρσι μόνο του, να φύγει με τον ηλίθιο τον Γουίλιαμς και πνίγηκε.
Εντωμεταξύ, ο Νόελ μούχλιαζε στη Γένοβα. Έπληττε. Αλλά εκεί που κωλοβάραγε με τις φαντασιώσεις του, νάσου ένας επισκέπτης! Ποιός, αν αγαπάτε;
Ο Μπλάκιερ! Ο άνθρωπος της Φιλελληνικής Επιτροπής Λονδίνου! Να, πέρναγα από τη Γένοβα, του λέει, και είπα να σας δω. Πάω στην Ελλάδα, βρήκαμε κάτι τραπεζίτες δικούς μας να πάρουν ένα δάνειο οι έλληνες, και θέλω να κανονίσω τις λεπτομέρειες επιτόπου. Και το όνομά σας, Λόρδε μου, είναι δυνατό σαν οχυρό. Και θα θέλαμε να εκπροσωπήσετε την Φιλελληνική μας την Επιτροπή στην ξεσηκωμένη Ελλάδα. Του σκάει και το μυστικό, ο Μπλάκιερ, δια την αλλαγήν θέσεως της βρετανικής πολιτικής του Κάνινγκ, και θα τα κανονίσουμε με τας βρετανικάς τας αρχάς μας στην Επτάνησον, ίνα παρέξωσι εις την Λορδοσύνην Σας πάσαν βοήθειαν και φιλοξενίαν οπού θα πάτε εκεί, κι' άμα ξεμπερδέψω κι' εγώ με το δάνειο, θα έρτω να σας βρω, ίνα διεκπεραιωθώμεν αντάμα στην Ελλάδα.
Έφυγε μετά, ο Μπλάκιερ.
Έφαγε τη φόλα σα χάνος, ο Νόελ. Όχι πως ήταν κανένας φοβερός φιλέλληνας, τουναντίον. Από τα ταξίδια του εδωπέρα θυμόταν μόνο την βρώμα και την κουτοπονηριά τους. Οι έλληνες, έλεγε, έχουν όλα τα ελαττώματα των τούρκων, αλλά δεν είναι τόσο γενναίοι όσο οι τούρκοι. Εκφυλισμένους μας ανέβαζε, διεφθαρμένους μας κατέβαζε. Και συμφωνούσε και με τον απόστολο Παύλο, πως οι έλληνες είναι ίδιοι με τους εβραίους, διότι -εξηγούσε ο Νόελ, όχι ο απόστολος- ο χαρακτήρας και των δύο είναι το ίδιο ελεεινός. Αλλά παρ' ότι μας σιχαινόταν, ήδη φανταζόταν τον εαυτό του Λιμπερταδόρ. Μπορεί οι ελεεινοί να τον έκαναν και αρχιστράτηγο, ή βασιλιά, ή πρόεδρο, κάτι τέτοιο. Ψόφαγε για Δόξα και Φήμη, κι' έτρεμε το κοινό, αυτό το αδηφάγο τέρας, που άμα δεν του δώσεις τροφή σε κατασπαράζει μέσα στη λήθη.
Στο φινάλε, είχε και την καβάντζα του. Άμα δεν του άρεσε στην Ελλάδα, θα έφευγε.
Μετά, ξανάπεφτε στην αναποφασιστικότητα, την αδράνεια. Βόηθαγε και το κλίμα, ξερωγώ, υγρασία, νωχέλεια κι' αποχαύνωση, η Γένοβα. Αλλά τούγραφε η κουφάλα ο Μπλάκιερ από την Ελλάδα, του πιπίλαγε το μυαλό, η παρουσία σας στην Ελλάδα θα επιδράσει ως Τίμιον Ξύλον, άφησα να εννοηθεί πως πιθανόν να έλθετε, και οι έλληνες ηλεκτρίσθησαν, θα γίνετε η πρωτεύουσα δύναμις δια την παλιγγενεσίαν αυτής της χώρας, την οποίαν τόσον εξαίσια ύμνησε η ρωμαλέα σας Μούσα, ανυπομονώ να δω την Λορδοσύνην Σας στην γην τούτην των ηρώων, όλος υμέτερος, Έντουαρντ Μπλάκιερ. Τέτοια τούγραφε, τον έψηνε σιγά σιγά.
Μετά, πάλι ενδοιασμοί, και πιο μετά πάλι σχέδια να πάει στην Ελλάδα να δρέψει δάφνες. Αλλά το κακό με τον Νόελ δεν ήταν μόνο που έκανε σχέδια. Είναι που τάγραφε κιόλας, στον Μπλάκιερ και τους άλλους της Επιτροπής. Οπότε αυτοί τα δημοσίευσαν στις εφημερίδες, τα σχέδια να πάει στην Ελλάδα, να συμμετάσχει στην Επανάσταση.
Και βούηξε η Ευρώπη που θα πήγαινε ο Λόρδος να πολεμήσει με τους έλληνες. Και δώστου τον πνίξανε με συγχαρητήριες επιστολές, οι ανιδεοτελώς και οι λιγότερο ανιδεοτελώς συμπαθούντες την ελληνικήν υπόθεσιν.
Τώρα, όπως ήρθανε τα πράματα, άμα δεν πήγαινε θα γινόταν ρεντίκολο, ρεζίλι των σκυλιών. Κι' εκεί κατάλαβε που τον είχαν παγιδεύσει. Έγινε τούρκος, προς στιγμήν.
Όμως τα συγχαρητήρια έρχονταν καταιγιστικώς, κι' αυτός τα διάβαζε ξανά και ξανά, τα καταχωρούσε, τα αρχειοθετούσε επιμελώς. Και τον ξανάπιασε ο ενθουσιασμός του και ο ρωμαντισμός του ο ακατάσχετος.
Ο Εδουάρδος είχε πάει στη Ρώμη, εκεί είχαν θάψει τις στάχτες του Πέρσι, ήθελε να φροντίσει τον τάφο. Λαμβάνει λοιπόν ένα γράμμα:
Αγαπητέ Εδουάρδε, αποφάσισα επιτέλους να φύγω για την Ελλάδα. Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου; δεν μπορώ να κάνω τίποτα χωρίς εσένα. Όλοι λένε πως μπορεί να καταφέρω κάτι εκεί. Δεν ξέρω πως, ούτε αυτοί ξέρουν. Αλλά όπως και νάναι, ας πάμε. Δικός σου, Νόελ.
Τα μαζεύει ο Εδουάρδος άρον άρον, γυρνάει στη Γένοβα. Ο Νόελ είχε αρχίσει πυρετωδώς τις προετοιμασίες. Είχε αγοράσει έξι στρατιωτικά χιτώνια κόκκινα, έξι πλήρεις στολές στρατάρχου, διάφορα χρώματα, τέσσερα δίκωχα με πτερά, δύο με χρυσές και δύο με ασημένιες διακοσμήσεις, οκτώ ζεύγη επωμίδες ασορτί, τέσσερα ζεύγη χρυσά, τέσσερα ασημένια, και δύο περικεφαλαίες με τον θυρεό της οικογενείας του απάνω. Η μία ήταν για τον Εδουάρδο, αλλά αυτός του λέει δεν είμαι καρνάβαλος εγώ, δεν την φόραγε. Είχε πάρει και φαρμακευτικό υλικό για χίλιους άντρες, υπολόγιζε πως θα έφτανε για δύο χρόνια επιχειρήσεων. Σκόπευε να κάνει δικό του στρατό.
Μαζί του θα ερχόταν ο μπάτλερ του, ο Φλέτσερ, κι' άλλοι δώδεκα υπηρέτες. Ο Εδουάρδος είχε φέρει κι' έναν μαύρο, τρέχα γύρευε που τον βρήκε. Ο Νόελ ζήτησε να του τον δώσει, διότι στην Ανατολή πηγαίνανε, να μην έχει έναν μαύρο υπηρέτη; Γιατί όχι, είπε ο Εδουάρδος, θα γλύτωνε και τα έξοδα, του τον έδωσε.
Στην παρέα προστέθηκε και ο κόμης Γκάμπα. Αυτός ήταν ένα χλωμό παιδί, αδερφός της ερωμένης του Νόελ, της Τερέζας. Η οποία ήθελε να έρθει κι' αυτή. Αλλά της είπε ο Νόελ άσε καλύτερα, να δούμε πως είναι η κατάσταση πρώτα, και έρχεσαι. Προς μεγάλην ανακούφισιν του πατέρα Γκάμπα, που δεν γούσταρε καθόλου τα παρεδώσε της κόρης του με τον αιρετικό. Επίσης είχε και δύο μολοσσούς, δύο κτήνη πελώρια και μοβόρα, τον Λέοντα και τον Μορέττο. Κι' έναν γιατρό, τον Μπρούνο. Αυτός μόλις είχε τελειώσει το Πανεπιστήμιο, και φοβόταν τα κοπρόσκυλα, διότι ο Νόελ του είχε πει πως άμα τα σκατώσει, θα τα βάλει να τον φάνε. Αλλά μάλλον για πλάκα του το είπε. Α, είχε και ρευστό μπόλικο μαζί, δικό του, όχι της Επιτροπής.
Βρήκε κι' ένα πλοίο κατάλληλο, ένα μπρίκι ονόματι Ηρακλής. Πούλησε λοιπόν τον Μπολιβάρ και αγόρασε τον Ηρακλή. Της τελευταίας στιγμής, εμφανίστηκε κι' ένας έλληνας, ο Σκυλίτζης, εκ Κωνσταντινουπόλεως. Σαλπάρανε, λοιπόν. Προορισμός το Τζάντε. Αλλά μόλις ανοιχτήκανε έπιασε φουρτούνα, και τα άλογα αφηνιάσανε, δεν ήταν συνηθισμένα στη θάλασσα, κι' άρχισαν να κλωτσιώνται. Οπότε γυρίσανε στη Γένοβα να μην σκοτωθούν μεταξύ αλόγων. Ξαναφύγανε μετά από λίγες μέρες, έφτιασε ο καιρός, πρώτο λιμάνι Λιβόρνο.
Εκεί περίμενε ένας άλλος μυστήριος, εγγλέζος κι' αυτός, καλής οικογενείας, αριστοκρατικής, Τζέιμς Χάμιλτον, συγγενής ενός λόρδου πολύ σπουδαίου. Του φορτώθηκε του Νόελ να έρτει κι' αυτός μαζί. Αυτός είχε υπηρετήσει υπάλληλος της αγγλικής διοίκησης στα Επτάνησα, και ήξερε τα κατατόπια. Και του λέει ο Χάμιλτον του Νόελ, να μην πάμε στο Τζάντε, καλύτερα στην Κεφαλλονιά, γιατί ο διοικητής είναι δικός μας, φιλέλληνας, θα μας βοηθήσει. Διότι τα Επτάνησα τότε είχαν ύπατο αρμοστή τον Μέτελα. Τον Μέτελα οι εγγλέζοι τον λένε Μαίτλαντ στη γλώσσα τους. Αλλά οι επτανήσιοι τον λένε Μέτελα, ή Μέτουλα, και τα δύο. Πως τον λένε οι άλλοι λαοί, αγνοώ. Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως αυτός ο Μέτουλας ήταν πολύ υπέρ της Βιέννης και του στατουσκβό, ανθέλληνας, και καλύτερα να τον αποφύγουνε. Και βάλανε πλώρη για Κεφαλλονιά.
Το ταξίδι, μέγκλα. Κρεμάγανε κάτι χήνες από το κατάρτι και κάνανε σκοποβολή. Αλλά ο Εδουάρδος παρατήρησε που έτρεμε το χέρι του, του Νόελ, δεν ήταν καθόλου σε φόρμα. Είχε γκριζάρει προώρως, και το δέρμα του είχε σπάσει, μόνο τριανταπέντε χρονών εντωμεταξύ. Ο Εδουάρδος τριάντα. Κι' ο μακαρίτης ο Πέρσι θα ήταν τριανταένα, αν ζούσε. Κι' ήταν Ιούλιος. Και πηγαίνανε στην Κεφαλλονιά. Ρωτήστε τους εγγλέζους τι εστί Κεφαλλονιά τον Ιούλιο, ένα όνειρο, να πάρετε μια ιδέα, που συρρέουν μιλιούνια, μπεκρουλιάζουν στον ήλιο.
Αλλά εδώ δεν πηγαίνανε διακοπές, και ήταν επόμενο που ο Νόελ ήταν νευρικός και πολύ ανήσυχος. Τι θα εύρισκαν κειπέρα στην Ελλάδα, άγνωστον, διότι αυτοί οι κερχανατζήδες οι έλληνες είχαν γίνει φατρίες και κλίκες, και τρωγόσαντε μεταξύ τους. Ευτυχώς θα ήταν κι' ο Μπλάκιερ εκεί, λογάριαζε ο Νόελ, αυτός ήξερε τι δέον γενέσθαι. Ο Εδουάρδος πάλι ήταν άλλο τεμπεραμέντο. Μπορεί να ήταν μυθομανής και φαφλατάς, αλλά τον έκοβες αμέσως, αυτός θα όρμαγε μέσα στη φωτιά με τη μία. Έλληνες βέβαια δεν είχε δει ακόμα στη ζωή του, αλλά τους περιφρόναγε, σαν κι' ο Νόελ. Και δεν πήγαινε μόνο για να τους ελευθερώσει, πήγαινε και για να τους πολεμήσει. Οι έλληνες είναι άγριοι, έλεγε, και εμείς θα πρέπει να φερθούμε αναλόγως. Θα πατήσουμε την Κόρινθο και την Αθήνα όπως το πειρατικό χωριό στη Μαδαγασκάρη, κι' άντε δώστου ξανά τις μπαρούφες περί Μαδαγασκάρης που τους σέρβιρε και στην Ιταλία.
Σπαζότανε με τις παρλαπίπες του Εδουάρδου, ο Νόελ, αλλά σκεφτόταν, άσε, κάτι θα είναι χρήσιμος, είναι πολύ δραστήριος. Διότι ο ίδιος ήταν τελείως άσχετος μ' αυτά, κι' ας ήθελε να κάνει τον στρατάρχη μασκαρά. Πιάσανε μια συζήτηση για τον Ναπολέοντα. Έπρεπε να πεθάνει στο Βατερλώ, έλεγε ο Νόελ, διότι μόνον ο ένδοξος θάνατος στην μάχη είναι η μόνη μέθοδος μονίμου συντηρήσεως της Φήμης. Δηλαδή τι ρέγγα, τι Δόξα, καπνισμένη στο μπαρούτι. Πάντως ο ίδιος δεν ήταν και πολύ διατεθειμένος να συντηρήσει την Φήμη του δια της μεθόδου του ευ θνήσκειν, προτιμούσε κάτι λιγότερο, να τον κάνουν βασιλιά, οι έλληνες, πρόεδρο, ξερωγώ. Γιατί όχι, σιγόνταρε κι' ο Χάμιλτον, αφού οι έλληνες τσακώνονται συνέχεια, ένας ξένος βασιλιάς είναι ότι πρέπει, και οι έλληνες τον θέλανε τον βασιλιά, ήξερε αυτός, είχε άκρες στους έλληνες του Λιβόρνο, τους εμπόρους, τους ναυτικούς, μίλαγε με όλους.
Με τα πολλά, αράξανε στο Αργοστόλι. Στο Ληξούρι δεν πήγανε, διότι την διοίκηση την είχανε στο Αργοστόλι, οι άγγλοι, έμπα διάλε μέσα τους. Έρχεται να τους καλωσορίσει ο γραμματέας του Νάπιερ, ένας Κέννεντι. Ρωτάει ο Νόελ πότε θάρθει ο Μπλάκιερ, τον έτρωγε το θέμα. Α, λέει ο Κέννεντι, ήταν εδώ πριν λίγες μέρες, αλλά έφυγε, πήγε στην Κέρκυρα, κι' από κει θα γυρίσει  Αγγλία.
Αίφνης ο Νόελ έχασε τον κόσμο από μπροστά από τα μάτια του! Τον είχανε ξεσηκώσει και τώρα τον παρατάγανε. Και δεν ήξερε τι να κάνει, τελείως άθυρμα των καταστάσεων. Σκέφτηκε προς στιγμήν να γυρίσει στην Ιταλία. Αλλά άκουγε κιόλας τα χάχανα και τη χλεύη του κόσμου, οπότε είπε να περιμένει, κει πέρα στο Αργοστόλι.
Εντωμεταξύ, ήρτε ειδοποίηση από τις Βρυξέλλες, να πάω για συνέντευξη, ιατρικές εξετάσεις, και κάτι άλλα που δεν θυμάμαι. Κι' εγώ δεν μπορούσα πια να κάνω πίσω, και της δικής μου ζωής τα ζάρια χοροπηδάγανε στην κουρελού, ο κύβος ερρίφθη, που λέει η παροιμία.
Φαντάσου τώρα τον Μπλάκιερ. Είναι στη γέφυρα του πλοίου που σαλπάρει από την Κέρκυρα. Ρεμβάζει τη θάλασσα. Κοιτάει πέρα τα ψηλά βουνά της Αλβανίας. Και σκέβεται. Δεν ξέρουμε τι. Αλλά άμα εγώ ήμουνα Μπλάκιερ, θα σκεβόμουν τα εξής. Πρώτον, έκλεισα το δάνειο με τους τραπεζίτες του Λονδίνου. Δεύτερον, έπεισα την κυβέρνηση των υδραίων να στείλει αντιπροσώπους κειπέρα, να υπογράψουν το δάνειο. Τρίτον, με το δάνειο στο χέρι, η κυβέρνηση των υδραίων θα ξεκωλιάσει ανέτως την άλλη κυβέρνηση, του Κολοκοτρώνη και των οπλαρχηγών. Τέταρτον, θα κάνουμε το δάνειο ομόλογα, θα τα βάλουμε στο χρηματιστήριο, θα τα παίξουμε να κονομήσουμε. Πέμπτον, βασικό επίσης, διαφήμισα τον Λόρδο Μπάιρον στην Ελλάδα, τώρα όλοι τον περιμένουν πως και τι να τους σώσει. Τον φέραμε και στην Κεφαλονιά, του ρίξαμε από δίπλα τον Νάπιερ, και παρακάμψαμε τον σερ Τόμας (εννοεί τον Μέτουλα.) Καλά, ο γεροξεκούτης είναι και άρρωστος, δεν ασχολείται και πολύ. Τι μέλλει ακόμα να γίνει; Η εκταμίευσις του δανείου. Αλλά αυτή δεν είναι επιθυμητή όσο οι οπλαρχηγοί ασκούν ουσιώδη επιρροή επί των πραγμάτων. Και προς το παρόν ο Κολοκοτρώνης παραμένει ισχυρότατος στην Πελοπόννησο, ο Καραϊσκάκης κερδίζει μάχες με τους τούρκους, και ο Ανδρούτσος κατέχει την Αθήνα. Αν τα λεφτά εκταμιευθούν τώρα, θα καταλήξουν στα χέρια αυτονών των αχρείων, και ζήτω που καήκαμε. Ούτε των υδραίων μπορούμε να τα δώσουμε, θα τα φάνε μεταξύ τους, δεν θα μας κάνουν τη δουλειά. Ο μόνος εχέγγυος να διαχειριστεί το δάνειο για λογαριασμό της υδραίικης κυβέρνησης, είναι ο Μαυροκορδάτος. Όμως αυτός πήγε να κάνει τον στρατηγό στο Πέτα και τα σκάτωσε, τους σφάξαν οι τούρκοι, είναι και απόλεμος και μπουχέσας, την ώρα της μάχης καθόταν έξι ώρες μακριά και περίμενε. Πρέπει να ισχυροποιήσει την θέση του πολιτικώς, αφού στρατιωτικώς είναι ανίκανος. Και άμα την ισχυροποιήσει, άμα αποκτήσει κάποια εξουσία, αν πάει Διοικητής στο Μεσολόγγι φερ' ειπείν, τότε του στέλνουμε τα λεφτά. Μαζί, του στέλνουμε και τον Μπάιρον, μέγα πολιτικόν κεφάλαιον, αυτός. Διότι ο Μπάιρον είναι ο άσσος στο μανίκι, και το δάνειο το φλος. Ουαί και αλλοίμονο αν πάει στην Ελλάδα τώρα και πέσει στην αγκαλιά του Κολοκοτρώνη, μετά θα διαφημίζει τους κατσαπλιάδες στας Ευρώπας και στα πέρατα της Οικουμένης. Οπότε δέον ο Νάπιερ να καθυστερήσει την Λορδοσύνη του με κάθε πρόσχημα στην Κεφαλλονιά, μην πάει τώρα στην Ελλάδα. Γιατί αλλέως, πάλε ζήτω που καήκαμε. Θα απωλέσωμε τον έλεγχον της καταστάσεως εν Ελλάδι, συνεπακολούθως δε σε ολόκληρη την Μεσόγειο.
Ήταν Ιούλιος του 1823. Και έπλεε το πλοίον στο γαλανόν Ιόνιον, ρουλ Μπριτάνια, ρουλ απάν' δε γουέηβς.


* Ο τίτλος: η Γένοβα για εμάς. Οι στίχοι: Χαύνα, μια μαϊμού από φως και τρέλα/ομίχλη, ψάρια, ύπνος, Αφρική, ναυτία, φαντασία. Από ένα τραγούδι του Πάολο Κόντε.


Ο πίνακας: Γένοβα, του Λουί Αμπρουάζ Γκαρνερέ


Κεφάλαιο 5ο. Άλλος γι' Αθήνα τράβηξε κι' άλλος για Μεσολόγγι, κι' εγώ αξιολόγηση περνάω στις Βρυξέλλες.


Εκειός ο Νάπιερ, ο  διοικητής τση Κεφαλλονιάς, ήτονε πνεύμα περιπετειώδες και ατίθασο. Είχε αφήσει και γένεια, μαλούρα ξερωγώ, να μοιάζει με οπλαρχηγός. Οπότε τούστειλε χεστήριο, ο σερ Φρέντερικ -ο Φρέντερικ Άνταμ, αυτός που έγινε αρμοστής στη θέση του Μέτουλα- από τσου Κορφούς να ξουριστεί, διότι δεν είναι περιβολή συνταγματάρχου αυτή. Κι' εκειός εσυγυρίστηκε, κι' έβαλε τσι τρίχες σε μια σακούλα και τσι έστειλε του σερ Φρέντερικ τσου Κορφούς. Ζιζάνιο και φιλέλλην, ο Νάπιερ. Και δεν ήτο σκέτος φιλέλλην. Είχε και μεγάλες προσδοκίες να ηγηθεί στρατιωτικώς της Επαναστάσεως, ήθελε να οργανώσει τακτικό στρατό, δεν θα είχανε μάλιστα ντουφέκια, θα είχανε δόρατα, όπως οι αρχαίοι, για οικονομία. Ήθελε επίσης να στήσει φούρκες να κρεμάσει ούλους τους οπλαρχηγούς, να καθαρίσει τον τόπο από τους κατσαπλιάδες με αυτή τη μέθοδο, τέλος πάντων, ο καθείς με την βουρλισία του. Και ήθελε τον Νόελ σύμμαχο στα σχέδιά του. Του ζήτησε λοιπόν μία συστατική επιστολή ώστε να πείσει τον Μπόουρινγκ και την Φιλελληνική Επιτροπή, να τον κάνει αρχιστράτηγο των ελλήνων. Κι' ο Νόελ του την έδωσε, διότι πίστευε πως είναι γενναιότατος και ο καλύτερος να οργανώσει τον ελληνικό στρατό. Πήρε λοιπόν την επιστολή, ο Νάπιερ, πήρε και άδεια, να πάει να την παραδώσει στο Λονδίνο ιδιοχείρως, να κάνει και τις επαφές του τέλος πάντων αυτοπροσώπως, να προωθήσει το θέμα του το ηγετικόν όπως πρέπει, διότι αυτά τα πράματα γίνονται δια ζώσης, οικουμενικός κανών αυτό.
Που ο Νόελ ήταν ο Λόρδος Βύρων, αν θυμόσαστε, νομίζω το ξανάγραψα. Που τον περίμεναν πως και τι στην Ελλάδα, κυρίως τα φράγκα του, τους είχε πιάσει τεταρταίος. Ο οποίος Νόελ καθόταν επί του παρόντος στο Αργοστόλι, πιάσαν κι' ένα ωραίο σπίτι με θέα όλη τη Λειβαθώ, στα Μεταξάτα το σπίτι, στου σιορ Δημητράκη του Δελαδέτσιμα. Και καθόταν και κοίταγε τη θάλασσα πέρα, δεν αποφάσιζε να κάνει κάτι, ο Μπλάκιερ τον είχε εκθέσει ανεπανόρθωτα, και μετά τον παράτησε, σκεφτόταν μια να περάσει στον Μοριά, του στέλναν γράμματα, τον παρακαλάγανε, από το Εκτελεστικόν το προσκείμενον στον Κολοκοτρώνη. Μετά άλλαζε, ήθελε να γυρίσει στην Ιταλία, κι' άντε μετάνιωνε πάλι, να πάω στον Μοριά. Αλλά του παράστεινε κι' ο Νάπιερ πως το ταξίδι αυτό είναι επικίνδυνο, θα τον πιάσουν οι τούρκοι, τον μετέπειθε. Και του τηγανίζανε κι' αποπάνω τα μυαλά, κι'  ο Νάπιερ, κι' ο σιορ Δελαδέτσιμας κι' άλλοι διάφοροι. Ο Μαυροκορδάτος αυτό, ο Μαυροκορδάτος εκείνο, και τι μορφωμένος ο Μαυροκορδάτος, και τι πατριώτης ο Μαυροκορδάτος, και τι νουνεχής, και τι αγνός, διθύραμβοι ξερωγώ, στο τέλος ο Νόελ παπαγάλιζε πως ο Μαυροκορδάτος είναι ο Γεώργιος Ουώσινγκτον της Ελλάδος. Και ούτε κουβέντα να πάει στην Τρίπολη, που ήταν ο Κολοκοτρώνης ο ρεμπεσκές. Μόνο πήγαινε βόρτες με τ' άλογο, έκανε σκοποβολή, έκανε δίαιτα να μην παχύνει, και τούχαν σπάσει τα νεύρα με την απραξία και την αβεβαιότητα, διότι του εκθειάζανε μεν τον Μαυροκορδάτο, αλλά δεν υπήρχε κανένας χριστιανός να του δώσει οδηγίες που να πάει να τον βρει και τι να τον κάνει, και αυτός δυστυχώς δεν ήξερε από τέτοια πράματα. 
Κάνανε εκδρομή στην Ιθάκη, ωραία ήταν. Καθώς γυρίζανε, σταμάτησαν σ' ένα μοναστήρι, κοντά στη Σάμη. Ο γούμενος είχε την φαεινή ιδέα να του κάνει μία προσφώνηση, φόρεσε τα επίσημα τα άμφια, κι' οι άλλοι παπάδες εκεί με τα καλά τους, άρχισε το λοιπό κι' έλεγε, έλεγε, στα ελληνικά εντωμεταξύ. Οπότε ο Νόελ στο τέλος πλάνταξε, πατάει μια υστερική κρίση, κι' αρχινάει να τσιρίζει και να βλαστημάει τον γούμενο στα ιταλικά. Δε θα με γλυτώσει κανένας από αυτό το σκυλολόι των ηλιθίων, τσίριζε, με τρέλαναν. Ο γούμενος δεν καταλάβαινε ιταλικά, αλλά τάχασε με το κάζο του Λόρδου, εκουρλάθηκε ο ψημμένος, είπε ο Γέροντας, αλλά ο Νόελ τους τόσκασε και πήε και κλείστηκε στην κάμαρή του, κι' έβαλε από πίσω το κρεβάτι, τις καρέκλες, τη ντουλάπα, ξερωγώ, και δεν τους άφηνε να μπούνε. Ήτανε απόξω ο γιατρός ο Μπρούνο, ο Γκάμπα, ο Εδουάρδος, κι' οι άλλοι, και τον εκλιπαρούσαν να τους αφήσει να μπούνε μέσα να του δώσουν το γιατρικό του, τίποτα αυτός. Με τα πολλά, μπήκε ο Εδουάρδος, τι να δει, είχε σκίσει τα ρούχα του κι' είχε ζαρώσει σε μία γωνιά κι' έτρεμε σα λυσσιασμένος σκύλος.  Πάει να τον κουμαντάρει, αδύνατον. Βγαίνει έξω, λέει πως θέλει άλλους δέκα να τον κάνουν ζάφτι, τον Νόελ, αυτός έχει αφηνιάσει, λέει. Και οργανώθηκε ολόκληρη επιχείρηση, πέντε δέκα μαζί να καταπιεί το φάρμακό του, συνήρθε μετά.
Ήτανε και κάτι σουλιώτες, είχαν κάνει καπάκια με τον Βρυώνη, κι' ήρτανε πρόσφυγες στην Κεφαλλονιά, στην Άσσο, αν ξέρετε. Ο Νόελ που ήθελε μία προσωπική φρουρά για όταν θα πήγαινε Ελλάδα, προσέλαβε καμιά σαρανταριά. Είχε παραμυθιαστεί πως τον λατρεύανε, και του ήταν αφοσιωμένοι μέχρι θανάτου, που φάγανε μαζί ψωμί κι' αλάτι, τέτοια. Τώρα, πως φάγανε μαζί ψωμί κι' αλάτι, ο θεός του κι' η ψυχή του. Εδώ πέρα αυτοί κάναν απεργία, ζητάγαν του Νόελ αύξηση, οπότε τους απέλυσε.
Με τα πολλά, αποφασίστηκε να πάνε στην Ελλάδα προς ανίχνευσιν, ο Εδουάρδος με τον Χάμιλτον, να δούνε τι γίνεται εκεί, να προετοιμάσουν το έδαφος. Μπορεί να ήταν ιδέα του Εδουάρδου, αυτό, ο οποίος εκνευριζόταν επίσης από την στασιμότητα και την ακινησία. Αλλά μπορεί να ήταν και του Νάπιερ, για να διαφημίσουν τον ερχόμενο Νόελ και το δάνειο που θάφερνε. Ο Νόελ τους επιφόρτισε επίσης να κοιτάξουνε αν έχει τίποτα κορίτσια, αυτό ήταν σημαντικό ζήτημα επίσης.
Χαράς Ευαγγέλια ο Εδουάρδος! Σου λέει αρχίζει η περιπέτεια, και τα κόλπα τα εξωτικά, και τα μεράκια τ' ανατολίτικα. Ντύθηκε λοιπόν τσολιάς, φουστανέλλα, σαρίκι, τσαρούχια, σαλάχι μεταξωτό, φέρμελη χρυσοποίκιλτη. Κι' από πάνω μία κάπα που φοράνε οι τζομπάνηδες για το κρύο. Ο άλλος, ο Χάμιλτον, στα φράγκικα. Σουρρεαλισμός, να πούμε, Θόδωρος Αγγελόπουλος. Και τον Δεκέμβρη του 1823 βγήκανε σε μια αμμουδιά, στην Ηλεία.
Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, φτάνουν στη Τριπολιτσά. Ήταν εκεί ο Κολοκοτρώνης, καθόταν σταυροπόδι σ' έναν σοφά πολυτελέστατο βυσσινί χρώματος μεταξωτό, πλουμισμένο με άφθαστη τέχνη, ξερωγώ, κι' από γύρω τα παλληκάρια, ρυπαροί και τρισάθλιοι, πλην όμως τα γιαταγάνια, τα σπαθιά, όλα πολύτιμα, με χρυσά ποικίλματα, μπερεκέτια, τάχαν βουτήξει από τους τούρκους μάλλον, ένας φόραγε κι' έναν θώρακα ασημοκαπνισμένο. Που τα ήξερε όλα ο Κολοκοτρώνης, τα τεκταινόμενα, και τους ρωτάει πόσα φράγκα φέρνει ο Λόρδος. Και τους λέει πως εντάξει, τον Λόρδο τον εχτιμάμε και τον ευγνωμονάμε, τα χέρια του να φιλήσουμε, σωτήρας μας, αλλά αν το δάνειο πάει στα χέρια του Μαυροκορδάτου, θάχουμε κακά ξεμπερδέματα, και να προσέχουνε. Είδαν και τον Δημήτριο Υψηλάντη, κάπως χαζοχαρούμενος τους φάνηκε. Τον παρατάγανε οι δικοί του να πάνε στην Κόρινθο, θάπεφτε όπου νάναι, να προλάβουν το πλιάτσικο. Από κοπέλλες, είχε πολλές, εκπάγλου καλλονής, και φτηνές, επίσης. Κι' αυτές από τους τούρκους τις πήρανε, λάφυρα μάλλον, τις πουλάγανε. Έστηνες χαρεμάκι άνετα μπιρ παρά. Στέλνουνε λοιπόν γράμμα του Νόελ, μάζευτα κι΄ έλα, ο Κολοκοτρώνης πολύ ξηγημένος, δόξα εγγυημένη, η Ελλαδάρα σε περιμένει με τα μπούτια ανοιχτά. Φύγανε μετά, να δούνε παρακάτω. Περάσαν από τα Δερβενάκια, είδανε τα κόκκαλα των τούρκων που ασπρίζανε στον ήλιο, πήραν το δρόμο για το Ναύπλιο. Μετά, κάποια στιγμή, χωρίσανε. Κατόπιν σχεδίου, ή το αποφασίσανε μόνοι τους, τράβα γύρευε.
Παίρνει ο Νόελ το γράμμα, αλλάζει πάλι γνώμη, χέζει τον Μαυροκορδάτο, θα πάω στον Κολοκοτρώνη, λέει. Πανικός οι αγγλόφιλοι, να τρέχουν να προλάβουν το κακό. Εκεί λοιπόν που ετοιμαζόταν να μπαρκάρει για την Πελοπόννησο, νάσου εμφανίζεται ο Λουριώτης με τον Ορλάνδο. Πηγαίνανε στο Λονδίνο, αντιπρόσωποι του Μαυροκορδάτου και των υδραίων, να υπογράψουν το δάνειο που είχε κανονίσει ο Μπόουρινγκ με τους τραπεζίτες τους εγγλέζους. Και μαζί τους, ω του θαύματος, να και ο Χάμιλτον, κομιστής επιστολής του Μαυροκορδάτου! Ο οποίος Χάμιλτον είχε πάει στην Ύδρα, και τον είχε βρει τον Μαυροκορδάτο, που τον φιλοξενάγαν οι μεγαλοκαπετάνιοι της θαλάσσης, οι πολιτικοί του φίλοι. Ο οποίος Μαυροκορδάτος είχε πείσει τους Μεσολογγίτες και τους σουλιώτες να τον καλέσουν στο Μεσολόγγι, και να τον διορίσουν Διοικητή Δυτικής Στερεάς, παρακαλώ! Και οσονούπω θα πήγαινε εκεί, μαζί και ο Μιαούλης με τον υδραίικο στόλο, ώστε να μην μπορούν οι τούρκοι να αποκλείσουν την ηρωική πόλη από θαλάσσης. Και έπρεπε οπωσδήποτε να πάει ο Λορδοσύνη του στο Μεσολόγγι, κι' όχι στους άλλους τους πελοποννήσιους, τους κερχανατζήδες. Πέφτει από πάνω και ο σιορ Δελαδέτσιμας, του γράφει κι' ο κόντε Θεοτόκης από την Κέρκυρα ένα υπόμνημα, κι' άλλοι αγγλόφιλοι διαπρεπείς. Και άντε πάλι του γυρνάνε πάλι τα μυαλά, του Νόελ. Κι' αλλάζει το σκέδιο, άθυρμα της αφανούς πολιτικής του Κάννινγκ, μπαίγνιο των δολοπλοκιών του ρωμαίικου, ο ρωμαντικός ποιητής, ο ματαιόδοξος αριστοκράτης, ο λάγνος και ο τραγικός και ο μοιραίος, ο σακάτης ψυχικώς και ο σωματικώς ερείπιο, να πάει στην Ειμαρμένη του, που τούγνεφε, με το σαρδόνιό της το χαμόγελο από το μαύρο Μεσολόγγι. Και δώστου τα σκαμπανεβάσματα ξανά μανά, και τα είπα ξείπα, αμφιταλαντεύσεις και παλινωδίες, την μια να θέλει προσωπική φρουρά από σουλιώτες, την άλλη να απειλεί πως αν δεν ομονοήσουν οι έλληνες θα τα πει όλα στις εφημερίδες στην Αγγλία και θα τα βροντήξει και θα γυρίσει πίσω, την άλλη να φοβάται μην του ρίξουν οι έλληνες καμία γόησσα μοιραία από δίπλα να τον παρασύρει, η αχίλλειος η πτέρνα του, λέει. Λες και χρειαζόταν ελληνίδα γόησσα για να γυρνάει ο Νόελ όπου φυσάει ο άνεμος κάθε φορά.
Αλλά στο Μεσολόγγι είχε φτάσει εντωμεταξύ κι' ένας άλλος εγγλέζος της Φιλελληνικής Επιτροπής, ο Στάνχοπ. Αυτός νταραβεριζόταν με κάτι τυπογραφεία, και ελευθεροτυπία, και συνταγματικές ελευθερίες, οπαδός επίσης του Μπένθαμ, του φιλόσοφου. Και υποστηρικτής του Μαυροκορδάτου, επίσης. Αυτός το λοιπό τούχε γίνει στενός κορσές του Νόελ, μέχρι και καράβι έστειλε να τον πάρει. Αλλά ο Νόελ τελευταία στιγμή έκανε πίσω. Και το καράβι γύρισε στο Μεσολόγγι χωρίς τον Νόελ. Και το πράμα άρχισε να γυρνάει ανεπιστρεπτί στο γελοίο.
Που στο φινάλε νοίκιασε δύο πλεούμενα ο Νόελ, μπήκανε όλοι μέσα, και τα λεφτά, και τα παραφερνάλια, και σαλπάρανε. Εκεί που αρμενίζανε, νάσου κάτι τούρκικα. Το πλεούμενο του Νόελ πρόλαβε, κρύφτηκε σε κάτι νησάκια. Το άλλο, με τον Γκάμπα, το πιάσανε, το πήγανε οι τούρκοι στην Πάτρα. Έξω φρενών ο Νόελ, που δεν τους προειδοποιήσανε πως κυκλοφοράνε οι τούρκοι στο Ιόνιο, και τι κάνει ο υδραίικος ο στόλος που δεν τους προστάτεψε. Αλλά έμαθε ο ναύαρχος ο τούρκος ποιανού ήταν το καράβι, ήξερε και τον μπαμπά του Γκάμπα, και διέταξε και τους αμολήσανε.
Και κατέπλευσαν με τα πολλά και τα δύο πλεούμενα στο Μεσολόγγι. Με κανονιοβολισμούς, με πλήθος ζητωκραυγάζον, με φιλέλληνες, με σουλιώτες, με τον Μαυροκορδάτο που είχε καταφθάσει εντωμεταξύ, με τον Στάνχοπ, με τα υδραίικα πολεμικά, με τον Νόελ στα κόκκινα, και δε συμμαζεύεται.

***

Ήρθε ειδοποίηση από τις Βρυξέλλες. Να περάσω από εκεί για ιατρικές εξετάσεις και τα ρέστα. Πέταξα και πήγα. Ιατρικώς, όλα ήμουνα εντάξει. Μετά ο γιατρός με ρώταγε γιατί θέλω να πάω στη Ρουάντα, δικηγόρος είσαι, καλό επάγγελμα έχεις, γιατί να τα παρατήσεις όλα να τρέχεις εκεί κάτω. Του λέω πόσους δικηγόρους έχετε στις Βρυξέλλες; Που λέει ένα νούμερο, δε θυμάμαι, δυο, τρεις χιλιάδες, ξερωγώ. Στην Αθήνα έχουμε είκοσι, του λέω. Γκέγκε; Οπότε κατάλαβε ο άνθρωπος, λογική απάντηση έδωσα, δεν ήμουνα κανάς ζούρλιακας να με κόψει. Μούδωσε ένα χαρτί με ένα κατεβατό εμβόλια να κάνω, μ' έδιωξε.
Ύστερα πέρασα συνέντευξη. Ήταν μία επιτροπή, όλοι υπάλληλοι εκεί, στην Κομισιόν. Με ρωτάγανε διάφορα. Στα γαλλικά κυρίως, αλλά είπαμε και δυό τρεις κουβέντες στ' αγγλικά. Ρώτησαν αν είχα δίπλωμα οδήγησης, ναι λέω, αλλά δεν έχω οδηγήσει τέσσερα επί τέσσερα, ούτε να προσανατολίζομαι με τον χάρτη και πυξίδα, ξερωγώ. Μου είπαν εντάξει, η τετρακίνηση δύο-τρία πράματα είναι, ο προσανατολισμός δεν θα σας χρειαστεί. Κομπιούτερ; Αν ήξερα να γράφω, δηλαδή, όχι τίποτε άλλο. Ξέρω γραφομηχανή, λέω. Το ίδιο είναι, το κομπιούτερ, μου λέει αυτός, για να γράφετε τις αναφορές σας. Με ρωτάνε μετά για τα κίνητρά μου. Τι να πω, εγώ; Πως ήμουνα ρέστος; Και πως επιπλέον ήθελα να γεμίσω και το μέσα μου κενό; Πως θέλω να φτιάσω τον πραγματικό μου εαυτό, αυτόν που πραγματικά ήθελα να είμαι; Να βιώσω την υπέρβαση μιας ακραίας και επικίνδυνης περιπέτειας μέσα στη ζούγκλα; Πως ήμουν το υλικό της ίδιας μου της αφήγησης; Πως ήθελα να ζήσω την κόλαση μέσα σ' ένα παραδεισένιο τοπίο; Να δείξω τι αρχίδια έχω; Για να γυρίσω να τα γράψω, όλα αυτά; Πως ήθελα να υπάρξω μέσα σ' όλα αυτά και μέσα απ' όλα αυτά; Πως ήμουν ο Οδυσσέας μαζί και ο Όμηρος; Άσε καλύτερα, αυτά τα μουρλά θα τάλεγα αν ήθελα να με κόψουνε, ένα πρόσχημα για να μην πάω. Αλλά εγώ τόχα αποφασίσει, θα πήγαινα. Και δεν τάπα. Και είπα το αναμενόμενον και το πολιτικώς ορθόν. Πως ασφαλώς και η καλή αμοιβή παίζει σημαντικό ρόλο -καλά, σωστό αυτό, διότι ο τελείως ανιδιοτελής είναι ή εντελώς μαλάκας ή εντελώς ψεύτης-, αλλά πρόσθεσα επίσης πως η χώρα μου υπέφερε για πολύ καιρό από τα τραύματα ενός Εμφυλίου, και ως εκ τούτου ήθελα να προσφέρω το κατά δύναμιν, ώστε η Ρουάντα να επουλώσει το ταχύτερο τα τραύματα της Γενοκτονίας και του δικού της εμφυλίου σπαραγμού και τραγωδίας και δράματος. Και κουνάγαν το κεφάλι αυτοί, επιδοκιμαστικώς για τα ευγενή μου κίνητρα που συμπορεύονταν με την ευγενή μου ανταμοιβή.
Πήρα μία τοπική πτήση για Άμστερνταμ, στην αδερφή μου. Διότι λέω ξέρω αν θα την ξαναδώ; Έκατσα δύο μέρες. Εκεί έκανα τα περισσότερα εμβόλια, κίτρινο πυρετό, τύφο, χολέρα, ηπατίτιδα βήτα πρώτη δόση, την δεύτερη δόση την πήρα μαζί μου σε παγοκύστη, να την κάνω εκεί πέρα, δεν έβρισκες εμβόλια εκεί. Η νοσοκόμα ήταν πολύ ωραία, αλλά συνενογιόμασταν μέσω της αδερφής μου, παράξενοι τύποι οι έλληνες, έλεγε, που κάνουν τη διφθερίτιδα στο πόδι, και με κοίταγε πονηρά εντωμεταξύ. Κι' όλα τα εμβόλια τα γράφανε σ' ένα κίτρινο βιβλιαράκι σα διαβατήριο, με σφραγίδες , υπογραφές, κι' απ' όλα.
Πήγαμε το βράδυ σ΄ ένα μπαρ, η αδερφή μου ο γαμπρός μου κι' εγώ. Δίπλα στη μπάρα είχε δύο κενυάτες, μουσουλμάνοι αυτοί. Πιάσαμε τη συζήτηση, σκασμένος εγώ στη δίψα για την παραμικρή πληροφορία που μου δίνανε, ξέρανε για τα θέματα εκεί πέρα, γειτονιά τους ήταν η Αφρική, πως και γιατί έγινε η Γενοκτονία. Στην Κένυα δεν θα γινόταν ποτέ αυτό, λέγανε. Διότι είναι πάνω από τριακόσιες φυλές, ένα τεράστιο δίκτυο από παραδοσιακές συμμαχίες και συγγένειες. Οπότε όταν αρχίζει κάποια διένεξη, πέφτουν ανάμεσα κοινοί σύμμαχοι και συγγενείς, στο τέλος φτάνουν σ΄ ένα συμβιβασμό. Δεν μπορεί να φουντώσει το πράμα, ξερωγώ, υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες.  Ενώ στη Ρουάντα ήταν μόνο οι χούτου και οι τούτσι, και κανένας άλλος ανάμεσα να μεσολαβήσει, μόνο κάτι πυγμαίοι, το ένα τοις εκατό του πληθυσμού. Δώστου και οι μπύρες, μουσουλμάνοι ξεμουσουλμάνοι, κατεβάζανε. Πήγαινε να δεις από μόνος σου, μου λέγανε, άσε τι λέμε εδώ, και κοίτα να κάνεις κάτι γι' αυτούς τους ανθρώπους, κι' έβλεπα την αγανάχτηση και την αδυναμία τους στην αδικία του κόσμου τούτου να ξεχειλίζει σα τον αφρό της μπύρας. Και τι να πω; Πως ένοιωθα πιο χαμένος και αδύναμος και αδαής απ' αυτούς, εκεί που πήγαινα; Τους πρότεινε η αδερφή μου στο τέλος, που μένετε να σας πάμε. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο όλοι μαζί. Ο γαμπρός μου που είναι ολλανδός γκρίνιαζε, δεν καταλάβαινα ολλανδικά, αλλά κατάλαβα από τα μούτρα του τα ξινισμένα πως δεν ήθελε πολλά πολλά με τους μαύρους. Φτάσαμε, κατέβηκα να τους χαιρετήσω. Αγκαλιαστήκαμε. Και ξέρετε τι έκανε, ο κενυάτης; Άρχισε να μου λέει μια προσευχή στα αραβικά, με ευλόγαγε, ξερωγώ, που είναι η παπαδίστικη η γλώσσα τους, αλλιώς εκεί πέρα μιλάνε σουαχίλι κι' εγγλέζικα.
Την άλλη μέρα πέταξα για Αθήνα.

***

Κι ο Εδουάρδος; Τι κάνει ο Εδουάρδος εντωμεταξύ;
Αυτός ο λέχρος συνέχιζε ακάθεκτος να κυνηγάει τη δική του χίμαιρα. Τον απαντήσανε στο Ναύπλιο, κάτι εγγλέζοι, τον καλέσαν στο καράβι τους. Άρχισε αυτός τα δικά του, περί ήταν στας Ινδίας και αποστάτησε, και κουρσαριλίκια τούμπανα, και πολέμησε τους πειρατάς της Μαλαισίας, και είχε και μια σφαίρα στο πόδι, και μια σπαθιά στη μούρη, και μετά έβαλε την κάπα προσκεφάλι, και κοιμήθηκε στο κατάστρωμα, κάτω απ' τον έναστρο ουρανό. Όπως στη Μαδαγασκάρη.
Έφυγε κι' από κει. Και την ώρα που προσγειωνόμουν στο Ελληνικό, αυτός έπλεε με μια παλιόβαρκα έξω από τη Σαλαμίνα. Και τελικώς βρέθηκε στας Αθήνας. Εκεί που τα ψέματα που τσαμπούναγε για τις εξωτικές θάλασσες θα γίνονταν πραγματικότητα. Εκεί που θα μεταμορφωνόταν σ' αυτόν που πραγματικά ήταν, ο αμείλικτος φονεύς του κόρακος, ο τιμωρός εμπρηστής του σχολείου, ο ατίθασος κουρσάρος ο αποστάτης, ο φλογερός εραστής των γυναικών και της Ελευθερίας. Διότι ο Εδουάρδος Τρελώνη φαντάστηκε τον εαυτό του με τόσο πάθος, που στο τέλος τον δημιούργησε. 

Ο πίνακας: Η άφιξη του Μπάιρον στο Μεσολόγγι, του Θεόδωρου Βρυζάκη.



Κεφάλαιον 6ον. Ραγδαίαι εξελίξεις, και χέσε μέσα Οδυσσέα,
μαύρα κι' άραχνα τα νέα.



Το όνομα αυτού, Οδυσσεύς. Γεννηθείς εις Ιθάκην, εν σωτηρίω έτει 1790, πανωκάτω. Αρβανίτης εκ πατρός, κλεπταρματωλός αυτός ο πατήρ, από τις Λιβανάτες, άμα και κουρσάρος του Λάμπρου Κατσώνη, θαλασσινός. Και εκ μητρός ηπειρώτης, αρχοντογενιά, ο παππούς του γαλλόφιλος και πράχτορας των ρώσων. Τον πήρε μετά ο Αλήπασας, σαν παιδί του τον είχε, τον χάιδευε ότι καλπουζανιά και νάκανε. Αυτός τον έβαλε στους δερβίσηδες, τους μπεχτασήδες. Και πριν ακόμα στείλουν το κεφάλι του Λέοντα της Ηπείρου πεσκέσι στο Σουλτάνο, ο Οδυσσεύς είχε ήδη ξεκινήσει πόλεμο κατά της Πύλης. Είχε μυηθεί ήδη φιλικός. Οπότε επόμενο ήταν, στον Μεγάλο Σηκωμό καβάλησε τον Καιρό. Χεροδύναμος και πολεμικός. Και στα πόδια άφταστος. Ο Ωκύπους Οδυσσεύς. Και πολυμήχανος, όπως ο συνονόματός του, του Ομήρου. Το πως σταμάτησε στην Αλαμάνα τον Βρυώνη, γνωστόν. Κανείς δεν ήξερε τι είχε μέσα στη γκλάβα του. Προδότη τον ανεβάζανε, αποστάτη τον κατεβάζανε, οι εχθροί του. Γιατί είχε μια συνήθεια, τα καπάκια τα λεγόμενα. Έκλεινε, να πούμε, ανακωχή με τον δείνα πασά, να πούμε. Και κανένας δεν ήξερε αν και ως πότε θα την τηρήσει. Ούτε και ο ίδιος ήξερε, δηλαδή. Δηλαδή μάλλον κι' ο ίδιος δεν ήξερε τι θα κάνει εκ των προτέρων, έπραττε αναλόγως την πορεία των πραγμάτων. Είχαν λυσσάξει που άφησε τον Δράμαλη να περάσει, όταν κατέβαινε ο πασάς στο Μοριά. Αλλά παραβλέπανε που μετά τους έκοψε τον ανεφοδιασμό. Και το αποτέλεσμα, τους λύσσαξε στην πείνα ο Κολοκοτρώνης, μετά στην Αργολίδα. Ήγουν εκ του αποτελέσματος, δεδικαίωται. Όχι, θα καθότανε να φυλάει Θερμοπύλες, να τον κάνει ποίημα ύστερα ο Καβάφης. Αυτός, που ο πατέρας του έχασε το κεφάλι του επειδή εμπιστεύτηκε τους ρώσους. Και που ο μέντοράς του το έχασε επίσης, επειδή τους πρόδωσε όλους, και τους γάλλους, και τους ρώσους, και τους τούρκους. Διότι ο Οδυσσέας ήξερε σε τι παιχνίδι έπαιζε από τα γενοφάσκια του. Κι' ήτανε ισορροπιστής μέγας, να πούμε, ακροβάτης ριψοκίνδυνος. Κι' εντελώς αγράμματος. Και σκληρός. Κυρίως μ' αυτούς που τον προδίνανε ύπουλα. Ή που νόμιζε πως τον προδίνανε. Μ' αυτά και μ' εκείνα, τον κάνανε φρούραρχο της Αθήνας.
Όταν κατέφθασε λοιπόν ο εγγλέζος ο ντυμένος αρβανίτικα, πολύ τον εσυμπάθησε. Ίσως επειδή δεν άρχισε τις πολιτικές και τις τζιριτζάντζουλες, διότι ο Εδουάρδος το πρώτο πράμα που έκανε με το που αφίχθη εις τας κλεινάς Αθήνας, ήταν ν' αγοράσει μια ντουζίνα δούλες, εκ των οποίων μία  αφρικανίς. Και να τις απελευθερώσει, οπότε έφτιαξε το χαρεμάκι των ονείρων του, διότι αυτές δεν είχανε που την κεφαλήν κλίναι, οπότε μπορείτε να φανταστείτε περίπου τι θα τους συνέβαινε, αν δεν τις αγόραζε ο Εδουάρδος. Δηλαδή μέσα σε κείνη την συγκεκριμένη κωλοκατάσταση του 1824, που γαμούσε κι' έδερνε ο πιο δυνατός τον πιο αδύνατο. Κι' εδώ που τα λέμε, ο Εδουάρδος ήταν και πολύ μπάνικος, δεν τους κακόπεφτε, των παλλακίδων. Χόρτασε λαγνεία και ηδονή, ο Εδουάρδος. Κι' εκεί που είχε χορτάσει και βαριόταν, του λέει ο Οδυσσέας πάω εκστρατεία στην Εύβοια, είσαι; Πέταξε τη σκούφια του, ο Εδουάρδος, αγόρασε κάτι αλόγατα, μίσθωσε και μερικά παλληκάρια, και ακολούθησε τον ανδρείο Οδυσσέα. Σε ένα νταραβέρι με ενέδρες, πλιάτσικο, ίντριγκες, συμφωνίες, κυνηγητό με τους τούρκους ντελήδες, άγριο εξωτισμό, ρωμαντικό παραλήρημα και κίνδυνο.
Ο Οδυσσέας εκτίμησε τον παράφορο χαραχτήρα του Εδουάρδου, την τρέλα του και την τόλμη του στον πόλεμο. Και την αφοσίωσή του. Διότι ο Οδυσσέας ήταν για τον Εδουάρδο ο κουρσάρος Ντε Ρώυτερ και ο Συρκούφ κι' ο Μπολιβάρ, και έπαιρναν τα όνειρα φωτιά, φλεγόμενη σάρκα και βγαλμένη από τα οστά Ελευθερία, γιατί Ελευθερία είναι κυρίως μία θεότρελη φυγή, είναι αέρας φρέσκος, θυμάρι και πεύκο, γη που μετριέται με βιά, και η κόψη του σπαθιού η τρομερή, κι' ο κάθε θεομπαίχτης Οδυσσέας, ο κάθε τυχάρπαστος Εδουάρδος, ο κάθε Κανένας που μέρα με τη μέρα επινοεί τον μοναδικό, τον αυθεντικό του εαυτό. Τον εδώ και τώρα, τον μέσα στη φωτιά των Καιρών. Και γιατί άλλη Ελευθερία εκτός απ' αυτήν, δεν υπάρχει.

***

Η πολιτική διείσδυση μοιάζει με μπαχτσέ. Δεν σπέρνεις ένα άνθος μόνο. Βάζεις και τουλίπα, βάζεις και τριανταφυλλιά, βάζεις και μια δυό γαρυφαλλιές, και καμία γαρδένια. Και βλέπεις αναλόγως ποιό ευδοκιμεί, και το ποτίζεις, του βάζεις κοπριά, θειάφι ξερωγώ. Κι' άμα ένα δεν ευδοκιμεί, ή δεν σ΄αρέσει ξερωγώ, το ξεπατώνεις να μην πιάνει τόπο και ανταγωνίζεται τα άλλα. Έτσι είναι και η πολιτική διείσδυση. Σπέρνεις έναν αναποφάσιστο ρωμαντικό αριστοκράτη, έναν ιδεαλιστή ριζοσπάστη φιλόσοφο, κι' ένα ντόπιο λαμόγιο μορφωμένο. Τους βάζεις και λίγο δάνειο. Και μετά, βλέποντας και κάνοντας. Ως εκ τούτου, η Φιλελληνική Επιτροπή Λονδίνου είχε διορίσει δύο εκπροσώπους της εν Ελλάδι, τον Νόελ και τον Στάνχοπ. Οι οποίοι ήταν και οι διαχειρισταί του δανείου προς τους έλληνας επαναστάτας. Όταν θα ερχόταν, το δάνειο.
Ο Στάνχοπ, κι' ας ήταν εν ενεργεία συνταγματάρχης, ευαγγελιζόταν την γνώση και τη μόρφωση, και την ελευθερία του τύπου, ό,τι έλεγε η θεωρία του Μπένθαμ. Έστησε λοιπόν μια εφημερίδα, κι' έλεγε τις φιλελεύθερες απόψεις του. Έβριζε την Αυστρία, ας πούμε, και τον αυτοκράτορα, τον στυγνό δυνάστη και τον ιταμό τύραννο. Κι' ήθελε στην Ελλάδα ένα πολίτευμα σαν της Αμερικής, ή σαν της Ελβετίας. Ο Νόελ πάλι, όχι. Δεν ήθελε να βρίζουν τους βασιλιάδες, διότι τότε και οι βασιλιάδες θα στραφούν κατά της Επαναστάσεως, η Ελλάς θα απομονωθεί διεθνώς, δεν θα είναι πλέον συμπαθής, θα γίνει ένας ταραξίας και τίποτε άλλο, ένα απόβλητο της εννόμου τάξεως. Βεβαίως΄, ο Νόελ ήταν λόρδος, οπότε φυσικ΄΄ω τω λόγω και μοναρχικός. Όμως είναι πιθανό νάχαν πάρει τα μυαλά του αέρα, ή κάποιοι να του τα φούσκωναν επίτηδες, πως με λίγη τύχη θα γινόταν και ο ίδιος βασιλεύς των Ελλήνων. Οπότε προστάτευε την μελλοντική του υπόσταση.  Πάντως βριστήκανε μια δόση με τον Στάνχοπ, και ο Στάνχοπ απεκάλεσε τον Νόελ τούρκο, και ο Νόελ φοβέρισε τον Στάνχοπ πως θα του γράψει ένα σατυρικό ποίημα και θα τον συντρίψει.
Και ο Νόελ κι ο Στάνχοπ ήσαν οπαδοί του Μαυροκορδάτου. Μέχρι που ο Στάνχοπ ανακάλυψε πως ο Μαυροκορδάτος δεν ήταν και τόσο φανατικός οπαδός της ελευθερίας του τύπου. Οπότε άρχισε να έχει κάποιες επιφυλάξεις.
Είδε κι' απόειδε, βαρέθηκε να καυγαδίζει με τον Νόελ. Είπε λοιπόν να πάει να δει τι γίνεται και στην υπόλοιπη Επανάσταση. Έφυγε από το Μεσολόγγι.
***
Το Μεσολόγγι ήταν όλο κουνούπι, λασπόνερα και βία, εντωμεταξύ. Σουλιώτες αγριεμένοι, φιλέλληνες εξαθλιωμένοι, επαγγελματίες τυχοδιώκτες, βετεράνοι των ναπολεοντείων, ιταλοί επαναστάτες, είχαν συρρεύσει άπαντες εκεί, στραβοί κουτσοί στον Άγιο Παντελεήμονα, δώστου να συνωθούνται μαζί με τους ντόπιους και να διαγκωνίζονται, άλλος για ένα καρβέλι ψωμί, άλλος για έναν μισθό, άλλος για ένα αξίωμα, έναν λουφέ. Κι' ήταν έτοιμοι όλοι να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλο. Ο Νόελ έφτιαξε μία καινούργια φρουρά, προσωπική του, από σουλιώτες. Θηρία ανήμερα. Έβγαινε ιππασία με το άλογο, κι' αυτοί από κοντά, τον προλαβαίναν τρεχάλα. Την υπόλοιπη μέρα κρεμάγαν τα όπλα τους στο τοίχο, μιλάγανε, κάθονταν κατάχαμα και παίζαν χαρτιά, εκεί στο σπίτι του Νόελ, δίπλα στην κάμαρή του. Μεγαλεία.
Έγινε κι' ένας σεισμός, εκείνο τον καιρό, άρχισε το Μεσολόγγι να κουνιέται. Οπότε αρχίσαν οι πάντες να ντουφεκάνε στον αέρα, να σταματήσει ο σεισμός. Όπερ και εγένετο. Αλλά από στρατιωτικές επιχειρήσεις, τίποτα. Ήθελε να φτιάξει και μία ταξιαρχία πυροβολικού, ο Νόελ. Ήτανε ένας μπεκρής εγγλέζος, ο Πάρρυ, που καυχιόταν πως θα κατασκεύαζε κάτι πρωτοποριακές ρουκέτες να κάψει τους τούρκους. Αυτόν τον έκανε διοικητή του πυροβολικού, ο Νόελ. Όμως κάτι γερμανοί αξιωματικοί που είχε στείλει η Επιτροπή Λονδίνου αγανάχτησαν που θάχαν τον Πάρρυ αρχηγό, και παραιτήθηκαν από το πυροβολικό. Αυτοί οι γερμανοί ήταν πολύ αλαζόνες, και όλο κανονισμούς ξέρανε και παράτες και πρωτόκολλα, από πόλεμο άχρηστοι. Ίσως γι' αυτό ο Νόελ έβαλε αρχηγό τον μπεκρή τον Πάρρυ, να τους ξεφτιλίσει. Αλλά και ο Πάρρυ ποτέ δεν έφτιαξε τις ρουκέτες που ήθελε, διότι λείπανε κάτι υλικά, έτσι έλεγε. Και δεν μάθαμε αν καίγανε τούρκους, οι ρουκέτες. Που μπορεί και να καίγανε, ο Πάρρυ ήταν περίεργος άνθρωπος, αντιφατικός, όλα τα παρατηρούσε και τα έγραφε, κι' ας ήταν αμόρφωτος, βίαιος και αμετροεπής. Μια φορά, ο Νόελ τούκανε μία φάρσα του Πάρρι, πολύ απίθανη. Έβαλε τους σουλιώτες στο απάνω πάτωμα να βαράνε τα πόδια τους στα σανίδια, και αυτός ο Πάρρυ νόμιζε πως έγινε πάλι σεισμός, χέστηκε απάνω του, και πήδησε έξω από το παράθυρο. Εντωμεταξύ, ο Νόελ έκανε σκοποβολή στα ακροκέραμα των γειτόνων του. Τον βλαστημάγανε οι γειτόνισσες, αυτός γούσταρε. Είχε γίνει καλός σκοπευτής, χτύπαγε αυγό στα δεκαπέντε-είκοσι μέτρα. Που δεν ήταν εύκολο, με τις μπιστόλες. Κι' ας έτρεμε από την αδυναμία, δεν έτρωγε τίποτα, τσάι μόνο και φρυγανιές. Κι' έπινε. Μπράντι.
Θέλανε να πολιορκήσουν τη Ναύπακτο. Ο Νόελ αρχιστράτηγος, ο Γκάμπα υπαρχηγός. Τελευταία στιγμή, ήταν κάτι άλλοι σουλιώτες, όχι η φρουρά του, κάτι άλλοι που τους είχε στρατολογήσει, προβάλανε συνεχώς νέα αιτήματα. Να διορίσει δύο στρατηγούς, δύο συνταγματάρχες, δύο λοχαγοί, και δεν ξέρωγώ τι άλλο. Και αύξηση επίσης, σου λέει άμα έβαλε τον μπεκρή τον Πάρρυ αρχηγό πυροβολικού και δίνει μισθό αξιωματικού στους γερμανούς τους ακάπνιστους, εμείς που χύνουμε αίμα από γεννησιμιού μας τι, θα πολεμάμε τζάμπα; Δίκιο είχανε δηλαδή, από την πλευρά τους, οι σουλιώτες. Εντωμεταξύ, όλοι ζητάγαν λεφτά από τον Νόελ, κι' ο Μαυροκορδάτος, κι΄ οι μεσολογγίτες, κι' οι υδραίοι, κι' αυτός τσαντιζόταν. Ήταν και τσιγκούνης. Στους σουλιώτες μόνο, τελικώς τους έδωσε κάτι δεδουλευμένα να σηκωθούν να φύγουν, διότι ήταν πολύ τζερεμέδες, πολύ επικίνδυνοι. Και δεν πολιορκήσαν τη Ναύπακτο, κάτσαν στ' αυγά τους στο Μεσολόγγι. Μια φορά, εκεί που μπεκρούλιαζε με τον Πάρρυ, πέφτει κάτω ο Νόελ, με σπασμούς, κι' έβγαζε αφρούς από το στόμα. Τούβαλε βδέλλες στα μιλίγγια, ο Μπρούνο, να τον συνεφέρει.
Μετά έγινε κι΄ένα άλλο επεισόδιο, πολύ θλιβερό. Ήταν ένας σουλιώτης, του Μπότσαρη, πολύ γενναίος και σεμνός. Αυτός μπαινόβγαινε στο Οπλοστάσιο του πυροβολικού, τον ξέρανε. Αλλά μία μέρα ήταν βάρδια εκεί ένας αξιωματικός σουηδός, δεν τον ήξερε. Κουβέντα στην κουβέντα, αγριεύει ο σουηδός, ήταν και πολύ αθλητικός αυτός, τραβάει σπαθί και δίνει μία του σουλιώτη στη μούρη, όχι με τη κόψη, κατά πλάτος της λάμας, διπλαριά που λένε. Βγάζει τότε ο σουλιώτης τη μπιστόλα, του ρίχνει μπαμ στο δοξαπατρί, στον τόπο ο σουηδός. Πιάσανε τον σουλιώτη. Αλλά φοβηθήκανε μην αρχίσει κανάς εμφύλιος μέσα στο Μεσολόγγι. Και τον αφήσανε.
Ύστερα, ο Νόελ ανέβασε πυρετό ξαφνικά, καιγότανε. Έγινε ιατρικό συμβούλιο, ο Μπρούνο, κάτι άλλοι γιατροί. Του κάναν αφαίμαξη, τίποτα. Παραληρούσε, μετά. Είχε πάλι σπασμούς. Τσακώνονταν και οι γιατροί, ο ένας έλεγε βδέλλες, ο άλλος αντιμόνιο να του δώσουνε. Χειροτέρευε η κατάστασίς του.

***

Εντωμεταξύ, ο Στάνχοπ αλώνιζε στην Πελοπόννησο. Συζήταγε με κοτζαμπάσηδες, συζήταγε με κολοκοτρωνεϊκούς, άρχισε να μπαίνει στο ζουμί, δηλαδή τι έχει να γίνει όταν έρθει το δάνειο, που θα το πάρει ο Μαυροκορδάτος, να καταπνίξει τους οπλαρχηγούς, να παραμερίσει τους κοτζαμπάσηδες, να κάτσει με τους νησιώτες, να γίνει αυτός βασιλιάς. Και ο Στάνχοπ ήταν αντιμοναρχικός βαμμένος. Κάθησε και τα ξανασκέφτηκε σχετικώς με τον Μαυροκορδάτο. Και σιγά σιγά άλλαζε στρατόπεδο,  άρχισε να συμπαθεί τους οπλαρχηγούς. Αλλά ήταν και λίγο αγαθιάρης, δεν είχε μυριστεί πως ο Κάνινγκ και η Επιτροπή Λονδίνου υποστήριζε αναφανδόν τον Μαυροκορδάτο. Και πως με την κωλοτούμπα του αυτή και την στροφή του εκατονογδόντα μοιρών υπονόμευε την βρετανική πολιτική. Τέλος πάντων, συνέχισε την τουρνέ του.
Καταλήγει στην Αθήνα, με τα πολλά. Που βρίσκει εκεί τον Οδυσσέα με τον Εδουάρδο. Διότι ο Οδυσσέας είχε κάνει πάλι καπάκια με τους τούρκους, παράτησε την Εύβοια, ανησυχούσε κι' αυτός με την κατάσταση. Είχαν προσπαθήσει να τον δολοφονήσουν παλιότερα δύο φορές, την γλύτωσε παρά τρίχα. Τουτέστιν αυτός έπαιζε τραγικώς το κεφάλι του, δεν έπαιζε θεωρίες για την Δημοκρατία και το φιλοσοφικό σύστημα του Μπένθαμ. Αλλά του έστησε μία παράσταση καταπληκτική, του Στάνχοπ, κάναν κάτι εκλογές στην πόλη, τοπικές ξερωγώ, δημοτικές, αλλά με σοβαρότητα, με επιχειρηματολογίες, με ψηφοφορία, όλα να φαίνονται δημοκρατικότατα. Οπότε ενθουσιάστηκε με τον Οδυσσέα, ο φιλόσοφος, αυτός είναι ο Μπολιβάρ της Ελλάδος, όχι ο Μαυροκορδάτος.
Είχε έρθει ένα εγγλέζικο καράβι, στον Πειραιά. Τους φιλοξένησαν στην Αθήνα. Και ο καπετάνιος τους κάλεσε να πάνε. Πάνε λοιπόν, ο Οδυσσέας, ο Εδουάρδος, ο Γκούρας -ο υπαρχηγός του Οδυσσέα-, ο Χέηστινγκς, αυτός ήταν ένας καπετάνιος άγγλος, πολύ ξηγημένο παιδί, και καμιά τριανταριά παλληκάρια για ασφάλεια. Φάγανε, ήπιανε, μεθύσανε τα παλληκάρια. Τους παίρνει τους επισήμους στην καμπίνα για καφέ, ο καπετάνιος. Και στα καλά του καθουμένου, το πολεμικό κάνει πανιά και σαλπάρει. Φωνάζουν οι δικοί μας, τίποτα οι εγγλέζοι, πέρα βρέχει. Ορμάει ο Γκούρας, κόβει τα σκοινιά του πηδαλίου, μόνο τότε λέει κράτει ο καπετάνιος. Οπότε μπαίνουν οι έλληνες στις βάρκες, βγήκαν έξω κακήν κακώς. Ο Στάνχοπ που έμαθε το επεισόδιο, ο Χέηστινγκς, ο Εδουάρδος, λέγανε δεν είναι πλάκες αυτές, διότι μπορούσε να γίνει μεγάλη αιματοχυσία από παρεξήγηση. Γιατί έτσι νομίζανε, πως ο καπετάνιος έκανε πλάκα. Αλλά ο Οδυσσέας και οι άλλοι έλληνες δεν το χάβανε, ήταν σχέδιο απαγωγής.
Όπου νάναι ερχόταν το δάνειο. Βάζουν λοιπόν μπροστά μιαν άλλη πολιτική. Να μαζευτούν στα Σάλωνα, Οδυσσέας, Στάνχοπ, κάτι άλλοι καπεταναίοι ρουμελιώται, Μαυροκορδάτος, να φωνάξουν και τον Νόελ. Να δημιουργηθεί μία σύμπλευσις, μία συνεννόηση τέλος πάντων, να δούνε τι θα γίνει και με το δάνειο, να σταματήσουν οι ίντριγκες και οι δολοπλοκίες, να μην υπάρχει αδικία. Σάλωνα λέγαν τότε την Άμφισσα. Στείλαν μήνυμα στον Νόελ να βρουν μια ημερομηνία, ήταν ακόμα καλά τότε, ο Νόελ. Στην αρχή είχε αντιρρήσεις, αλλά τελικώς είπε το ναι, του έγραφε ο Στάνχοπ, τον έπεισε. Αλλά μια το ένα, μια το άλλο, μια η εκστρατεία της Ναυπάκτου που ήταν να γίνει και δεν έγινε, μια οι κωλυσιεργίες του Μαυροκορδάτου, η συνάντηση πήγαινε από αναβολή σε αναβολή. Αλλά πιέζανε τα πράματα, και κίνησε ο Εδουάρδος από τα Σάλωνα που τον περιμένανε τον Νόελ, να πάει να τον βρει να τον ξεκουνήσει.
Έφτασε στο Μεσολόγγι. Και ποιόν Νόελ να βρει; Είχε πεθάνει πέντε μέρες πριν, στις 19 Απριλίου του 1824. Γύρισε πίσω απογοητευμένος, αλλά πήρε κάτι κανονάκια του Πάρρυ, να τα πάει στον Οδυσσέα. Εντολή του Στάνχοπ, είπε. Ήταν κι' ένας μυστήριος σκωτσέζος, του πυροβολικού κι' αυτός. Ονόματι Φέντον. Ήθελε να πάει μαζί του. Έλα, του λέει.

***

Η πρώτη δόση του δανείου έφτασε στη Ζάκυνθο. Τραβάει ολοταχώς για την Ζάκυνθο, ο Στάνχοπ, να την παραλάβει αυτός, μην προλάβει ο Μαυροκορδάτος. Διότι με το που πέθανε ο Νόελ, αυτός ήταν ο μόνος εν Ελλάδι εκπρόσωπος της Φιλελληνικής Επιτροπής Λονδίνου, και διαχειριστής του δανείου. Αλλά μόλις φτάνει στη Ζάκυνθο, του δίνει ένα χαρτί, ο διοικητής της νήσου. Διαβάζει ο Στάνχοπ, τι να δει, ανάκληση αδείας από το σύνταγμά του, στην Αγγλία. Κι' άφησε και τα τυπογραφεία, και τις θεωρίες του Μπένθαμ, και γύρισε στην Αγγλία, και ξεμπέρδεψε με όλους αυτούς τους έλληνες.
Το δάνειο εκταμιεύθηκε κανονικότατα στον Μαυροκορδάτο και τους υδραίους. Οι οποίοι ρίξανε τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου. Οπότε κι' αυτοί πήγανε με τον Κολοκοτρώνη. Συνωστισμός επακολούθησε στο Ναύπλιο, όλοι να πάρουν μερτικό από το δάνειο. Και ως δια μαγείας, οι οπλαρχηγοί και τα παλληκάρια παρατάγανε τον Κολοκοτρώνη, τον Οδυσσέα, τον Νικηταρά, τρέχανε στο Ναύπλιο να εξασφαλίσουν μερτικό από τις λίρες, κι' αλλάζανε στρατόπεδο. Εξεγείρονται εκ νέου οι πελοποννήσιοι, φουντώνει πάλι ο εμφύλιος. Και με τα λεφτά του δανείου κατέβηκε ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, ο Τσάμης Καρατάσος, ο Δράκος, κι' ο Γκούρας, ο υπαρχηγός του Οδυσσέα, να καταπνίξουν την εξέγερση των πελοποννησίων. Και δεν αφήσανε τίποτα όρθιο, ιδίως ο Γκούρας, αδίσταχτος και φριχτός.  Εκεί απάνω, σε μία μάχη, σκοτώνεται και ο γιός του Κολοκοτρώνη, ο Πάνος. Τσάκισε, ο Γέρος. Και πήγε και παραδόθηκε. Μαζί με τον Νικηταρά, τον Πλαπούτα, τους Δεληγιανναίους, κι' άλλους οπλαρχηγούς και προεστούς του Μοριά. Τους φυλακώσανε στην Ύδρα.

 ***

Αυτός ο Γκούρας που ήταν το πρωτοπαλλήκαρο του Οδυσσέα, ο Οδυσσέας τον αγαπούσε, ήταν φίλοι αδελφικοί. Δυστυχώς όμως, οι γυναίκες τους μισιούνταν. Η Ανδρούτσαινα τρωγότανε πως δεν ήταν ίσια κι' όμοια με τη Γκούραινα, την γυναίκα του υποταχτικού του αντρός της, έτσι έλεγε. Και την απέφευγε, δεν την έκανε παρέα. Η Γκούραινα, νταρντάνα, αρχοντογυναίκα, εντωμεταξύ. Από τις καλύτερες οικογένειες των Αθηνών. Οπότε το μίσος εμφιλοχωρούσε μεταξύ των δύο οικογενειών. Στο τέλος ο Γκούρας πέρασε στο άλλο στρατόπεδο, του τάξανε να του δώσουνε κι' αυτουνού καμιά λίρα, και να τον διορίσουνε φρούραρχο της Αθήνας. Και καθαιρέσανε τον Οδυσσέα. Ο οποίος είχε πάει κι' αυτός στο Ναύπλιο, σε μίαν απέλπιδα προσπάθεια να  ανανήψει, να προσκυνήσει το άλλο στρατόπεδο, του Μαυροκορδάτου. Και παρ' ολίγο να τον δολοφονήσουν ξανά, εκεί στο Ναύπλιο που πήγε να φιλήσει κατουρημένες ποδιές. Διαφυγή καμιά.
Χωρίς λεφτά, ο Οδυσσέας, έχανε και τον στρατό του, τον παρατάγανε τα παλληκάρια. Μόνο ο Εδουάρδος ήταν εκεί, κοντά του, βράχος. Αποφασίσανε να χωρίσουνε. Ο Εδουάρδος θα πήγαινε στο λημέρι του Οδυσσέα, στον Παρνασσό. Κι' ο Οδυσσέας θα έμενε στην ανατολική Ρούμελη, να δει πως μπορεί να ελιχθεί. Διότι στην απελπισία του αποφάσισε να φωνάξει συμμάχους τους τούρκους, δηλαδή τον πασά του Ευρίπου, που είχε παλιά τα καπάκια. Κι' ας του έλεγε ο Εδουάρδος να μη το κάνει, ήτανε προδοσία αυτό το πράμα, δεν ήταν καπάκια. Αλλά ο Οδυσσέας τίποτα, αγύριγο κεφάλι, αρβανίτικο. Για να εκβιάσει, έλεγε, τους κυβερνητικούς, να τον αποκαταστήσουν. Και τούστειλε ο πασάς ενισχύσεις τους ντελήδες, το ιππικό. Όπου αφηνιάσανε, ο Μαυροκορδάτος και οι άλλοι, και στείλαν τον Γκούρα να τον πολεμήσει. Κι' ο Οδυσσέας, ο οποίος εμπιστευόταν τον Γκούρα, παραδόθηκε, με τον όρο να τον πάει να δικαστεί τίμια. Και ο Γκούρας είπε εντάξει, και γυρίσανε στην Αθήνα.
Και τον φυλάκισε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, ο Γιάννης ο Γκούρας. Στον βενετσάνικο πύργο της Ακρόπολης. Μετά τον γκρεμίσαν τον πύργο, τώρα πια δεν υπάρχει.

***


Γύρισα από την Ολλανδία, και κάθησα να τελειώσω τον πρόλογο. Πέρασα κι' από τον εκδότη για καφέ, και τι μου λέει; Πως έδωσε στον επιμελητή το βιβλίο του Εδουάρδου πούχα μεταφράσει, Αι Περιπέτειαι ενός Νεώτερου υιού, αυτό με τα κουρσάρικα στην Ινδία, στη Μαδαγασκάρη. Και μου λέει ένα τρανταχτό όνομα, πολύ διανοούμενος, ο επιμελητής. Ο οποίος είπε δεν βρίσκει κάποιο λόγο για τον οποίο πρέπει να εκδοθεί αυτό το βιβλίο. Μα χριστιανέ μου, του λέω, ο λόγος να το εκδόσεις είναι ο πρόλογος που σου γράφω τώρα. Διότι το βιβλίο είναι το προσχέδιο της πραγματικής  ζωής του Εδουάρδου λίγα χρόνια μετά, τις μπούρδες και τις καυχησίες που έλεγε στο βιβλίο, τις έκανε αλήθεια εδώ, στην πατρίδα μας. Δεν καταλάβαινε αυτός, είχε παρωπίδες, αλλά και μένα στ' αρχίδια μου, είχα πληρωθεί προκαταβολικά. Και περίμενα το τελικό οκέι να φύγω για τη Ρουάντα. Μ' αυτόν θα ασχολιόμουνα;


Κεφάλαιον 7ον. Η Μαύρη Τρούπα.

Ήταν ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, εκεί στις Βρυξέλλες. Σαν μαύρη τρούπα, αλλά ζαχαρί χρώμα, μελαμίνη. Και γύρω γύρω καθόμασταν δύο έλληνες, δύο πορτογάλοι, ένας αυστριακός, στρατιωτικός νομικός σύμβουλος, αυτός o αυστριακός, κι' ένας δανός δημοσιογράφος. Κι' ένας γερμανός υπάλληλος της Κομισιόν. Κι' άλλος ένας, γερμανός επίσης. Αυτός εκπροσωπούσε μία κρατική εταιρία, γερμανική, που έτρεχε αναπτυξιακά προγράμματα στον Τρίτο Κόσμο. Αυτή η εταιρία είχε υποκατάστημα, έκανε δουλειές και στη Ρουάντα, θα μας έκανε λογιστική υποστήριξη. Τα αυτοκίνητα, τα κομπιούτερ, τα γουώκη τώκη, τα σπίτια που θα μέναμε εκεί κάτω, η μισθοδοσία μας, όλα θα τα αναλάμβαναν οι γερμανοί. Και τίθω το ερώτημα αν ήμαστε αποστολή της Κομισιόν, του ΟΗΕ, ή της Γερμανίας. Μέχρι που είδα το νούμερο στο συμβόλαιο. Μισθός συν τα εκτός έδρας. Τον μήνα. Ήταν σε ευρώ, δεν πολυκαταλάβαινα τότε, δεν είμαι και καλός στην αριθμητική. Ρωτάω τον άλλον, μου λέει ένα νούμερο με έξι μηδενικά, σε δραχμές αυτό. Επίσης, οι γερμανοί μας πληρώναν και ασφάλεια ζωής, γερμανική επίσης, υπολογισμένη σε συνθήκες εμπόλεμης ζώνης. Ο μισθός εξαρτιόταν, είπε ο γερμανός, από την προϋπηρεσία του καθενός, τις σπουδές του, και τον τιμάριθμο στην πατρίδα του. Δηλαδή πόσα παίρνει ένας γερμανός με τα δικά μου προσόντα; ρωτάω εγώ. Δεν είμαι υποχρεωμένος να σας πω, μου λέει ο γερμανός. Πορτογάλος είμαι, δεν είμαι μαλάκας, λέει κι' ο πορτογάλος, αλλά με τρόπο, στα γαλλικά, να μην τον ακούσουνε οι γερμανοί. Επίσης, θα είχαμε διαπιστευτήρια του ΟΗΕ. Εκεί που θα πηγαίνουμε, στη ζούγκλα, θα μας συνοδεύουν τίποτα κυανόκρανοι; ρωτάω πάλι. Όχι, λέει ο γερμανός. Αλλά οι κυανόκρανοι έχουν κάτι φυλάκια αριά και που, αν χρειαστεί. Οπότε πετιέται ο πορτογάλος ξανά και λέει, με τόσα που παίρνεις, ψώνισε κανά καλάζνικοφ και είσαι εντάξει, διακόσια πενήντα δολάρια το ένα τα πουλάνε. Έχουνε πολύ πλάκα, οι πορτογάλοι.

***

Το λημέρι του Οδυσσέα ήταν στον Παρνασσό, σ' ένα μέρος που το λέγαν Βελίτσα, ή Κακιά Σκάλα, ή Σαρανταύλι, ή Μαύρη Τρούπα. Ήταν ένας πελώριος βράχος, εκατό μέτρα ύψος, κι' από πάνω πετάγαν αετοί. Ανέβαινες με ανεμόσκαλες, τις είχαν δεμένες πάνω στην πέτρα. Κι' άμα τις τράβαγαν απάνω, δεν υπήρχε περίπτωση ν' ανέβει κάποιος. Στην κορφή, είχε μία είσοδο με πορτάρα, έκλεινε με αμπάρες. Και γύρω πολεμίστρες. Είχε και μία μεγάλη σπηλιά, θολωτή, πολύ ευρύχωρη, κι' άλλες μικρότερες, συγκοινωνούσαν μεταξύ τους, καθόλου υγρασία εντωμεταξύ. Είχαν φτιάξει και σπιτάκια ξύλινα με όλα τα κομφόρ, αποθήκες, προμήθειες, στάρι, κριθάρι, αραποσίτι, κρέας παστό, αλάτι, τυριά, αλεύρι, παξιμάδι, μπαρούτι, βόλια, να μείνουνε εκεί μέχρι δευτέρα παρουσία. Μέχρι και οπλοτεχνουργείο είχε, να επισκευάζουν τα όπλα. Κι' ένα εκκλησάκι είχε. Είχε και μια πηγή, νερό κρυστάλλινο, απ' το βουνό.
Εκεί πάνω ανέβηκε ο Εδουάρδος, και πήρε μαζί του την γυναίκα του Ανδρούτσου, και την μάνα του. Η οποία είχε μαζί της και την κόρη της, την ετεροθαλή αδερφή του Οδυσσέα, την Ταρσίτσα. Δεκατριών ετών, η Ταρσίτσα. Ήτανε κι' ένας ούγγρος αγωνιστής, ο Κάμερον, είχε πολεμήσει με τον Ναπολέοντα αυτός. Επίσης, ήταν ένας τουρκαλβανός, ο Μπαμπά Αχμέτης. Κι' άλλα δυο τρία παλληκάρια, κι' ένας παπάς χριστιανός, γέρος. Αυτός ο παπάς πάντρεψε τον Εδουάρδο με την Ταρσίτσα, και τον έκανε κουνιάδο, ο Εδουάρδος τον Οδυσσέα. Είχανε κι' ένα τζομπανόσκυλο αγραφιώτικο, θεός να σε φυλάει. Αυτός καθόταν συνέχεια στην πορτάρα, την φύλαγε, δεν πέρναγε κουνούπι. Κι' έτρωγε μονάχα από το χέρι του Μπαμπά Αχμέτη ή  του Εδουάρδου.
Ο Εδουάρδος επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο. Μια φορά είχε βγει να συναντήσει τον Οδυσσέα, πριν τον πιάσουν. Τον βρήκε με τους τούρκους, ήταν μ' έναν μπέη και τη συνοδεία του. Του φάνηκε πως τον κρατάγαν λίγο σαν αιχμάλωτο. Του είπε να αποδράσει, είχαν τα μέσα να τον πάνε στα Επτάνησα, με εγγλέζικο καράβι. Κι' ο αρμοστής ο Άνταμ είπε εντάξει, νάρθει. Αλλά ο Οδυσσέας φοβόταν τους άγγλους, δεν πήγε στο ραντεβού. Έστελνε και άλλα γράμματα, ο Εδουάρδος. Πότε να του στείλουν προμήθειες, πότε να κοιτάξουν το χαρεμάκι του, στην Αθήνα, πότε τόνα, πότε τ' άλλο.
Και τούχε πει -ο Οδυσσέας του Εδουάρδου- δε πα να σου φέρουνε την υπογραφή μου, να μην τους ανοίξεις, κλεμμένη θα είναι. Τον πήγανε λοιπόν δεμένο οι άνθρωποι του Γκούρα, και τούλεγε άνοιξε. Κι' ο Εδουάρδος, τίποτα. Τους έλεγε πέντε χιλιάδες τάλαρα σας δ΄θνω να τον αφήσετε να μπει μέσα μόνος του. Αλλά δεν τον έδωσαν, φύγανε.
Στα ριζά του βράχου είχε ένα κοίλωμα. Τόχαν φράξει με πέτρες, κι' εκεί έμενε εκείνος ο μυστήριος σκωτσέζος που είχε γίνει κολαούζος του Εδουάρδου από το Μεσολόγγι, ο Φέντον. Διοικούσε μία φρουρά, και έκανε περίπολα, αν πλησιάζουν τούρκοι, έλληνες, εχθροί τελοσπάντων. Ανέβαινε και συχνά πυκνά στον βράχο, τούχανε εμπιστοσύνη. Αλλά αυτός ο Φέντον ήταν εντελώς ρεμάλι. Διότι χωρίς να το γνωρίζει ο Εδουάρδος ήταν σπιούνος του Μαυροκορδάτου. Ήταν κι' ένας άλλος, αμερικάνος αυτός, ο Τζάρβις, αγωνιστής, ήταν σε πολλές μάχες με τους τούρκους, αλλά αφοσιωμένος μέχρις εσχάτων στον Μαυροκορδάτο.   Αυτός ο Τζάρβις μεσολαβούσε μεταξύ Μαυροκορδάτου και Φέντον, και είχανε στήσει μία συνωμοσία να καθαρίσουν τον Εδουάρδο. Και κάνανε αλληλογραφία μεταξύ τους. Διότι εφημολογείτο πως απάνω στη σπηλιά είχε κρύψει ο Οδυσσέας τις λίρες από τα πλιάτσικα. Και υπολογίζανε να φάνε τις λίρες, κανονίζανε δι' αλληλογραφίας τη μοιρασιά. Αλλά αργούσε ο Μαυροκορδάτος να δώσει την έγκρισή του να  φάνε τον Εδουάρδο, και ο Φέντον αδημονούσε, διότι αν μυριζόταν τίποτα ο Εδουάρδος, την είχε γαμήσει κανονικά.
Διότι ο Μαυροκορδάτος υπολόγιζε να τελειώνει μ' αυτή την ιστορία στα μουλωχτά. Υπήρχαν αντιδράσεις, ακόμα και μέσα στην κυβέρνηση, κι' από τους στρατιωτικούς, Καραϊσκάκη και άλλους, και ήθελε να προλάβει. Κι' η άλλη μαϊμού, ο Κωλέττης, είχε κι' αυτός από παλιά δοσοληψίες με τον Οδυσσέα. Αλλά πιο πολύ καιγόταν ο Γκούρας, που είχε κάνει τα αίσχη στην Πελοπόννησο, είχε προδώσει αδελφική φιλία για να  ανέβει, ο γιδοβοσκός, και τώρα έτρεμε που θα τους είχε όλους αυτούς απέναντι, που θα τους αμολάγανε με την αμνηστεία. Σου λέει, πρώτα με βάλατε να γίνω άτιμος και καθήκης, και τώρα με παρατάτε. Έτρεμε τον Οδυσσέα, και μετά λόγου γνώσεως, θα τον σούβλιζε, έτσι κι' έμενε ζωντανός. Αλλά κι' ο Γκούρας σκοτώθηκε, τον επόμενο χρόνο.

***

Τον πήγανε τον Οδυσσέα στην Ακρόπολη. Στην αρχή τον είχαν ελεύθερο να τριγυρνάει μέσα στο κάστρο. Αλλά τον φτύνανε, οι άνθρωποι, τον βρίζανε, τον χτυπάγανε. Οπότε τον φυλάκισαν στον βενετσάνικο πύργο, στον Γουλά. Να μη διασαλευτεί η τάξις, ξερωγώ. Κι' αντί να τον πάνε στο Ναύπλιο να δικαστεί, που τούχε υποσχεθεί ο Γκούρας, τον είχε δεμένο με αλυσίδες, σε άθλια κατάσταση, σ' ένα κελί. Οπότε, μία νύχτα μπήκαν τέσσερις μέσα. Κατάλαβε αυτός, και τους είπε ξέρω γιατί ήρθατε και ποιός σας έστειλε, λύστε μου ένα χέρι να δούμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκος. Και φώναζε και του Γκούρα να τον ακούει, αυτές τις σαπιοκοιλιές εδώ δεν τις συνερίζομαι, αλλά εσύ, ρε Γιάννη, γιατί; Ο Γκούρας έλειπε όμως, ίσως τόχε κανονίσει έτσι επίτηδες να μην είναι εκεί. Πέσαν απάνω του, λύσσαξε ο Οδυσσέας, ενός τούκοψε δύο δάχτυλα με τα  δόντια, απελπισία, δεμένο και δεν τον κάναν ζάφτι, του στρίψαν τ' αρχίδια να παραλύσει από τον πόνο. Κι' έτσι καταφέρανε και τον πνίξανε. Και μετά τον πετάξανε κάτω από τα τείχη, πήγε να αποδράσει και τσακίστηκε. Έτσι διαδώσανε. 

***

Ήρθε κι' ένα εγγλεζόπουλο, κάτω από τον βράχο, δεκαοχτώ χρονών, πολύ αριστοκρατικής οικογενείας, ο Γουάϊτκομπ. Εντελώς ολιγοφρενής όμως, ηλίθιος περιωπής. Που τον έβαλε στο σχέδιο, ο Φέντον, να φάνε τον Εδουάρδο, που έχει τις λίρες του Οδυσσσέα σε γκαζοντενεκέδες, πάνω στη σπηλιά. Και που θα γίνει πρίγκηψ της Λιβαδειάς, μετά, ο Γουάϊτκομπ. Διότι του πήγαινε τρία κι' ένα, του Φέντον, ν' ανέβει πάνω στη σπηλιά να εκπληρώσει το συμβόλαιο με τον Μαυροκορδάτο. Ανεβαίνανε λοιπόν παρέα, πάνω στη σπηλιά, ο Εδουάρδος δεν υποψιαζόταν τίποτα, διότι ο Γουάϊτκομπ ήταν πολύ γνωστής οικογενείας, υπεράνω πάσης υποψίας.
Μια μέρα, κάνανε διαγωνισμό σκοποβολής οι τρεις τους, με τις μπιστόλες. Εκεί λοιπόν που ο Εδουάρδος ήταν συγκεντρωμένος στον στόχο, του αδειάζει ο Γουάϊτκομπ την μπιστόλα από πίσω. Ο Φέντον μάλλον δεν έριξε, έβαλε το βλαμμένο να κάνει τη δουλειά. Η μπιστόλα, λοιπόν, είχε δύο κάνες, με διπλή σκανδάλη. Η μία σφαίρα πέρασε μέσα από το στόμα του Εδουάρδου, τούσπασε τα δόντια. Η άλλη τον βρίσκει στην πλάτη, παρά τρίχα στην σπονδυλική στήλη, σφηνώθηκε εκεί. Παίρνει χαμπάρι τι είχε συμβεί ο ούγγρος ο Κάμερον, παίζει μία, τον κάνει τον Φέντον μακαρίτη. Ο βλάκας ο Γουάϊτκομπ έφυγε τρεχάλα, να προλάβει να την κοπανήσει από την ανεμόσκαλα. Αλλά στην πόρτα φύλαγε το τζαναμπέτικο το τζομπανόσκυλο και γρύλιζε, οπότε δεν είχε που να πάει, καθηλώθηκε. Έρχεται και ο τουρκαλβανός ο Μπαμπά Αχμέτης, τον βουτάει, τον δένει, κι' ήθελε να τον κρεμάσει από το παλάγκο που είχαν για ν' ανεβάζουν τις προμήθειες πάνω από τον γκρεμό. Τσίριζε ο Γουάϊτκομπ, έκλαιγε. Γιατί ήρθανε και οι άλλοι, και θέλανε να τον σουβλίσουνε, να τον ψήσουν ζωντανό. Κι' όχι μεταφορικώς. Γίνονταν αυτά, στην Επανάσταση.
Τον έσωσε ο Εδουάρδος. Ο οποίος είχε τραυματιστεί θανάσιμα, αλλά δεν έχασε τις αισθήσεις του. Ποιός ξέρει γιατί τον έσωσε. Ήθελε να γίνουν ανακρίσεις, να δούνε τα καθέκαστα. Βρήκανε μετά στα πράματα του Φέντον όλη την αλληλογραφία με τον Τζάρβις, που μπλεκόταν κι' ο Μαυροκορδάτος μέσα. Οπότε καταλάβανε πως ο Γουάϊτκομπ ήταν κι' αυτός επίσης θύμα της συνωμοσίας. Και τον άφησε, ο Εδουάρδος.
Επίσης, δεν μπορεί όλη αυτή η δουλειά να ήταν μόνο του Μαυροκορδάτου, του Τζάρβις και του Φέντον. Ο Μαυροκορδάτος ήταν άνθρωπος προσεχτικός και πανούργος, δεν έπαιρνε ρίσκα με τους πάτρωνές του, την Φιλελληνική Επιτροπή Λονδίνου, ξερωγώ, ή τον Κάνινγκ. Δεν γινόταν λοιπόν να διατάξει την δολοφονία άγγλου υπηκόου αν δεν είχε έγκριση άνωθεν, ρητή ή σιωπηρά. Και πολύ ορθώς είχε κρίνει πως την βρετανική πολιτική ουδόλως την έβλαπτε να βγάλουν από την μέση τον Εδουάρδο, ο οποίος τόσα και τόσα κωλύματα τους είχε δημιουργήσει έως τώρα. Τουναντίον, τελευταίως είχε γίνει ακόμα πιο ενοχλητικός, στην Αγγλία η φήμη του εξαπλωνόταν ραγδαίως, επαναστάτης, ρωμαντικός και βυρωνικός ήρωας, σου λέει ο άλλος. Υπήρχε επίσης στην Αγγλία και μία φιλελεύθερη κοινή γνώμη, διανοούμενοι, καλλιτέχναι, δημοσιογράφοι, κόσμος, ψηφοφόροι, όλοι αυτοί υποστηρίζαν τον Κάνινγκ γιατί νομίζαν που υποστηρίζει την Επανάσταση από ιδεολογία, όχι από πολιτικές τσιριμόνιες και έχει σκοπιμότητες αποπίσω. Μεθαύριο θα γύρναγε πίσω ο Εδουάρδος και θα τους ξεσήκωνε όλους αυτούς κατά του Μαυροκορδάτου. Ή και του Κάνινγκ. Οπότε τους βόλευε, την κυβέρνηση, να φύγει από τη μέση.
Όμως ο Εδουάρδος είχε κράση ατσάλινη. Ήταν ξαπλωμένος με φριχτούς πόνους, τον περιμένανε από ώρα σε ώρα. Αυτός εκεί, όμως. Και δεν άφηνε να τον ακουμπήσουν, ούτε να τον αλλάξουν, ούτε γιατρούς ήθελε. Τρεφόταν μόνο με κρόκους αυγού. Αδυνάτιζε, εντωμεταξύ, έμεινε σκελετός. Αλλά δεν έλεγε να πεθάνει.
Εντωμεταξύ τα γεγονότα μαθεύτηκαν, διότι τίποτε δεν μένει κρυφό στην όμορφη πατρίδα μας, με της Δικαιοσύνης της τον Ήλιο τον Νοητό και την Μυρσίνη τη δοξαστική. Ένας φιλέλληνας, ο Χάμφρεης, που είχε έναν νταϊφά* στη Ρούμελη, προσπάθησε να τον σώσει. Έφυγε λοιπόν για το Ναύπλιο, να ειδοποιήσει τον διοικητή της αγγλικής μοίρας που ναυλωχούσε κει πέρα, να τον πάρουνε να τον πάνε στα Επτάνησα. Αλλά τον πιάσανε για λιποτάχτη, παρολίγο να βρει τον μπελά του κι' αποπάνω. Κι' ο διοικητής ούτε δαχτυλάκι δεν κούνησε, σου λέει αυτός εστράφη στασιαστικώς κατά των βρετανικών συμφερόντων μας, κι' εμείς θα τρέχουμε να τον σώσουμε, άσε τον να ψοφήσει εκεί στα κατσάβραχα, το κοπρόσκυλο. Στην Μαύρη Τρούπα.
Ευτυχώς όμως, το ζήτημα μαθεύτηκε και στην Αγγλία. Και η οικογένεια του Εδουάρδου είχε τις άκρες της. Έπιασε ένας μπάρμπας του τον Κάνινγκ αυτοπροσώπως. Κι' έστειλε γράμμα η μάνα του στον σερ Φρέντερικ Άνταμ, στην Κέρκυρα, και τον εκλιπαρούσε να σώσει τον γιό της. Οπότε εκάμφθησαν, οι ιθύνοντες. Και διετάχθη πλοίον της μοίρας να πλεύσει εις Αταλάντην να παραλάβει το θερίο τον Εδουάρδο, πού είχε γλυτώσει εντωμεταξύ τον κίνδυνο, να τον πάει στο Τζάντε.
Έκατσε στην Ζάκυνθο, ο Εδουάρδος, μαζί με την Ταρσίτσα, κάμποσο καιρό. Κάναν και μια κόρη. Αλλά τρωγόντουσαν συνέχεια. Η Ταρσίτσα ήθελε να ντύνεται φράγκικα, όπως οι ζακυνθινές. Ο Εδουάρδος ήθελε να την ντύνει αρβανίτικα. Μια φορά την άρπαξε από τα μαλλιά και την κρέμασε έξω από το παράθυρο. Την κούρεψε αργότερα, και την έκλεισε σε μοναστήρι. Και της έστειλε και την κόρη τους σ' ένα πακέτο, πέθανε το κοριτσάκι μετά από λίγο.
Γύρισε με τα πολλά στην Αγγλία. Έγινε διάσημος με το βιβλίο του το κάλπικο,  Αι περιπέτειαι ενός Νεωτέρου Υιού, αυτό που όπως σας είπα είχα κάνει μετάφραση. Ήταν μάλιστα πιο διάσημος από τον Νόελ, τον Μπάιρον δηλαδή, και τον Σέλλευ. Στα χρόνια εκείνα, εννοείται. Διότι σήμερα ο Μπάιρον και ο Σέλλευ διδάσκονται στα πανεπιστήμια, και τον Έντουαρντ Τζων Τρελώνη τον κατουράει ο πάσα ένας έλληνας εκδότης και λογοτεχνικός επιμελητής. Παντρεύτηκε άλλες δύο φορές, έκανε ένα τσούρμο παιδιά, πήγε στην Αμερική, και πέθανε πλήρης ημερών, ενενήντα χρονών παρά ένα. Κράταγε αλληλογραφία και με την Μαίρη Σέλλευ, την χήρα του Πέρσι.   Όταν έπεσε το Μεσολόγγι, της έγραψε πως "η Ελληνική Επανάσταση άρχισε από σκλάβους. Όσοι μπόρεσαν να επιβιώσουν θα είναι σκλάβοι βυθισμένοι σε ποταπή και αιώνια δουλεία." Αμετανόητος εραστής της Ελευθερίας ή καθήκης και κάθαρμα, βγάλτε τα συμπεράσματά σας μόνοι σας.
Λίρες δεν βρέθηκαν πάνω στη σπηλιά. Τις είχε θάψει σε διάφορα μέρη ο Οδυσσέας, μόνο αυτός μπορούσε να τις βρει μετά. Κι' αν βρέθηκαν από άλλους, δεν το μάθαμε εμείς.

***

Απογειώθηκε το αεροπλάνο, κι' έβλεπα αποκάτω για λίγο τα φώτα καθώς έπαιρνε στροφή πάνω από τις Βρυξέλλες. Μετά από λίγο, έπλεε μέσα στο πιο απόλυτο σκότος, μέσα σε μια Μαύρη Τρούπα. Κι' ήμουνα κι' εγώ, εκεί μέσα, διότι δεν ήξερα τίποτα, μόνο τα λίγα που μας είπαν στο πόδι για την Γενοκτονία, και την αποικιοκρατία, και οι ταυτότητες που γράφαν απάνω χούτου, τούτσι, ξερωγώ, και ποιός κατάρριψε το αεροπλάνο του Χαμπιαριμάνα**...
Μας ζητάγαν να φτιάξουμε την εικόνα μιας νέας χώρας με ετοιματζήδικες αλήθειες κομμένες στα μέτρα τους.
Έτσι γίνεται η διεθνής πολιτική. Κι' υπάρχουν κάτι διαφανείς κλωστές, πολύ λεπτές, που την δένουν με τις ζωές μας, οπότε οι ζωές μας γίνονται πολύ παράξενες, σχεδόν ακατανόητες, μάλλον αστείες, αδύνατον να μετρήσουμε το βάρος των πράξεών μας, όλο δικαιολογίες, ωστόσο συμμετέχουμε στις εξελίξεις κολυμπώντας σε μία Μαύρη Τρούπα, σαν τ' αρεοπλάνο καλή ώρα, κάποιος άλλος παντογνώστης μας πάει μέσα στο σκοτάδι, ξένος σ' έναν τόπο ξένο, με μια γλώσσα άγνωστη, σ' ένα σκηνικό τόσο εξωτικό και αποπλανητικό, που ξεχνάς την τραγωδία και τη φρίκη του, και δεν ξέρουμε ποιόν ρόλο παίζεις ακριβώς σ' αυτό το κουκλοθέατρο, και μέσα σ' αυτή την ομορφιά γίνεσαι ο ψευταράς Τρελώνης, ο ναρκισσευάμενος Βύρων, ο μακιαβελικός Μπλάκιερ, ο ηλίθιος Γουάιτκομπ...
Ξημέρωσε ένας λαμπερός ήλιος κι' έβαφε τα σύννεφα διάφορα χρώματα. Και μετά λόφοι σ' όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, και λίμνες που καθρέφτιζαν το πιο ατάραχο μπλε.
ΤΕΛΟΣ
Η φωτό: Νεκρή φύση (βιβλιάριο εμβολίων, έγγραφα, χαρτονομίσματα, φωτογραφία για διαβατήριο.)


* σώμα ατάκτων. 
** Περισσότερα για την ρουαντέζικη κρίση:

 https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A1%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1  




ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Αυτή την ιστορία που θα σας πω τώρα δεν έγινε ούτε τώρα, ούτε επί Επαναστάσεως, ούτε το 1995.
Έγινε το 1982, που υπηρετούσα ακόμη στο Ναυτικό.
Με φώναξαν σε μία εκπομπή στην τηλεόραση. Τότε ήταν μόνο η ΕΡΤ, άλλα κανάλια δεν είχε. Να παίξω ένα δύο τραγούδια.
Ερχόταν η 25η Μαρτίου. Οπότε είχα φτιάξει προσφάτως ένα καινούργιο επί τη επαιτείω, και λέω αυτό θα παίξω, που είναι επίκαιρο, θα αρέσει.
Πήγα λοιπόν στο στούντιο, εξωτερική παραγωγή ήταν, στη Δάφνη, στο Βύρωνα, Μπραχάμι, δεν θυμάμαι. Να το γράψουνε βίντεο, να μεταδοθεί την άλλη βδομάδα.
Το τραγούδι έλεγε που εμείς φταίμε, που τους λιβανίζουμε συνέχεια αυτούς τους ήρωες του εικοσιένα, Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Ανδρούτσο, Μακρυγιάννη, και ξεχάσαμε τι σκατούληδες ήταν κι' αυτοί, με τους εμφυλίους και τη φαγωμάρα που τους έδερνε αλύπητα, και τα άλλα τους τα ελαττώματα, κι' ας τους το χρωστάμε το λίγο κράτος μας που έχουμε, σ' αυτουνούς και στην παλαβομάρα τους, δεν έχω πρόβλημα. Αποτέλεσμα, αηδιάσαμε από το πολύ λιβάνι, και δεν θέλουμε να ξέρουμε την Μαύρη Τρούπα, αυτή από την οποία μας γλύστραγε και λεγόμεθα σήμερα Έλληνες, όπως ανέλυσα εκτενώς ήδη. Και νομίζουμε που ελευθερωθήκαμε μόνο με Ορθοδοξία και τα Γιαταγάνια, και οι Αρχαίοι ημών πρόγονοι, ξερωγώ, αλλά αυτό δεν είναι αφήγηση για να φκιάξουμε εθνική συνείδηση, αυτό είναι κολοκύθια τούμπανα για να κοιμάσαι μέχρι δευτέρα παρουσία, μια φαρμακαποθήκη λεξοτανίλ είναι, και λίγα λέω. Αυτά έλεγε το τραγούδι, αλλά όχι ακριβώς έτσι, πιο ποιοτικά τα έλεγε, δηλαδή είχε και ποίηση μέσα. Διότι σου λέει το νιάνιαρο τι να κάτσω να δω τον παπαφλέσσα στην τελεόραση, να πάω να δω τον Ιντιάνα Τζόουνς στο σινεμά πιο καλύτερα. Δηλαδή καλή την πίστη τάλεγα αυτά όλα, δεν έβριζα.
Τέλος πάντων, μετά έφυγα με το καράβι, σε άσκηση.
Την δεδομένη ημερομηνία και ώρα στήθηκε η δόλια η μάνα μου με τον πατέρα μου να δουν την εκπομπή, είχαν μάλιστα ειδοποιήσει συγγενείς και φίλους να κάτσουνε να με δούνε, μέχρι κι έναν απόστρατο στρατηγό με τη γυναίκα του, που παίζανε μαζί κουμκάν. Καλοί άνθρωποι, όμως.
Αλλά τίποτα. Η εκπομπή παίχτηκε δηλαδή, αλλά χωρίς εμένα, έλαμψα δια της απουσίας μου. Απογοητεύτηκε η μητέρα μου, η οποία έπαιρνε πολύ επί πόνου κάθε επαγγελματική μου αποτυχία. Πήρε λοιπόν τηλέφωνο μία πολύ καλή φίλη της, ηθοποιός, που ήταν πολύ καλή φίλη της δημοσιογράφας που έκανε την εκπομπή, και την παραγωγή, όλα τάκανε αυτή, ήτανε στα μέσα και στα έξω, πολύ καλή φίλη του Σαββόπουλου επίσης, όλους τους καλλιτέχνες του έντεχνου τους ήξερε, τους έβαζε στην εκπομπή, πηγαίναν και ταβέρνα μαζί, εκδρομές, είχε και σχέσεις κοινωνικές με όλους αυτούς. Κι' αυτή η ηθοποιός ρώτησε την δημοσιογράφα γιατί με κόψανε, και αυτή της είπε, α, δεν χώραγε, δεν είχαμε χρόνο. Και αυτή το είπε στη μάνα μου. Γιατί εγώ δεν την ήξερα καθόλου τη δημοσιογράφα, μόνο κατ' όνομα.
Τι να πω κι' εγώ, γιατί δεν με βάλατε; Οπότε ξανάφυγα για άσκηση μετά από λίγο καιρό.
Εκεί λοιπόν που πλέαμε, έρχεται και με βρίσκει ένας ναύτης, ειδικότης ηλεχτρολόγος, που δεν τον ήξερα επίσης, τριακόσια άτομα πλήρωμα είχε κειμέσα στο καράβι.
-Να σου πω κάτι, ρε κληρούχα, μου λέει, εγώ στις εξόδους μου κάνω κάτι έξτρα σε μία εταιρεία παραγωγής, και μου λέει το όνομα εκπομπής την συγκεκριμένη. Και εκεί που περίμενα για το γύρισμα, ήταν η δημοσιογράφα η δείνα εκεί, και μου λέει το όνομα αυτής της δημοσιογράφας. Και έβλεπε την εκπομπή την μονταρισμένη αυτή, να τσεκάρει ξερωγώ, είναι εντάξει όλα, πριν βγει στον αέρα. Και βλέπει εσένα, ακούει και το τραγούδι που έλεγες. Και είπε ότι όχι, αδύνατον, αυτό δεν βγαίνει στον αέρα, δεν λέγονται αυτά. Και σε κόψανε επιτόπου. Στο λέω για να ξέρεις.
Είπα ευχαριστώ στον άνθρωπο, συγκινήθηκα με τον αυθορμητισμό του. Και μετά καθόμουν και σκεφτόμουνα. Εν πλω, τώρα. Διότι υπήρχαν δύο πιθανότητες. Η πρώτη πιθανότης: ο τυπάκος να ξηγήθηκε φίνα, πήρε πρέφα το σκηνικό, ήρθε και μου τόπε, κι' ούτε να μου θέσει όρους να μην δημιουργήσω κανένα θέμα, γιατί θα χάσει τη δουλειά του που μου το φανέρωσε. Η δεύτερη πιθανότης: ο τυπάκος να είχε πει στην εταιρεία τον ξέρω αυτόν, εμένα δηλαδή με ξέρει, τον έχουμε στο καράβι δίοπο. Και του είπε η δημοσιογράφα αυτή τράβα πέστου το και το, τέτοια αναρχικά δεν τα σηκώνουμε εμείς, θα τον λιώσουμε. Αλλά με τρόπο, να μην φαίνεται πως μου στέλνει η δημοσιογράφα μήνυμα ευθέως. Οπότε άμα βγω εγώ να διαμαρτύρομαι, αυτή να λέει εγώ δεν έχω ιδέα, ούτε ηλεχτρολόγο ξέρω, ούτε τίποτα, από το μυαλό του τάβγαλε αυτός, εγώ δηλαδή τάβγαλα από το μυαλό μου. Να γίνω και καραγκιόζης αποπάνω. Οπότε το βούλωσα.
Φίνος, σκάρτος ο τυπάκος, άνευ σημασίας το ερώτημα. Η ουσία είναι άλλη. Η ντόπια διανόησις που λέμε, αυτοί την είχαν φάει στη μάπα την μεταπολίτευση, την αριστερά, διαβάζανε συνεχώς Ελύτη, Σεφέρη, ΚΟΜΕΠ, Αλτουσέρ, μπουχτήσανε στο τέλος, τα πάντα ρει, θέλαν κάτι πιο πνευματικό, ξερωγώ, πιο ψαγμένο, ν' αλλάξουνε λίγο τον αέρα τους. Οπότε σου λέει εντάξει η αριστερά, αλλά βάλε και λίγο αρχαιότητες, και λίγο Ορθοδοξία, και λίγο των ελλήνων οι κοινότητες, και η παρεούλα μας που φτιάχνει ιστορία, όλοι οι άλλοι είναι ανιστόρητοι, ξερωγώ, ήτανε πολύ τρέντη αυτά εκείνη την εποχή. Επί ΠΑΣΟΚ, λέμε. Και φτιάχναν ένα κλίμα πιο παραδοσιακό, να πούμε. Που εμένα η παράδοση δεν με χαλάει, ρεμπέτικα, νησιώτικα, ηπειρώτικα, χάλκινα, όλα μ' αρέσουνε, δεν έχω θέμα. Αλλά αυτοί το παραχέσανε, εγώ τι τους έφταιγα;
Λέω τελικώς δεν γαμιέται, απελύθηκα με τα πολλά. Έβγαλα και καινούργιο δίσκο, το έβαλα μέσα το τραγούδι αυτό για την 25η Μαρτίου.
Αλλά και τον καινούργιο δίσκο μου τον κόψανε από την ΕΡΤ, δεν τον παίζανε στο ραδιόφωνο. Δηλαδή τους έστειλε τον δίσκο η δισκογραφική, κι' αυτοί κολλήσανε ένα σελοτέιπ αποπάνω, να μην το παίζουν στο πικάπ.
Δεν πειράζει, λέω σήμερα που τα σκέφτομαι, έχουμε και τις παρελάσεις. Τα κορίτσια βάφονται και λοξοκοιτάνε αν τις κοιτάνε τα αγόρια. Τα αγόρια κάνουν τους άνετους και λοξοκοιτάνε επίσης αν τους κοιτάνε τα κορίτσια.
Μπαίνει και η Άνοιξη.


Η ζωγραφιά: 25η Μαρτίου. Παστέλ και γκουάς, 28Χ39 cm, 2003.

Το τραγούδι: 25η Μαρτίου, ΕΛΛΑΣ, 1984.

Η ταινία: Ο Παπαφλέσσας, του Ερρίκου Ανδρέου, 1971, απόσπασμα. Ο Κολοκοτρώνης μιλάει στους έλληνες.