Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Όνειρο της 8ης Ιανουαρίου 2018, χαράματα.



Είμαστε με τον Κλε, στην Θεσσαλονίκη. Για κάποιον άγνωστο λόγο, οπλοφορούμε. Αυτός έχει ένα μάγκνουμ ασημένιο με λαβή ελεφαντοστούν τρομερό, τόχει στην απομέσα τσέπη στο μπουφάν. Εγώ έχω ένα καλάζνικοφ κρυμμένο στη μασχάλη μου, κι' αποπάνω κάτι σαν τρενσκότ μαυριδερό προς το ανθρακί απροσδιορίστου αποχρώσεως. Αλλά περισσεύει το καλάζνικοφ αποκάτω, φαίνεται η κάνη του.
Πάμε πάνω στο Σειχσού. Έχει κάτι πολυκατοικίες καινούργιες, αλλά προχειροφτιαγμένες και άσκημες, σαν εργατικές κατοικίες. Είναι μια συμμορία εκεί στον δρόμο, δεν ξέρουμε τι περιμένουνε, κάτι. Πλησιάζει ο Κλε, τους μιλάει ωραία, ευγενικά, να μας αφήσουνε να περάσουμε, ξερωγώ. Σε λίγο γυρίζει πάλι προς τα μένα μαζί με έναν πολύ αγριεμένο, σκυλόφατσα, και πολύ βρωμιάρης φοράει μια αθλητική φόρμα αυτός. Θάναι ο αρχηγός, μάλλον. Με το που βλέπει το καλάζνικοφ να προεξέχει από το τρενσκότ, παθαίνει πανικό, τραβάει το μπιστόλι, είχε μπιστόλι. Προλαβαίνω όμως εγώ, σηκώνω το καλάζνικοφ, τακατακατάκα, τον γαζώνω. Τρέχουνε κι' άλλοι δύο δικοί του, τακατακατάκα, πάρτους κάτω.
Το βάζουμε στα πόδια με τον Κλε, μέσα στο δάσος. Δεν ξέρω γω πως, βρισκόμαστε στο Πανεπιστήμιο. Είναι κάτι κτίρια, διάδρομοι, γραφεία, σκάλες, ψυχή ζώσα. Τρέχουμε, τρέχουμε, με τα πολλά βγαίνουμε στην έδρα Φυσικής Ιστορίας ή κάτι τέτοιο. Είναι εκεί ένας καθηγητής, κάτι διδακτικό προσωπικό, διοικητικοί. Τους λέμε εμείς θα περάσουμε να βγούμε έξω, εσείς κανονίστε. Βλέπουνε αυτοί τα όπλα, μιλιά καθόλου. Και βγαίνουμε, όντως.
Δεν ξέρω γω πως, βρεθήκαμε κάπου εκεί που είναι ο Λευκός Πύργος, αλλά δεν έχει Λευκό Πύργο, στη θέση του είναι ένας λοφίσκος. Κι' από κάτω παρατηρούμε, προς την Παλιά Παραλία γίνεται χαμός, δακρυγόνα, ΜΑΤ, εκρήξεις, φωτιές, διαδήλωση γίνεται, και είναι και διάφοροι που τρέχουν να ενωθούν με τους διαδηλωτάς.
-Δεν ξέρω τι θα κάνεις, εγώ θα πάω, μου λέει ο Κλε με άγρια χαρά. Κι' αρχίζει να τρέχει κι' αυτός με τους άλλους.
-Κάτσε στ' αυγά σου, χριστιανέ μου, του λέω, που πας να μπλέξεις με την κουμπούρα να σε πιάσουνε να μας συνδέσουνε με τους τρεις που φάγαμε πρωτύτερα. Αλλά αυτός αγρόν ηγόραζε, είχε ήδη απομακρυνθεί.
Τι να κάνω, φεύγω κι' εγώ στα μουλωχτά, προς την Παύλου Μελά, φαίνεται ήσυχα αποκεί, να αποφύγω τα επεισόδια να πα να κρύψω το καλάζνικοφ. Και τόνε βλαστήμαγα. Με τον ενθουσιασμό του.

Η ζωγραφιά: Φανταστικό τοπίο στην Παραλία. Μολύβι, πενάκι, παστέλ, ακρυλικά σε Α4 πολυτελέιας, 2018.

Το τραγούδι: Η φωτιά στο Λιμάνι, Ξύλινα Σπαθιά

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Όνειρο το απόγευμα της 6ης Δεκεμβρίου 2017




Είμαστε εκδρομή χειμωνιάτικη, με ένα πούλμαν της δεκαετίας του εξήντα. Πρέπει νάναι προς την Λιβαδειά, μέσα στον κάμπο. Είχε λιακάδα.

Σταματάμε κάπου στην άκρη της παλιάς Εθνικής. Κατεβαίνω, μαζί με τους άλλους εκδρομείς. Είναι ένας σταυρός εκεί, πέτρινος, κάπου δέκα μέτρα ψηλός. Μπορεί και παραπάνω.


Δεν ξέρω πως σκαρφάλωσα πάνω στον σταυρό. Έκατσα με τα πόδια κρεμασμένα στο κενό, μ' έπιασε ίλιγγος. Αλλά το πάλευα, κοίταγα μακριά την πεδιάδα, πέρα κάτι λόφοι, είχε ωραία χρώματα, κόκκινα, κίτρινα, σκούρα πράσινα και καφετιά, και προχώραγε τ' απόγευμα, κι' είχε βάλει λίγη ψύχρα.

Μετά από λίγο, ανεβαίνει απάνω κι' ο Πατρίς Λουμούμπα μ' έναν ακόμα από το πούλμαν. Φόραγε ένα σκούρο κουστούμι, κι' από πάνω καπαρντίνα.

-Τι βλέπεις; με ρωτάει. Και κοίταζε κι' αυτός πέρα.

-Έχουμε κι' εμείς τους μάρτυρές μας, του λέω.

Τον Λουμούμπα δεν τον έπιανε ίλιγγος, ανέβηκε στο κεφάλι του σταυρού, στεκόταν όρθιος κι' έψαχνε τον ορίζοντα, ευθυτενής, με μία φυσική άνεση, λες και πάταγε κάτω στα χωράφια. Και κοίταγε γύρω τον ορίζοντα.

-Κι' εσύ τι βλέπεις; τον ρωτάω.

-Δεν βλέπω, αλλά ψάχνω να δω τι είναι πέρα από το μαρτύριο, μου ξαναλέει. Χωρίς να σταματήσει να κοιτάει πέρα.

Κοίταγα κι' εγώ πέρα τις λοφοσειρές. Κρύωνα και φοβόμουν. Ο ήλιος είχε δύσει, το φως και τα χρώματα χάνονταν σιγά σιγά, μέσα σ' ένα μπλε που σκοτείνιαζε όλο και πιο πολύ. Σκεφτόμουν πως διάολο θα κατέβω από κειπάνω.

Στα όνειρά μου συχνά βρίσκομαι κάπου ψηλά, ή και πετάω. Συνήθως είναι ευχάριστα, αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν και πολύ.

Ευτυχώς ανακάλυψα ένα σκοινί δεμένο δίπλα μου, ήταν λεπτό, κι' όχι πολύ μακρύ. Θα κρεμαστώ, λέω, θα με κρατήσει να κατέβω όσο φτάνει. Και μετά να πηδήσω, κι' ό,τι θέλει ας γίνει.

Κρεμιέμαι, και τότε έγινε κάτι περίεργο, το σκοινί γίνεται σα λάστιχο, αρχίζει να τεντώνεται και να μακραίνει σιγά σιγά. Μέχρι που ακούμπησα σώος και αβλαβής στο χώμα..

Κοίταγα τον σταυρό, από πάνω προς τα κάτω.


Και τότε είδα τ' όνομα σκαλισμένο στην πέτρα. Έγραφε Νίκος Πλουμπίδης. 

Πως τα επέρασα στην Κέρκυρα


Πρώτο μέρος. Προσωπική Αρχαιολογία


Αναμνήσεις Κερκύρας, Κύριλ Στάντσεφ

Λοιπόν, τον Μάιο που μας πέρασε είχα πάει στην Κέρκυρα. Γινόταν ένα Συνέδριο Ψυχιάτρων εκεί, και παρεισέφρησα ως συνοδός ψυχιάτρου, αν και συνήθως είναι ακίνδυνοι, οι Ψυχίατροι. Βεβαίως, άλλος ήταν ο σκοπός μου. Διότι παιδιόθεν με στέλνανε να με ξεφορτωθούν το καλοκαίρι στον θείο μου τον Βάγγο και τη Γιώτα, που είχανε μια κόρη τη Στέλλα, μεγαλύτερη από εμένα. Ήθελα να βρω το σπίτι που μένανε.
Το σπίτι που μένανε ήτανε οδός Αγίας Βαρβάρας, αλλά αριθμός δεν θυμόμουν. Μόνο πως ήταν πολύ στενός ο δρόμος, καντούνι δηλαδή. Κι' απέναντι από το σπίτι ήταν μία γκρεμισμένη εκκλησία. Είχε γκρεμιστεί στους βομβαρδισμούς, αυτή. Αλλά το ιερό δεν ήταν εντελώς γκρεμισμένο, και μία κυρία είχε βάλει μία λαμαρίνα από πάνω, και έμενε στο ιερό. Είχε και κότες, η κυρία, και γάτες πολλές. Μία φορά θυμάμαι που είχε σφάξει μία κότα, αλλά όχι καλά, και της ξέφυγε η κότα και της κρεμόταν το κεφάλι από μια πέτσα, κι' έτρεχε μέσα στα ερείπια, και πιτσίλαγε αίμα παντού. Δεν το έχω ξεχάσει αυτό το θέαμα, θάμουν δέκα χρονών, δώδεκα ίσως.
Το σπίτι του Βάγγου ήταν σε μια ανηφόρα, αλάνα κάπως, με χώμα κάτω, και είχε παλιά σπίτια, σ' άλλα μέναν άνθρωποι κι' άλλα γκρεμισμένα από τους βομβαρδισμούς. Μιλάμε για το εξηντατόσο τώρα. Κι' ήταν μπροστά στην αλάνα ένας μεγάλος δρόμος που έκανε κούρμπα σε κείνο το σημείο, κι' από τη μία κατεύθυνση πήγαινες στο Σορόκο, κι' από την άλλη έβγαινες στη Σπιανάδα, και συνέχιζε ακριβώς στη γέφυρα του Παλαιού Φλουρίου, τότε ήταν στρατώνας, ΚΕΝΚ, Κέντρον Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Κερκύρας, αλλά η θεία μου και η ξαδέρφη μου λέγαν Κέντρον Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Κορφού, και γελάγανε, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί είχε αρχίσει ο τουρισμός.
Ευγενίου Βουλγάρεως

Και το δρόμο που βγαίνει στο Φλούριο τον θυμόμουν, απεδείχθη πως λέγεται Ευγενίου Βουλγάρεως, κι' από την άλλη πήγαινε στο Σαρόκο, αλλά το λέγανε Σορόκο οι δικοί μου, διότι ήταν ξενομερίτες, ο Βάγγος δημόσιος υπάλληλος στο Μονοπώλιο, πούλαγε αλάτι, πετρέλαιο και τράπουλες, το Κράτος. Αλλά πουθενά δεν έβλεπα αλάνα. Διότι είχαν χτίσει μία τράπεζα εντωμεταξύ. Αλλά το κατάλαβα που ήταν η αλάνα εκεί πρώτα, διότι η Τράπεζα είναι πιο καινούργια, μαρμάρινη ξερωγώ. Και τα άλλα σπίτια είναι παλιά.
Με τα πολλά, βρήκα την οδός Αγίας Βαρβάρας, και η εκκλησία ανακαινισμένη. Οι Άγιοι Πατέρες ήταν, τελικώς. Και απέναντι, στο νούμερο 19 ήταν μία πόρτα, και στην πόρτα ήταν μία κυρία κάπως ηλικιωμένη με τις σακούλες, γύρναγε από το σουπερμάρκετ. Με συγχωρείτε, λέω, το και το, θυμόσαστε μία κυρία Γιώτα που έμενε εδώ, και την θυμότανε, αν και ήταν νεότερη από τη Γιώτα, στην ηλικία μου, αυτή με τα ψώνια. Λοιπόν πήρα φωτογραφίες, παλιά η πόρτα ήταν ξύλινη, και η σκάλα είχε ένα ξύλινο παραπέτο, μύριζε μία γλυκειά μυρωδιά, την οποία θυμάμαι βεβαίως, αλλά δεν μπορώ να περιγράψω, διότι έχουμε λέξεις για τα χρώματα, αλλά όχι για τις μυρωδιές, να λέμε ξερωγώ είχε μία μυρωδιά μπορντό με χρυσαφί και πράσινες ανταύγειες, να συνεννοούμεθα.
Η πόρτα

το μπαλκόνι

Το καντούνι

Εμείς μέναμε σε κείνο το μπαλκόνι που βλέπετε στη φωτό, ήταν παλιό χειροποίητο φερφορζέ με ξύλο παραπέτο, αλλά το αλλάξανε, ποιός ξέρει, δεν θα ήταν πλέον ασφαλές. Εκεί καθόμασταν τα βράδια, μετά τη βόρτα. Και τρώγαμε καρπούζι. Θυμάμαι επίσης τον προβολέα του αεροδρομίου που χτένιζε τον σκοτεινό ουρανό της καλοκαιρινής νύχτας. Και τις φωνές "Λαέ της Κερκύρας, δεν είμαστε εγκληματίες..." και τ' άλλα δεν τα έβγαζα, ή δεν τα καταλάβαινα, αυτό πρέπει να ήταν πριν το 1960, το 1958 ή 1959, δεν είχα πάει σχολείο. Και αναστέναζε η Γιώτα, που άκουγε αυτό το "Λαέ της Κερκύρας," και μια φορά είπε "να πάμε να τον δούμε αυτή την Κυριακή," κι' εγώ ρώτησα ποιόν να πάμε να δούμε, και μου είπε τον αδερφό της, και ρώτησα εγώ ξανά που είναι αυτός ο αδερφός σου, και μου είπε στο τρελοκομείο, γιατί είχε και τρελοκομείο η Κέρκυρα. Αλλά μου έλεγε ψέμματα, διότι ο αδερφός της δεν ήταν στο τρελοκομείο, ήταν στις Φυλακές Κερκύρας, ως κουμμουνιστής. Αλλά δεν ήθελε να μου πει πως ήταν κουμμουνιστής, μην αρχίσω να το λέω εδω κι' εκεί, σε τίποτα γειτόνους, γνωστούς, ξερωγώ, και εκτεθούμε. Οπότε με το τρελοκομείο να μην εκτεθούμε τόσο. Αλλά μιαν άλλη φορά, πάλι τρώγαμε, πεπόνι νομίζω, και φωνάζανε αυτοί "Λαέ της Κερκύρας,"  και ρωτάω τον θείο Βάγγο ποιοί είναι αυτοί που φωνάζουνε, και τότε μου τόσκασε το μυστικό πως είναι κουμμουνιστές, είναι στη φυλακή, και ρωτάω ξανά τι είναι οι κουμουνιστές, και μου λέει ο Βάγγος πως θέλουνε όλοι να έχουνε τα ίδια, και ξαναρωτάω εγώ ε, και γιατί τους έχουνε στη φυλακή; Και δεν είπε τίποτα ο Βάγγος, ή είπε κάτι του στυλ "ε, τώρα, τέλος πάντων..."  Που ήταν συμπαθών, ο Βάγγος. Ευτυχώς δηλαδή που μούκοψε τη φόρα εκεί απάνω, με το μαλακό δηλαδή μου τόφερε, γιατί αν συνέχιζα θα γινόταν της ταινίας ο Βούλγαρης, όχι αυτός με τον δρόμο παρακάτω, ο Ευγένιος Βούλγαρης που λέγαμε, ο άλλος, ο Παντελής. Δεν ξέρω αν είναι συγγενείς αυτοί οι δύο.
Είναι και ένα άλλο συμβάν που πρέπει να αναφέρω με το μπαλκόνι, αν και εγώ δεν το θυμάμαι προσωπικώς, αλλά η Γιώτα φύλαγε σταυρό πως συνέβη. Με βλέπει, ξερωγώ, νάχω καβαλήσει το κάγκελο του μπαλκονιού και να βολτάρω ανέμελα στο περβάζι. Και της κόβεται η αναπνοή. Κι' έρχεται αποπίσω στα νύχια τω ποδιώνε και μ' αρπάζει και με τραβάει μέσα.
Από την πίσω μεριά, το σπίτι είχε "τη σάλα." Η οποία και ήταν το Άβατο της Γιώτας. Μόνο αυτή έμπαινε, με τα πατάκια. Την παρακάλαγα να κάνω πατινάζ, τσουλήθρα ξερωγώ, σε κείνο το παρκέ, τίποτα. Άνοιγε μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η σάλα. Και για να διαβάζει πιάνο η ξαδέρφη μου.Ήταν και την κουζίνα. Εκεί ζούσαμε κυρίως. Είχε ένα μεγάλο παράθυρο, έβλεπες όλη την παλιά πόλη, το καμπαναριό του Αγίου Σπυρίδωνα, τον Βίδο, και μεριές μεριές τη θάλασσα. Προλάβαινες να δεις για λίγο τις πλώρες της Άππιας και της Εγνατίας, τι ολόλευκες που ήταν, εκείνες οι πλώρες, με τι χάρη σκίζανε τον καθρέφτη τον μπλε της θαλάσσης μέσα στο πρωινό, λοξές πλώρες, αξέχαστες σαν ερωμένες, σαν μητέρες, σαν θεές...
Η θεία η Γιώτα μαγείρευε ωραία, γεμιστά, μπριάμ, ιμάμ, μουσακά, απ' όλα. Ερχόταν το παιδί από το φούρνο, ένας πολύ οστεώδης και στεγνός, ο Λευτέρης, ηπειρωτάκι ήταν, έπαιρνε τα ταψιά, του λέγαν οι νοικοκυρές να πεις του φούρναρη να τα ξεροψήσει, ή όχι τόσο ψημμένα, την άλλη φορά μου τα καρβούνιασε, ο Λευτέρης λοιπόν έλεγε ένα "μάιστα-μάιστα," ήταν αγαθή ψυχή ο έρμος, είχε μια πετσέτα τυλιγμένη με τρόπο, τα φόρτωνε πάνω στο κεφάλι του, τα πήγαινε στο φούρνο, τάφερνε πίσω, ξεθεωνότανε, σκάλες, καντούνια, χιλιόμετρα, μεσημέρια, όλη μέρα αυτή τη δουλειά, με τα ταψιά πάνω στο κεφάλι του.
Ήμουν ολιγόφαγο παιδί, όλο με πιέζανε να φάω. Μια φορά, με μπουκώσανε ένα αυγό, και μπήκαμε στο λεωφορείο να πάμε στο Κανόνι, μισή ώρα δρόμο, και μόλις φτάσαμε, το έφτυσα. Αλλά θυμάμαι τα μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα ή και κιμά, αυτό μ' άρεσε πιο πολύ, όταν ήμουνα πολύ μικρός τα μακαρόνια τα έλεγα μπουνταμπάκια. Οπότε με φωνάζαν ο μπούνταμπας. Έτρωγα δύο πιρουνιές, και μετά έκανα τον καραγκιόζη. Είχε έναν σκύλο στη γειτονιά, τον Μικέλη. Εγώ λοιπό πήγαινα κάτω από το τραπέζι κι' έκανα τον Μικέλη, και τους έλεγα να μου ρίξουν κανένα κόκκαλο, και γελάγανε αυτοί. Ο μπούνταμπας, ο ζούρλιακας, ο Μπιλάκος. Εγώ ήμουνα αυτός.
Αυτός ο Λευτέρης ο κακόμοιρος, μια φορά γύρισε κομμάτια στο φούρνο, είχε καύσωνα έξω. Ήπιε δύο παγωμένες πορτοκαλλάδες, και ξεψύχησε, δεν άντεξε η καρδιά του. Αλλά αυτό αργότερα, ήμουνα πια στο γυμνάσιο εγώ, δεν με στέλναν πια στην Κέρκυρα.
Εκεί στη γειτονιά έμενε και η κυρία Ρόζα. Πήγαινε στο φούρνο, είχε την καρέκλα της εκεί, καθόταν με τις ώρες, μίλαγε με τον φούρναρη, τους πελάτες, όλους τους ήξερε, αλλά δεν έχει ούτε έναν συγγενή στον κόσμο, η ψημμένη, έλεγε η Γιώτα, και τον αριθμό χτυπημένο στο χέρι της. Έτσι έμαθα για το Άουσβιτς.


Δεύτερο μέρος. Ο Αράπαρος, ο Μέτελας, ο Κοκός κι' οι κερατάδες.


Ο Αράπαρος κι' εγώ, παστέλ και γκουάς

Έκανα μια βόλτα στο κέντρο, με τα τουριστικά μαγαζιά, τα χρυσοχοεία, τα επώνυμα ρούχα, και τα τοιαύτα. Όταν ερχόταν ο 6ος Στόλος, εδώ γέμιζε αμερικάνους, η Γιώτα τους φοβόταν έτσι ψηλοί που ήταν, ειδικά κάτι μαύροι θερία, ή μπορεί και να μην τους φοβόταν ακριβώς, τέλος πάντων, αλλά έλεγε "Παναγία μου και Χριστέ μου, κάτι αράπαροι!" Και γέλαγε. Οπότε το άκουγα εγώ αυτό, πέντε έξι χρονώ εντωμεταξύ, λοιπό κει που είχαμε κατέβει βόρτα, στέκομαι μπροστά σ' ένανε και του λέω "αράπαρε!" Και γέλαγε αυτός, μπορεί και να κατάλαβε πως λέω αλόχα, αλλά γέλαγε και μούδωσε μια σοκολάτα.
Μετά πήγα στο Δημοτικό Θέατρο της Κερκύρας. Δεν είναι ωραίο, μου θυμίζει αορίστως την ΦΜΣ στη Θεσσαλονίκη. Το παλιό ήταν ωραίο, αντίγραφο της Σκάλας του Μιλάνου. Αλλά βομβαρδίστηκε στον πόλεμο, τώρα γιατί οι ιταλοί λυσσιάξανε να βομβαρδίζουνε την Κέρκυρα, η οποία δεν ήτο κάποιας στρατηγικής σημασίας, είναι αλλουνού παπά βαγγέλιο. Είναι που στην αεροπορία κατετάχθησαν διάφοροι μεγαλοφασίστες, που θέλανε να μαζέψουν παράσημα και γαλόνια αβρόχοις ποσί που λένε, αλλά να μην κινδυνέψουνε και πολύ. Γιατί στη στεριά απέναντι είχε κάτι εγγλέζικα καταδιωχτικά, δεν ξέρανε που ακριβώς. Οπότε βομβαρδίζαν την Κέρκυρα που δεν είχε κάλυψη και δεν κινδυνεύανε καθόλου.
Το Θέατρο
Το θυμάμαι, το παλιό θέατρο, διότι είχαν μείνει όρθιοι οι εξωτερικοί τοίχοι. Αλλά μετά τους έριξε κι' αυτούς η χούντα, κι' έφτιαξε αυτό το άχαρο. Αλλά σ' αυτό το άχαρο έπαιξα τη Σανταρόζα και έγινα γνωστός στο Πανελλήνιο εν μία νυκτί. Γι' αυτό και ήθελα να το δω. Αλλά ήταν κλειστό, δεν μπήκα μέσα.
Η Σπιανάδα, το Λιστόν που λέγεται
Τέλος πάντων έφυγα, πήγα στη Σπιανάδα. Ξέρετε, με τις αψίδες, το Λιστόν που το λένε. Διότι το άλλο πρωί που βραβεύθηκα και μ' έδειξε η τηλεόραση είχα καθήσει εκεί πέρα για καφέ, και όλοι με γνωρίζανε, και γυρνάγανε να με δούνε σα νάμουνα ο Γκρέγκορι Πέκ. Οι αψίδες του θριάμβου δηλαδή. Είχα μετά ραντεβού με την ψυχίατρο που συνόδευα, που δεν είχε άλλο Συνέδριο, να της δείξω τα αξιοθέατα. Κάτσαμε λοιπόν στη Σπιανάδα στις αψίδες του θριάμβου, ήπιαμε κι' ένα εσπρεσάκι, νομίζεις πως είσαι Ιταλία, στη Σπιανάδα. Επίσης στη Σπιανάδα έχει μία τεράστια πλατεία με γκαζόν, ίσαμε τέσσερα γήπεδα ποδοσφαίρου. Τότε, τέλη πενήντα, αρχές εξήντα, ήταν σκέτο χώμα. Στην αλάνα αυτή οι κερκυραίοι παίζανε κρίκετ, ακόμα και σήμερα παίζουνε κρίκετ. Η Κέρκυρα είναι το μοναδικό μέρος στην Ελλάδα που παίζουνε κρίκετ, τους έμεινε από την αγγλοκρατία. Εκεί δίπλα είναι και το Μέγαρο του Μέτελα. Αυτόν τον Μέτελα που ήταν διαβόητος, οι άγγλοι τον λένε Μαίτλαντ, δεν ξέρω ακριβώς για ποιόν λόγο. Ίσως να άλλαξε όνομα για να κρύβεται, ήταν πολύ φοβερός ανθέλληνας. Σε βαθμό τέτοιας φοβερότητος, που άμα απειλήσεις έναν κεφαλλονίτη πως θα φωνάξεις την αστυνομία, ή την πολεοδομία, ή τη ΣΔΟΕ ξερωγώ, αυτός για να σου δείξει που δεν μασάει, σου λέει "ωρέ, δε πα να το πεις και του Μέτελα!" Που τον λένε και Μέτουλα, μερικές φορές, τον εν λόγω Μέτελα, οι κεφαλλονίτες. Οι κερκυραίοι δεν το ξέρουνε τον Μέτουλα, λένε μόνο Μέτελα. Αυτές είναι οι βασικές διαφορές Κερκύρας και Κεφαλλονιάς. Οι κερκυραίοι παίζουν κρίκετ, αλλά οι κεφαλλονίτες τον έχουνε χεσμένο, τον Μέτουλα.
Το Μέγαρο του Μέτελα

Επίσης, θυμάμαι το Μέγαρο του Μέτελα που ήταν μετά βασιλικόν ανάκτορον και είχε τσολιάδες, πήγαινε το καλοκαίρι στην Κέρκυρα ο Παύλος με τη Φρειδερίκη, ο Κοκός, η Σοφία, η Ειρήνη, όλοι η βασιλική οικογένεια. Πότε στου Μέτελα, πότε στο Μον Ρεπώ τους έβρισκες. Δίπορτο.
Κάτω από του Μέτελα ήταν τα μπάνια του Αλέκου. Πήγαινα εκεί για μπάνιο, με τη νόννα μου τη σιόρα Στέλλα και τη θεία Γιώτα. Εκεί έμαθα χωρίς κουλούρα, μακροβούτι, βουτιές με το κεφάλι από ψηλά, γιατί είχε κάτι εξέδρες πάνω σε κάτι σίδερα, με καμπίνες ξύλινες, να αλλάζουν οι λουόμενοι. Εγώ δεν γούσταρα να αλλάζω στις καμπίνες, πήγαινα, γύρναγα με το μαγιώ. Βρε βγάλτο, θα κρυώσεις. Τίποτα. Φαίνονται ακόμα και σήμερα, οι εξέδρες που λέμε, αλλά δυστυχώς είναι ρημαδιό. Ομπρέλες, ξαπλώστρες, τότε δεν είχε βεβαίως.
Τα μπάνια του Αλέκου

Κάναμε λοιπό βόρτα στα πέριξ της πλατείας, εκεί στο δρόμο μπροστά από το Παλιό Φλούριο. Και της εξηγούσα. της ψυχιάτρου. Από κει πέρναγαν οι φαντάροι παράταξη, εξάρτηση, κράνος, όπλο και πηγαίνανε πεζοπορία πολύ πρωί, και γυρίζανε κάθιδροι στο Φλούριο σιχτιρίζοντας, την ώρα και τη στιγμή που εμείς πηγαίναμε για μπάνιο, κι' έλεγε η θεία μου στη νόννα μου, τι τα ταλαιπωρούν τα ψημμένα μες στη κάψα, και η νόννα μου συμφωνούσε, μόνο εγώ διαφωνούσα, και μακάρι να είχα όπλο και να περπάταγα βήμα, γιατί το μπάνιο κάθε μέρα βαριόμουν. Εκεί μπροστά στο Παλιό Φλούριο ήταν και η αφετηρία του Ράλλυ Κερκύρας, τρέχανε τα αγωνιστικά γύρω γύρω στην Κέρκυρα, Παλιό Φλούριο, λιμάνι, δεν ξέρω από που αλλού περνάγανε, γυρνάγανε από τη Γαρίτσα. Έτρεχε και ο Μπάρκουλης με μία Εμτζί κόκκινη ανοιχτή, και λέγανε τα κορίτσια το γνωστό "κορίτσια ο Μπάρκουλης,"  κι' είχε έναν καφενέ εκεί μπροστά στο Παλαιό Φλούριο, και πίνανε μπύρα ή και τσιτσιμπύρα, τότε τη γκαζόζα τη λέγανε τσιτσιμπύρα οι κερκυραίοι. Τώρα έχει μάλλον εκλείψει αυτή η έκφρασις, όπως και η γκαζόζα, όλοι λένε σπράιτ, πάει τέλειωσε τα άλλα. Εμένα δεν μ' άρεσε, η τσιτσιμπύρα. Αλλά είχε και υποβρύχιο, παγωτό κασάτο και άλλα είδη.
Οπότε εκεί που πηγαίναμε μου ήρθε μία μυρωδιά καβαλίνας στη μύτη, η οποία δεν είναι δυσάρεστη ακριβώς, και την θυμόμουν κι' αυτή από τα παιδιάτα μου, και τόπα της ψυχιάτρου. Αλλά αυτή πείναγε, και ήθελε να πάμε να φάμε και μου λέει άσε μας χριστιανέ μου μεσημεριάτικα, έχεις οσφρητικές παραισθήσεις. Αλλά απεδείχθη πως είχε λάθος αυτή, διότι πίσω από κάτι δέντρα ήταν τα αμαξάκια με το άλογο στη σειρά, περιμέναν τους τουρίστες, εξ ού και η μυρωδιά της καβαλίνας. Η οποία δεν ήταν παραίσθησις.
Επίσης είδαμε και το περίπτερο που έπαιζαν οι μπάντες οι φιλαρμονικές τα βραδάκια. Τότε, ήταν κάτι τσογλάνια που κάναν στους μουσικούς το εξής χουνέρι. Πηγαίναν μπροστά μπροστά, με μία λεμονόκουπα, και τη γλύφανε να τους βλέπουν οι μουσικοί. Οπότε επέρχεται εκκρίσεων σιέλων των μουσικών, που παίζουν άλλος τρομπέττα, άλλος κόρνο, άλλος τρομπόνι, άλλος κλαρίνο ξερωγώ, αναλόγως τι ξέρει ο καθένας, αλλά πολύ πράμα εκκρίσεων, και μπουκώνουν τα εργαλεία σάλιο, και δεν παίζουνε. Αυτό μου το είχε πει ένας μόνιμος ανθυπασπιστής της μπάντας του Πολεμικού Ναυτικού, όταν ήμουν προπαίδευση στου Μπαλάσκα. Κερκυραίος αυτός, και όλη η μπάντα του Πολεμικού Ναυτικού. Διότι υπάρχει και νεπωτισμός.  Ήταν υπόλογος ο ανθυπασπιστής αυτός που κάναμε αγγαρεία στις καλλιόπες, και μας έλεγε ιστορίες από την πατρίδα του. Αλλά και πάλι η ψυχίατρος δεν είχε μία πειστική ερμηνεία του φαινομένου αυτού της σιέλου. Πάντως εγώ που ρώτησα, τώρα πλέον σπανίως παίζουνε στο περίπτερο, οι φιλαρμονικές. Οπότε δεν έχει και εκκρίσεων.
Η Κέρκυρα είναι πάρα πολύ ερωτική πόλις, ίσως περισσότερο κι' από αυτήν την Θεσσαλονίκη ακόμη. Αυτό το διαπιστώνεις σε κάθε γωνία, αγόρια, κορίτσια του γυμνασίου φασώνονται δημοσίως, και βεβαίως αυτό είναι πολύ φυσιολογικό, δεν γίνεται ντόρος, όπως σε άλλα μέρη της Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως αποφεύγονται τα οικογενειακά δράματα, και πολλές άλλες στυγερές πράξεις που παρατηρούμε στην χώρα μας.  Αυτό που να αποφεύγονται οι στυγερές πράξεις δηλαδή, από πάντα γινόταν. Θυμάμαι που η ξαδέρφη μου συνέχεια τις κουτσομπόλευε, την φίλη της τη Τζίνα και τις θειάδες της, της Τζίνας τις θειάδες εννοείται, όλες αυτές είχαν αρκετούς γκόμενους, ήταν και ωραίες βεβαίως. Ενώ η ξαδέρφη μου όχι και τόσο. Και ο Βάγγος είχε και βαρύ χέρι, επιπροσθέτως. Οπότε τι να κάνει, κουτσομπόλευε, η ξαδέρφη μου.
Μπροστά στο Μέγαρο του Μέτουλα έχει αυτό το άγαλμα, το οποίον δεν είναι του Μέτουλα που ήτανε πολύ μισέλλην. 
Είναι αυτουνού που πήγε μετά, ήταν λιγότερο. Φρέντερικ Άνταμ λεγόταν. Προσέξατε το περιστέρι, πήγε κι' έκατσε απάνω στο κεφάλι του.

Επικρατούσε γενικώς ένα πνεύμα ανοχής, στην Κέρκυρα. Λέγεται πως μερικές επώνυμες κυρίες συνελήφθησαν -εκείνους τους καιρούς, λέμε- επ' αυτοφώρω σε μία γκαρσονιέρα με φαντάρους, τότε πήγαιναν ποινικό αυτές. Και τις πήγανε στο Τμήμα, ήταν να πούμε η κυρία δημάρχου, η κυρία διευθυντού τραπέζης, η κυρία λιμενάρχου ξερωγώ, κι' άλλες. Μαζί με τις άλλες, ήτανε και η κυρία χασάπου. Οπού δεν ήταν ίσια κι' όμοια της σειράς τους, αυτή η χασάπαινα. Ο χασάπης μάλιστα αυτός έμοιαζε σαν τον Κινγκόνγκ, τεραστίων διαστάσεων και ηρακλείου ρώμης. Που θα την έπιανε και θα την έσκιζε σαν γάτα, ελέγανε όλοι. Διότι μαζευτήκανε στο Τμήμα ο δήμαρχος, ο διευθυντής, ο λιμενάρχης, και είπανε περί θιγείσης τιμής και διαρραγείσης ηθικής τάξεως και διαζυγίου και τα τοιαύτα, και τελικώς κατέληξαν να μην υποβληθούν μηνύσεις, να πάει στο διάλο να τα κουκουλώσουνε, να μη γίνουνε και ρεζίλι των σκυλιώνε στη κοινωνία. Αλλά έλειπε ο Κινγκόνγκ, άργησε να ειδοποιηθεί! Που τον τρέμανε όλοι τις αντιδράσεις του, να μην αποκαλυφθεί το σκάνδαλο. Με τα πολλά, έρχεται και ο χασάπης. Του εξηγούν πως έχει η κατάστασις, τον ρωτάνε μετά εσύ τι θα κάνεις; Και λέει κι' αυτός "ε, τι θέτε να κάμω, όπου όλοι οι κερατάδες, κι' εγώ μαζί." Κι' ούτε μηνύσεις, ούτε σφαγές, ούτε γάτες, ούτε ζημιές.
Δεν πιστεύω να παρέλειψα κάτι αξιόλογο που να μην το αναφέρω, σχετικώς με την Κέρκυρα.
Α, ναι. Επίσης, ο πολιούχος τση Κερκύρας ο Άγιος Σπυρίδωνας, μεγάλη του η Χάρη, είναι πολύ τρομοκράτης.


Τρίτο μέρος. O Αρχιναύαρχος, ένας Άγιος τρομοκράτης, και η Ρένα Βλαχοπούλου.


Η ναυμαχία κατά την πολιορκία της Κέρκυρας.

Τώρα, άμα σας πω το γιατί ο Πολιούχος της Κερκύρας, ο Άγιος Σπυρίδωνας ήτανε τρομοκράτης και ακροαριστερός οπορτουνιστής, θα πείτε που άρχισα πάλι τις παραδοξολογίες. Αλλά αφήστε να σας εξηγήσω πρώτα.
Η Κοντραφόσσα
Την άλλη μέρα, μεσημέρι που σχόλασε το Συνέδριο, πήγαμε να δούμε το Παλαιό Φλούριο. Αυτό το εφτιάξανε οι βενετσάνοι. Για να μπεις στο Παλαιό Φλούριο, περνάς τη γεφυρούλα, κι' από κάτω είναι η Κοντραφόσσα, που αράζουν οι βαρκούλες. Η Κοντραφόσσα θα πει η τάφρος, ξερωγώ. Σηκώνανε τη γεφυρούλα οι βενετσάνοι, κι' άντε να πατήσει ο εχθρός μετά. Και παραμέσα, άλλη τάφρος. Και να κάτι κανόνια πελώρια! Μούρθε να πάρω σπρέι να το βάψω το κανόνι κόκκινο-άσπρο και να γράψω απάνω Άρσεναλ, να βγάλω μία σέλφη να τη στείλω του Παρεούλ. Που είναι Άρσεναλ, ο Παρεούλ, δηλαδή από τις αγγλικές ομάδες. Διότι από τις κανονικές είναι Πανιώνιος. Τέλος πάντων, ήταν Κυριακή, και ήταν κλειστά τα χρωματοπωλεία, έβγαλα φωτογραφία το κανόνι ως είχε, δεν τόβαψα.
Το κανόνι που δεν έβαψα

Λοιπόν, νάρθουμε στο θέμα μας, που είναι ο Άγιος Σπυρίδωνας και η πολιορκία της πόλεως από τους Οθωμανούς, στα 1716. Που απεβιβάσθησαν αρχές Ιουλίου, και στριμώξαν τους βενετσάνους στο Φλούριο. Οι βενετσάνοι είχανε στρατηγό Κερκύρας έναν γερμαναρά πολύ πεπειραμένο, τον Σούλεμπουργκ. Είχε και φρουρά, βενετσάνοι, γερμαναραίοι, στείλανε και μερικούς οι Ιππόται του Αηγιάννη, της Μάλτας δηλαδή. Στρατολογήθησαν όμως και κερκυραίοι αρκετοί, και χριστιανοί ορθόδοξοι και εβραίοι. Πολεμήσανε ζόρικα όλοι τους, αλλά τα πράματα ήταν δυσοίωνα. Μα πάνω που πάει να βγει ο Αύγουστος, στήνει ένα μπουρίνι ο Άγιος Σπυρίδωνας που τους αλληθώρισε τους Οθωμανούς. Μπήκανε την μεθεπομένη στα καράβια και φύγανε.
Ήτανε κι' ένας Αρχιναύαρχος βενετσάνος, ονόματι Αντρέα Πιζάνο. Αυτός ήταν γενικός αρχηγός και του Σούλεμπουργκ, και όλου του στρατού και στόλου, αδερφός του Δόγη. Αλλά πολύ μυστήριος. Ήθελε να φτιάξει Αγία Τράπεζα μέσα στον Άγιο Σπυρίδωνα, δηλαδή καθολική Αγία Τράπεζα, γιατί ορθόδοξη είχε. Και να γίνει δοξολογία καθολική επί τη κατατροπώσει των Τούρκων. Διότι ήθελε η εξουσία να προσεταιριστεί τον Άγιο που είχε σώσει την κατάσταση με το μέρος της. Αυτό δεν χρειάζεται να το αναλύσω περαιτέρω, το καταλαβαίνετε και από μόνοι σας το γιατί. Έφερε λοιπό και τα μάρμαρα, όλα έτοιμα. Στα 1718 αυτά, Νοέμβριος.
Ο Άγιος Σπυρίδωνας

Πέφτει να κοιμηθεί τη νύχτα, ο Αντρέας Πιζάνο, νάσου στον ύπνο του ένας γέρος, αλλά πολύ αγριεμένος, γυάλιζε το μάτι του. Να μην φτιάξεις την Αγία Τράπεζα, του λέει, τράβα πάρα πέρα. Προφανώς ήταν ο Άγιος Σπυρίδωνας, ο γέρος αυτός. Ξυπνάει το πρωί ο Αρχιναύαρχος, τρομοκρατημένος. Φωνάζει έναν σύμβουλό του επί των θρησκευτικών που είχε ως Αρχιναύαρχος, το και το του λέει, ήρθε ένας γέρος εκεί που κοιμόμουνα, δεν το ακυρώνουμε; Όχι του λέει ο σύμβουλος, προχώρα, διότι εμείς είμαστε χριστιανοί, ούτε ειδωλολάτραι είμεθα ούτε ψυχαναλυταί να πιστεύουμε στα όνειρα. Άσε που άμα υποχωρήσεις τώρα, ξεφτιλίστηκες στους υπηκόους μας και ξεφτίλισες και την εξουσία. Οπότε το προχώρησε, ο Πιζάνο.
Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου να του λένε οι παπάδες οι ορθόδοξοι, δεν γίνονται αυτά, Σχίσμα έχουμε, θα τσαντιστεί ο Άγιος, δικιά του είναι η εκκλησία, δεν είναι του πατέρα σου. Ε, και τι; τους λέει αυτός, εγώ να τον τιμήσω θέλω τον Άγιο, και όχι προς κακοφανισμόν σας, γέροντες! Τίποτα αυτοί, να μην φτιάξεις καθολική Τράπεζα. Είδε κι' απόειδε ο Πιζάνο, τον έπιασε στο τέλος το γλυκύ του, τους διαολόστειλε, άντε παλιοτράγοι μη σας στείλω με τις αλυσίδες στη Βενετία, να σαπίσετε στο μπουντρούμι να μη ξαναδείτε φως ημέρας. Τι να κάνουν οι παπάδες, το βουλώσανε, κι' αρχίνισαν τους οδυρμούς και τις παρακλήσεις στον Άγιο να τιμωρήσει τον ασεβή.
Και οι παρακλήσεις των εισηκούσθησαν.
Μια νύχτα πριν ξεκινήσουν οι εργασίες, άλλο μπουρίνι ο Άγιος Σπυρίδωνας. Καταιγίδα, αστραπές, κεραυνοί, χαλασμός Κυρίου. O Αρχιναύαρχος κοιμότανε τον ύπνο του δικαίου, χαμπάρι ξερωγώ. Ήτανε τώρα ένας φαντάρος και τον φύλαγε μέσα στο Φλούριο. Βλέπει έναν γέρο νάρχεται, αλλά πριν προλάβει να πει "αλτ, τις ει!" με το μουσκέτο, τρώει μια ξεγυρισμένη και απογειώνεται σβιιιιν! και πάει και πέφτει μέσα στη Σπιανάδα όρθιος με τα πόδια προς τα κάτω, σώος και αβλαβής, δεν έπαθε το παραμικρό. Έχουμε και την μαρτυρία του εν λόγω ιπταμένου φαντάρου, που την έφαγε τη σφαλιάρα, όχι τρίχες δηλαδή. Και μετά από λίγο, μία φοβερή έκρηξις συνετάραξε συνθέμελα το Παλαιό Φλούριο, ανατινάχτηκε μία μπαρουταποθήκη, μαζί και το μέγαρο δίπλα, που κοιμότανε ο Αντρέα Πιζάνο, και δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο, πάει κι' ο Αρχιναύαρχος, και καμιά εκατοστή ακόμα.
Κάθομαι λοιπόν εγώ τώρα και σκέφτομαι πως οι ορθόδοξοι είμαστε πολύ τζαναμπέτηδες, κι' εμείς και οι Αγίοι μας. Διότι τι τον έκοφτε τον Άγιο Σπυρίδωνα αν θα τον λειτουργήσουν οι καθολικοί; Αφού το ζήτημα δεν τον αφορούσε, αυτός δεν είναι ούτε ορθόδοξος, ούτε καθολικός, μάλλον είναι και τα δύο κατά μίαν έννοια, εφ' όσον αγίασε πριν το Σχίσμα. Άσε που δεν αγίασε καν στο νησί, τον φέρανε ως λείψανο ένας κερκυραίος ιερομόναχος, αποξηραμένος άγιος εισαγωγής, σα να λέμε κορινθιακή σταφίδα, να πούμε. Τι τόθελες το λοιπό το σαμποτάζ; Το σαμποτάζ προϋποθέτει σαφείς στρατηγικούς στόχους, πολιτικό πρόταγμα και κοινωνικό όραμα ώστε να έχει κάποιο νόημα. Άμα λείπουν αυτές οι προϋποθέσεις, χέστα.
Και εξηγούμαι: εκτός του καθαρώς θρησκευτικού υπάρχει και ένα κοινωνικόν ζήτημα, εφόσον η συντριπτική πλειοψηφία των ορθοδόξων ήταν πάμπτωχοι σέμπροι και ποπολάροι, που δουλεύαν σα τσου γαδάρους να ικανοποιήσουν τας ανάγκας των αφεντικών τους. Πολύ καταπίεσις και εκμετάλλευσις, εκείνη την εποχή. Είναι όμως αρμόζον και πολιτικώς σκόπιμον να εκτίθεται ένας άγιος στον ένοπλο αγώνα για τα πολιτικά, τα εθνικά, τα κοινωνικά ζητήματα; Μήπως είναι αποτελεσματικότερον να κρατάει τα μπόσικα από τσι κουίντες; Πως κάνανε οι ιρλανδοί, παραδείγματος χάριν; Μπλέξανε πουθενά τον Άγιο Πατρίκιο φόρα παρτίδα; Ποτέ! Βάλανε τον Άγιό τους να κάνει τη βρωμοδουλειά; Όχι φυσικά, για τις μπόμπες κανόνιζε ο ΙRA. Και στο κάτω κάτω της γραφής, τι κατάφερε ο Άγιος Σπυρίδωνας με τις στρακαστρούκες-θαύματα και τα μπουρίνια εν αιθρία, χάιντε  στο γάμο του καραγκιόζη; Τίποτα. Διότι επί της ουσίας τα φλέγοντα αιτήματα και τις ιστορικές προκλήσεις των καιρών σου, ο Άγιος αγρόν ηγόραζε. Αποτέλεσμα; Έγινε η Ένωσις; Έγινε, στα 1864. Σηκώσαμε την γαλανόλευκη που έχει στη μέση το Σταυρό σε τούτο δω το Παλαιό Φλούριο, το οποίο ο Άγιος το ανατίναξε στα 1718; Την σηκώσαμε. Άντε να σκίσουμε και τη Χρυσόβιβλο. Τη σκίσαμε. Αλλά η σκαιά εκμετάλλευσις του αγρότη από τον κτηματία, ίδια κι' απαράλλαχτη, το ίδιο το βιολί και επί ελληνοκρατίας. Μοναχά μετά το 1960 είδε επιτέλους ο κερκυραίος άσπρη μέρα κάπως, και πάλι, νάναι καλά ο τουρισμός.
Εσύ, Άγιε μου Σπυρίδωνα, άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε, ουδέποτε πήρες θέση κατά της στυγνής εκμεταλλεύσεως, ούτε μαζικοί αγώνες στήριξες, ούτε τους Ριζοσπάστες, ούτε την Αντίσταση, ούτε όραμα είχες, ούτε τίποτα. Μοναχά λιτανείες και φιλαρμονικές και αγήματα και χρυσοποίκιλτα άμφια και εξαπτέρυγα και εθνική ανάταση. Πολύ λάδι και τηγανίτα τίποτα. Εθνικές τσιριμόνιες, διακρίσεις, λογική Δημοσίου, ρητορική ψωροκώσταινας και αναλγησία. Και θαύματα, θαύματα, θαύματα...  
Αλλά για πες μου, τι σε ψέλνουνε και σε λιβανίζουνε κάθε επέτειο του σαμποτάζ; "Φυλάττειν τον λαόν και την πόλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον." Κι' άμα λέμε τον λαό σου λέμε όόόλον τον λαό σου, δεν λέμε μόνον το Χριστεπώνυμο πλήρωμα σου. Λέμε και τους άλλους. Δεν πολεμήσανε κι' αυτοί μαζί με τους χριστιανούς συμπολίτας τους να σώσουν την πόλη σου από τον Οθωμανό; Πολεμήσανε, και μάλιστα με αυταπάρνηση και γενναιότητα απαράμιλλη. Έκανες τίποτα θαύμα γι' αυτουνούς, άμα τους πήρανε; Όχι. Έκανες τίποτα για την κυρία Ρόζα; Όχι.
Ε, τότε τι σκατά πολιούχος είσαι;
Η γέφυρα και η είσοδος του Παλαιού Φλουρίου

Απογειωθήκαμε από το Ιωάννης Καποδίστριας με κάπως βαριά διάθεση εγώ, εξ αιτίας αυτής της συνομιλίας οπού είχα με τον Άγιο, και των δυσμενών εξελίξεων που επικρατούν στην Ορθοδοξία, την Αριστερά, την Ευρώπη, την Ελλάδα, τα Επτάνησα και την Κέρκυρα ειδικότερα. Και να σκεφτεί κανείς πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα όταν επέστρεφα από την Νήσο των Φαιάκων βραβευμένος και δαφνοστεφής, τότε, μετά τον θρίαμβό μου του 1981! Έλαμπε το νησί μέσα σ' εκείνο το ηλιόλουστο φθινοπωρινό απόγευμα, κι έβλεπα αποπάνω την Παναγία την Βλαχερνίτισσα κατάλευκη, λουσμένη στο φως, και το Ποντικονήσι πνιγμένο στα πεύκα και τα κυπαρίσσια, κι' ευφραινόταν η ψυχή μου από  τους τόσο ζαφειρένιους ιριδισμούς της οργιώδους βλαστήσεως που επικρατεί θριαμβευτικώς στην Κέρκυρα, κι' έπλεα ανάλαφρος στους αιθέρας μακάριος εγώ, ω! χρυσή, γαλάζια και καταπράσινη ευτυχία μου! Και δύο σειρές παραπίσω συνταξιδιώτισσα μου εσύ, πιο Κόμισσα τση Κέρκυρας από ποτέ, με την καλαθούνα τα ψάρια να παραδίνεις στην αεροσυνοδό της Ολυμπιακής να σου τα βάλει στο ψυγείο, μη πάει και βρωμίσουνε μέχρι ν' αρριβάρουμε στην Αθήνα, και με την παράκλησή σου την γλυκύτατη "να μου το θυμήσεις, κυρά μου, να τα πάρω,  μη τα ξεχάσω στο αεροπλάνο,"  να σε θυμάμαι έτσι υπέροχη, αηδόνι, σιόρα Ρένα μου!   
 

ΤΕΛΟΣ


Το βίντεο: από την Κόμισσα της Κέρκυρας,



Σημείωσις: Για τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα γίνεται πολύς λόγος. Εγώ παραπέμπω στα πιο πρόσφατα, του 19ου και 20 αιώνα. Το δημοσίευμα είναι αρκετά κατατοπιστικό, αλλά θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας σε μία λεπτομέρεια που δεν μου έκανε και πολύ καλή εντύπωση.  Σε κάποιο σημείο αναφέρεται η περίπτωσις των δαιμονικών υστερικών κρίσεων της Αγγελικής Παπαφλωράτου, την οποία ο Άγιος Σπυρίδωνας εθεράπευσε στις 12 Δεκεμβρίου 1948, ενώ ο Άγιος Γεράσιμος είχε προηγουμένως αποτύχει επανειλημμένως να ενεργήσει επιτυχώς απάνω στην εν λόγω δαιμονισμένη. Αυτές οι μπηχτές κάνουν κακό στις αρμονικές σχέσεις που έχουμε στην Επτάνησο, και δεν είναι καλό να τα λέμε αυτά, είναι και αντιδεοντολογικό μεταξύ Αγίων που είναι και γείτονες, ο καθένας να κάνει κουμάντο στην περιφέρειά του.






Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Βηρυτός





Αυτός ο Χαρίρι ήταν πρωθυπουργός του Λιβάνου, και ήταν σουνίτης, και τάχε καλά με τους σαουδάραβες, που είναι σουνίτες επίσης. και τούπανε δεν έρχεσαι μια βόλτα, και πήγε ο Χαρίρι. Αλλά μετά οι σαουδάραβες το χοντρύνανε, γιατί τον βάλανε και παραιτήθηκε, και τον έχουνε τώρα εκεί αμανάτι. και γιατί αυτό; Για να ρίξουνε την κυβέρνηση στο Λίβανο. Επειδή στην κυβέρνηση είναι και η Χεζμπολάχ, που είναι σιίτες, και τάχουνε καλά με τους ιρανούς που είναι επίσης σιίτες. Και υποστηρίζανε η Χεζμπολάχ τον Άσσαντ, που δεν είναι ακριβώς σιίτης, αλλά σχεδόν. Διότι οι σαουδάραβες και οι καταριανοί που είναι σουνίτες υποστήριζαν τον Ίσις και την Κάιντα, που είναι σουνίτες. Για να ανατρέψουν τον Άσαντ. Διότι ο Άσαντ έκανε μία συμφωνία με τους ιρανούς και τους σιίοτες ιρακινούς να περάσουν ένα σουλήνα να πουλάνε αέριο στην Ευρώπη. Οπότε θα τους τρώγανε μερίδιο της αγοράς, των σαουδαράβων και των καταριανών. Κι' αυτό δεν τους καλοφαινόταν, ούτε των αμερικάνων καλοφαινόταν, ούτε των γάλλων, που είχανε κοινά συμφέροντα με τους σαουδάραβες και τους καταριανούς. Πλην όμως εκεί απάνω ανακατευτήκαν και οι ρώσοι, που είχαν σύμμαχο τον Άσαντ. Και είπανε κράτει, στείλαν πυραύλους εκεί στη Συρία, οπότε οι αμερικάνοι το σκέφτηκαν το θέμα καλύτερα, και λένε να τα βρούμε, να τα βρούμε και με τους ιρανούς που είναι σιίτες, διότι οι σιίτες του Ιράκ είναι δικοί μας. Και να συνεχίζεται ο πόλεμος, στη Συρία, που ήτανε και οι κούρδοι μπερδεμένοι. Άρα και ο Ερντογάν. Αλλά και οι καταριανοί το σκέφτηκαν, και σου λέει αλλάζουν τα δεδομένα, ο Άσαντ αντέχει, δεν τον ρίξαμε, δεν τα βρίσκουμε με τους ιρανούς πιο καλύτερα; Ούτως ώστε άμα περάσουν τη σουλήνα, να μας αφήνουμε να πουλάμε κι' εμείς αέριο στην Ευρώπη από την ίδια σουλήνα. Και κάναν κωλοτούμπα, αλλά αυτό δεν άρεσε στους σαουδάραβες. Εκεί έμπλεξε και ο μαλάκας ο Τράμπ, κι' έβαλε τους σαουδάραβες να κάνουν εμπάργκο το Κατάρ, να λυσσάξουνε στη δίψα να πίνουν το κάτουρό τους. Αλλά τον μαζέψανε, τον Τραμπ από το Στέητ Ντιπάρτμαντ. Μαζευτήκαν και οι σαουδάραβες. Αλλά αυτός ο διάδοχος, δεν παίζεται, έπιασε τους μετριοπαθείς και τους έβαλε στα σίδερα. Μπορεί νάκανε ο Τραμπ καμιά μαλακία πάλι, και φούσκωσε τα μυαλά του διαδόχου. Αλλά μάλλον έχουν βαλθεί να τον μαζέψουν ξανά, πήγε ο καθολικός ο αρχιεπίσκοπος των Μαρωνιτών στο Ριάντ, είδε τον Χαρίρι σήμερα, αύριο μεθαύριο να γυρίσει στη Βηρυττό να ξαναγίνει πρωθυπουργός. Διότι όταν δεν γίνονται εκρήξεις, η Βηρυτός είναι χαρά θεού, λαγγεμένη Ανατολή και κοσμοπολίτισσα Ευρώπη. Άντε κι' εγώ να μη σας κουράζω άλλο, αλλά έτσι είναι αυτά τα θρησκευτικά, μπερδεμένα κάπως, να βάλουμε τώρα ένα τραγουδάκι.

Πίνουν αράκ, παίζουν χαρτιά, φωνές στον ιππόδρομο, κυνηγάνε περιστέρια, η Βηρυτός, ένα πλήθος πέρα δώθε, αποπλανήσεις, χαζομάρες, αυτά έχουν στο μυαλό τους, στη Βηρυτό, ένα λουλούδι χωρίς χώμα, αχ! η ομορφιά της, οι καλές οι όμορφες μέρες, Βηρυτός, τι τέλος φριχτό, όλα χαράμι, όλα μαράζι, όλοι άνεργοι, απελπισμένοι, κατεστραμμένοι και σκουριασμένοι,  γκαντέμηδες, καταραμένοι,  κι' οι μεταπράτες στη Βηρυτό, αχ! κορδώνονται, ζουν ωραία, σπατάλη, υπερβολή, εκρήξεις ματαιότητας. Πνίγεται η Βηρυτός...


Το τραγουδάκι: Μπεϊρούτ, με την Γιασμίν Χαμντάν. Στίχοι του Ομάρ ελ Ζενί. Μουσική του Κέβιν Σεντίκι και της Γιασμίν Χαμντάν

Η φωτό: κοπέλλα καπνίζει ναργιλέ στο ξενοδοχείο Saint Georges, τον Ιούνιο 2005. Από πίσω, τα σημάδια της έκρηξης που πέντε μήνες πριν είχε σκοτώσει τον πατέρα του Χαρίρι, τον Ραφίκ.




Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Ο Μπάχ, ο γαμιστρώνας, ο ηδονοβλεψίας, κι' ένας μαλάκας που έλεγε πως είμαι εγώ.

 Ο Μπαχ. Παστέλ και ακρυλικά σε Α4 πολυτελείας.

Με τον Μπαχ βρισκόμασταν πιο παλιά και τα πίναμε. Άμα λέω τα πίναμε, κατ' ευφημισμόν, διότι τα χρόνια εκείνα ο Μπαχ ήταν αχαλίνωτος σε όλα. Και με παρέσυρε κι' εμένα, εκών άκων. Στέναζε το Τζέιμσον, τότε ήταν της μόδας το Τζέιμσον, μέχρι που βγήκε βρώμα πως κυκλοφόραγαν και μπόμπες, οπότε αλλάξαμε μάρκα, αλλά αυτό αργότερα.

Ο Μπαχ, εκτός από το πιο μόρτικο πιάνο της πιάτσας, ήταν και δημοσιογράφος. Τώρα τι να λέω, κομίζω γλαύκαν εν Αθήναις, και δεν θα επεκταθώ περαιτέρω, τα ξέρετε.

Πως τόφερε λοιπόν η κουβέντα για το Εικοσιένα, δύο η ώρα νύχτα. Κι' όπως είναι και παρορμητικός αυτός, μου λέει Βασίλη αύριο δέκα η ώρα το πρωΐ έρχομαι σπίτι σου να σου πάρω συνέντευξη, να μου τα πεις για τον Οδυσσέα Αντρούτσο, τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, τον Μπάιρον, γιατί άμα δεν τα πεις εσύ, Βασίλη, ποιός θα τα πει; Κι' είχε συγκινηθεί που τάλεγε αυτά, όχι ρε κουφάλες, δεν πεθάναμε ακόμα, γαμώ τα σπίτια σας, έτσι έλεγε, στο τσακ ήτανε να τον πάρουν τα ζουμιά.

Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, βρε Γιαννάκη μου γλυκέ, βρε δεν είμαι ιστορικός εγώ, τράβα βρες κανέναν κατάλληλο να στα πει, τίποτα αυτός, τον χαβά του, λέει του μπάρμαν δώσε ένα στιλό και μια χαρτοπετσέτα, τι να κάνω εγώ, του λέω με τα πολλά, θαρθείς Μάρκου Ευγενικού δεκατέσσερα, Νεάπολη. Κι' από μέσα μου σκεφτόμουνα σιγά που θάρθει, έτσι που ήπιε αυτός αύριο το πρωΐ στις δέκα θάναι κανονικά για χειρουργείο να του βγάλουν τη σκωληκοειδίτη χωρίς αναισθητικό.

Κι' άμα ερχόταν όμως; Διότι ποτέ δεν ξέρεις, Μπαχ είναι αυτός, πολύ απροσδόκητος.

Άρχισα λοιπόν να του δίνω πληροφορίες και λεπτομέρειες. Λοιπόν, Γιάννη, όταν αύριο με το καλό ξυπνήσεις -πράγμα για το οποίον πολύ αμφιβάλλω- θα έρθεις Μάρκου Ευγενικού δεκατέσσερα, αλλά πρόσεξε γιατί το σπίτι έχει δύο πόρτες, η μία είναι μεγάλη, στο κουδούνι γράφει Βασίλης Γιοκουσκουμτζόγλου, αλλά εσύ δεν θα το χτυπήσεις αυτό το κουδούνι, συνεννοηθήκαμε;

-Γιατί να μην το χτυπήσω; λέει ο Μπαχ.

-Γιατί, του εξηγώ,  "εκεί μένει ο εξάδελφός μου που είναι σκηνοθέτης, ο οποίος λέγεται και αυτός Βασίλης Γιοκουσκουμτζόγλου."

-Και που να χτυπήσω; ξαναλέει ο Μπαχ.

Δίπλα στην μεγάλη πόρτα, του εξηγώ πάλι, "έχει δύο σκαλάκια, κι' έχει μία μικρή πορτίτσα, είναι το ημιυπόγειο εκεί, έχει κι' εκεί κουδούνι, αυτό να χτυπήσεις, διότι εγώ μένω εκεί, στο ημιυπόγειο."

-Μάλιστα λέει ο Μπαχ. "Είναι ο γαμιστρώνας σου εκεί, ε;"


-Ναι, του λέω ξανά, "εκεί μένω, τέλος πάντων, και γαμιστρώνας μου είναι, και το μπάκιγχαμ είναι, και τα χειμερινά ανάκτορα. Έχει και πρόσοψη μάλιστα, έχει και παράθυρο στο πεζοδρόμιο της Μάρκου Ευγενικού. Να φανταστείς, τις προάλλες ανακάλυψα μία τρύπα στις γρίλλιες στο πατζούρι, με τρυπάνι την άνοιξαν. Για να μπανίζουνε τις λαγνουργίες μου, ποιός ξέρει ποιός ανώμαλος. Όπως καταλαβαίνεις, άλλαξα θέση στο κρεββάτι ώστε να μη με πιάνει το μάτι του, αλλά μετά από λίγες μέρες διαπίστωσα πως είχε ανοίξει κι' άλλη τρύπα, λοξή, ώστε να βλέπει και προς την νέα θέση, από όλες τις γωνίες."


 Το μάτι. Παστέλ και γκουάς σε τετραδιάκι.

-Αυτό είναι συμπαντικό, Βασίλη, αυτό γίνεται σε μιαν άλλη διάσταση, το καταλαβαίνεις; είπε ο Μπαχ, "αυτό είναι υπερβατικό, δεν ξέρω πως αλλιώς να το χαρακτηρίσω, ενώ εσύ γαμάς, η εικόνα σου ταξιδεύει στο υπερπέραν μέσα από τη συνείδηση  αυτουνού του καταραμένου που την παίζει μέσα στη νύχτα, κάτω από τ' άστρα!"  

-Δεν ξέρω, συνέχισα, "πάντως εγώ τον παραφύλαγα. Την πρώτη φορά, με είδε που σηκώθηκα και φόραγα το παντελόνι μου, υποψιάστηκε και εξαφανίστηκε. Αλλά την επόμενη, πετάχτηκα γυμνός, αυτός θα νόμιζε πως πάω για κατούρημα, ξερωγώ, βγαίνω και τον πετυχαίνω με τα βρακιά κάτω, νάχει βάλει το μάτι στην τρύπα και να παίρνει μάτι το κορίτσι μου. Πλησίασα αθόρυβα, και του τραβάω ένα σουτ, τον σακάτεψα. Έτρεχε, με τα βρακιά κάτω, μη ρε φίλε, μη ρε φίλε, έλεγε, κι' εγώ τούβριζα τη μάνα και τον πατέρα, αλλά μετά το θυμήθηκα που ήμουν γυμνός μέσα στην Αθήνα, δεν ήταν πολύ αργά εντωμεταξύ, μεσάνυχτα πρέπει νάταν, μπορεί να πέρναγε και κόσμος. Κι' έφυγε αυτός, προς Λυκαβηττό."

-Και ύστερα; Ξανάρθε αυτός; ρώτησε ο Μπαχ, του οποίου η ιστορία του είχε εξάψει το ενδιαφέρον.

-Όχι, είπα. "Εξαφανίστηκε. Αλλά κι' εγώ ένοιωσα κάποιες τύψεις, τι να έφταιγε κι' αυτός ο φουκαράς, αφού έτσι την εύρισκε. Και στο κάτω κάτω της γραφής, σε τι μας έβλαψε, εμένα ή το κορίτσι μου, ή ακόμα και όλα τα άλλα κορίτσια που με επισκέπτονταν εκεί, χωρίς να υποψιάζονται ούτε κατά διάνοιαν την ύπαρξη της τρύπας. Αλλά μετά σκέφτηκα πως αυτός ο ελεεινός μου είχε κάνει το πατζούρι σουρωτήρι, και θύμωσα ξανά, και κατέληξα πως καλά του έκανα."

Τέλος πάντων, μ' αυτά και με κείνα η ώρα είχε πάει δύο, και μας είπαν ευγενώς πως το κατάστημα κλείνει, και πήγαμε σπίτια μας για ύπνο.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα με το κουδούνι να βαράει παρατεταμένα και επιμόνως. Πάλι από την ΔΕΗ θα είναι, είπα, ήρθαν για τον μετρητή, να μετρήσουν το ρεύμα. Σηκώθηκα να ανοίξω.

Ήταν ο Μπαχ. Κόκκινος σαν αστακός, ασθμαίνων, πήγαινε να σκάσει με μία έκφραση αγανακτήσεως και μεγάλης αναστατώσεως στο πρόσωπό του.

-Βασίλη, μου λέει, "δίπλα είναι ένας μαλάκας και λέει πως είσαι εσύ."




Το τραγούδι: Μ' αρέσει στο μπαρ, του Γιάννη Μπαχ Σπυρόπουλου, σε στίχους Γιώργου Σκούρτη. Τραγουδάει ο συνθέτης.


Ένας που έλεγε πως είμαι εγώ. Στιλό, παστέλ και γκουάς σε τετραδιάκι.

Libiamo ne' lieti calici, La Traviata. (Πρωινό όνειρο μετά μουσικής, της 7ης Νοεμβρίου 2017.)

Ιπτάμενοι τραγουδισταί. Στιλό, παστέλ, ακρυλικά σε Α4.


Είμασταν λέει ο Μιχάλης ο Τομ, ο Πάνος ο Καλ, η Ελενίτσα η Κοσ, κι' εγώ. Και οι τρεις μας είχαμε κάτι πάρε δώσε με τον Τ.Κ, που δεν θέλω να δώσω λεπτομερή στοιχεία του, διότι πρόκειται για μία μελανή περίοδο του βίου μας και των τεσσάρων αυτά τα παρεδώσε που προανέφερα. Οπότε, ας πούμε πως τον λέγανε Ταχυδρομικό Κώδικα, από τα αρχικά του. Συγκεκριμένως, αυτός ο Ταχυδρομικός Κώδικας είχε μία διαφημιστική, την δεκαετία του ογδόντα αυτό, μετά έκλεισε, και εκεί η Ελενίτσα έψηνε τον πελάτη, ήτανε client service, να πούμε. Εγώ ήμουνα creative, copywriter ξερωγώ, έγραφα σλόγκαν, τίτλους, σενάρια. Εξ ανάγκης, δηλαδή, δεν πουλάγανε οι δίσκοι, και δεν ήθελα να γράψω άλλου είδους δίσκους να πουλάνε. Οπότε παρίστανα τον creative που ήθελε αυτός ο χαλβάς, διότι νόμιζε πως τις έχαβα κάτι τέτοιες ανοησίες που ξεφούρνιζε. Οι άλλοι δύο, εξωτερικοί, του φτιάνανε τζιγκλάκια για το ραδιόφωνο, την τηλεόραση. Οπότε καταλαβαίνετε που κανένας δεν είναι περήφανος γι' αυτά τα παρεδώσε με τον Ταχυδρομικό Κώδικα. Διότι αυτοί οι γιάπηδες γαμήσανε την Ελλάδα, άμα θέλετε να ξέρετε.

Τέλος πάντων, να έρθουμε στο όνειρο. Ήμασταν όλοι οι προαναφερόμενοι σε μία πελώρια αίθουσα πολύ θεατρική, σαν το Τεκβοντό στο Φλοίσβο παρακάτω που είναι, αλλά αυτή η αίθουσα δεν ήταν στις Τζιτζιφιές, ήτανε σε κάποιο ρεζόρτ πολυτελείας κοντά στο θέατρο της Επιδαύρου, και ο Ταχυδρομικός Κώδικας έκανε μια παρουσίαση, τρεις χιλιάδες κόσμο μαζεμένοι εκεί μέσα, πελάτες, συνεργάτες, κάτι τέτοιοι, να τους πουλήσει ένα σύστημα που μεταφέρει ανθρώπους διά τηλεμετακινήσεως της ύλης, είναι να πούμε το διοικητικό συμβούλιο ο ένας Αθήνα, ο άλλος Λονδίνο, ο παράλλος Νέα Υόρκη, τσουπ! κάνει το πρόγραμμα, νάτοι όλοι εδώ στην Επίδαυρο! Τώρα, δεν γουστάρει ένανε ο Ταχυδρομικός Κώδικας, τσουπ! εξαφανίζεται αυτός, πουθενά ο διευθύνων σύμβουλος! Οπότε έχει πλήρη έλεγχο της επιχειρήσεως να κινεί τα νήματα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάνει κι' άλλα πράματα το πρόγραμμα, όπως μεταφορά εξαιρετικών δεξιοτήτων. Παίρνει να πούμε ένα ραμολιμέντο, του βάζει τα στοιχεία μέσα, τσουπ! το ραμολιμέντο μεταμορφώνεται σε Αντετοκούμπο. Κι' όλοι περνάνε υπέροχα που κάνει τέτοια κόλπα, καρφώνει ανάποδες καλαθούμπες και με φάλτσο, ξερωγώ. Αλλά άμα μπορεί αυτό, σου λέει, τον άλλον τον κάνει λογιστή για τις βρωμοδουλειές, τον άλλο στο χρηματιστήριο, τον άλλο συμβόλαια θανάτου. Έγινα κατανοητός, νομίζω, ποιό ήταν το υπονοούμενο!

Έχει όμως και ένα πρόβλημα, αυτός ο Ταχυδρομικός Κώδικας. Είναι μέσα στην αίθουσα και κάτι συνδικαλιστές και κάνουν φασαρία. Όχι τίποτα σοβαροί, κάτι καλφαγιανναίοι πασοκικού τύπου κουστουμαρισμένοι, οι οποίοι κινούνται απειλητικά κάπως. Κι' επειδή δεν μπορούν να πλησιάσουν τον Ταχυδρομικό Κώδικα, πάνε να την πέσουν στη γυναίκα του. Η γυναίκα του Ταχυδρομικού Κώδικα είναι εντωμεταξύ ιταλίδα. Από κείνες τις καστανές με ανταύγειες φυσικές και γκρίζα μάτια. Όχι στην πραγματικότητα, να διευκρινήσω, στο όνειρο μόνο είναι η γυναίκα του Ταχυδρομικού Κώδικα ιταλίδα. Την πλησιάζουν, λοιπόν, αυτοί οι καραγκιόζηδες, και φωνάζουνε, και κάνουν χειρονομίες απειλητικές.

Βιολέττα, σύζυγος Τ.Κ. Μελάνι, παστέλ και γουάς σε Α4.


Οπότε εγώ αντιδρώ αστραπιαία, κι' εκεί που κάνει ο αρχιδικαλιστής το σόου του, του κάνω ένα κόλπο του αϊκίντο, και πέρνει δύο σβούρες στον αέρα και σαββουριάζεται κάτω. Τώρα δεν ξέρω πως συνέβη ακριβώς αυτό, μάλλον κόλλησε το πρόγραμμα τηλεμετακινήσεως και δεξιοτήτων, κι' έχω γίνει ο σούπερμαν. Πάνε να με πιάσουν οι άλλοι, εγώ να γλυστράω σ' όλη την αίθουσα σαν αεροπλανάκι, να γελάνε τρεις χιλιάδες κόσμος, νάχουνε φτιάξει συκώτι. Κάποια στιγμή, πέφτω πάνω στον εργατοπατέρα τον αρχιδικαλιστή, ο οποίος μου ρίχνει ένα ποτήρι γάλα στη μούρη, αλλά εγώ εκτρέπω την ροή του γάλακτος εναντίον του, και κάνει μία στροφή στον αέρα το γάλα, και τον κάνει σύσκατο. Γέλια, χειροκροτήματα, το πλήθος, πάλι θρίαμβος εγώ.

Εντωμεταξύ, βλέπω την Ιταλίδα που μου χαμογελάει. Αν και κάπως θλιμμένα, πρέπει να διευκρινίσω, διότι πουλιότανε κι' αυτή στον Ταχυδρομικό Κώδικα, όπως κι' εγώ κάποτε. Οπότε την πλησιάζω σαν πουλί στον αέρα και την πιάνω από τη μέση κι' αρχίζουμε να πετάμε, κι' αρχίζουμε κάτι πιρουέττες, κάτι κόλπα απίθανα που κάνουν οι πρωταθληταί του καλλιτεχνικου πατινάζ, μόνο που αυτοί τα κάνουν στον πάγο, ενώ εμείς τα κάνουμε στον αέρα! Και όχι απλώς χορεύουμε στον αέρα, διότι έχει και μουσική στο νουμεράκι μας, που είναι η Τραβιάτα του Βέρντι, οπότε μαζί με το ιπτάμενο πατινάζ τραγουδάμε κιόλας, μα κάτι φωνές, κάτι φωνές ονειρικές κυριολεκτικώς, Μαρία Κάλλας-Λουτσάνο Παβαρότι, και λίγα λέω το τι τραγούδαγα σ' αυτό το όνειρο! Και τι λιμπρέττο! "Ας πιουμ' σε κούπες χαρωπές, τι η εμορφιά ανθίζει, και η φευγάτη ώρα, ελεύθερη μεθά," της τραγουδώ εγώ. Κι' εκείνη μ' απαντάει, "Μ' εσέ, μ' εσέ θα μοιραστώ τον χρόνο της χαράς μου, όλα του κόσμου είναι τρελλά χωρίς τες ηδονές..." Κι' όλο πετάμε, και μας λούζουν προβολείς, κι' έκθαμβοι όλοι χειροκροτούν καθώς υποκλινόμεθα στο τέλος.

Τέλος πάντων, με το που κόλλησε το πρόγραμμα τηλεμετακινήσεως και δεξιοτήτων, ο Ταχυδρομικός Κώδικας είχε χάσει κάθε έλεγχο της καταστάσεως. Και προσπαθεί ως εκ τούτου απελπισμένα να με απομακρύνει από την σύζυγό του. Πλησιάζει, λοιπόν, και μου λέει δεν πας να κάνεις κανά ντους στη σουίτα μου, μα ξεκουραστείς και λίγο, που ίδρωσες; Τώρα εγώ δεν ίδρωσα, αλλά είμαι και ανυποψίαστος, ναι, γιατί όχι, λέω, και βγαίνω έξω από την αίθουσα, γιατί η σουίτα είναι παρακάτω στην πλαγιά, μέσα στα πεύκα. Πάω, λοιπόν, γδύνομαι, παίρνω και μία πετσέτα πολύ μεγάλη και πολύ απαλή, χρώματος εκρού, κι' εκεί που πάω για ντους, έκπληξη! Η Ιταλίδα η σύζυγος του Ταχυδρομικού Κώδικα είναι εκεί, κοιτάει αφηρημένη έξω από το παράθυρο, κι' είναι γυμνή, έχει μόνο ριγμένο στους ώμους της ένα άνορακ πουπουλένιο που φοράνε στο σκί, επίσης εκρού χρώματος. Οπότε την πλησιάζω, το χέρι μου περνάει πάλι κάτω από τη μέση της, το άνορακ πέφτει στο πάτωμα μ' ένα θρόισμα, και την φιλάω στο λαιμό, και χαμογελάει αυτή, διότι το περίμενε, κι' εγώ τόχα καταλάβει δηλαδή, που χορεύαμε πιο πριν, ότι ανταποκρινότανε...

Γυμνό ζευγάρι, παστέλ και γκουάς.

Κι' εκεί που την φιλάω στον λαιμό, νάσου και ο Ταχυδρομικός Κώδικας που κουτρουβαλάει από τα πεύκα με κάτι άλλους μαλάκες! Μπαίνουνε λοιπόν μέσα, μπροστά αυτός, παραπατάει σα μεθυσμένος, που δεν έπινε κανονικά (στο ξύπνιο) τίποτα. Και τραγούδαγε φάρτσα "γιατί μου τόκανες αυτό;" Αλλά παριστάνει που είναι χαρούμενος, δεν τον νοιάζει δήθεν, και οι άλλοι γελάνε. Ένας μάλιστα έχει και μία μουτσούνα τεράστια, και παριστάνει τον Μινώταυρο! Με προβληματίζει αυτή η κατάστασις, διότι σκέπτομαι το ενδεχόμενο να ήθελε (ο Ταχυδρομικός Κώδικας) να μου χαρίσει την γυναίκα του ως πριμ για να του κάνω καμιά διαφήμιση πάλι, αλλά καταλήγω πως τελικώς ήρθε να μας χαλάσει τη φάση, όπερ και το πιθανότερο.

Εντωμεταξύ, ο κερατάς ο Μινώταυρος μου χιμάει, και εγώ γυμνός με την πετσέτα την εκρού έχω γίνει τορρεαδόρ άψογος και του κάνω ελιγμούς αποφυγής, κι' όλοι οι μαλάκες μαζί χειροκροτάνε εν ευθυμία, μαζί και ο Ταχυδρομικός Κώδικας, και φωνάζουνε Όλε! Όλε! Όλε! όπως στις ταυρομαχίες...

Όχι πως θα με πετύχει ο κερατάς, αλλά να, κατάφερε να χαλάσει το καλύτερο. Που θα πάει, όμως; Την Ιταλίδα θα την συναντήσω μόνη της σε κάποιο άλλο όνειρο, ή και στην πραγματικότητα. Αυτό είναι μάλιστα και το πλέον πιθανό.

Μινώταυρος και τορρεαδόρ, στιλό, παστέλ, ακρυλικά σε Α4.


Υ.Γ. Επειδή  ξέρω θα με ρωτήσετε αν όντως τα είδα όλα αυτά στον ύπνο μου, σας προλαβαίνω και σας απαντώ πως ναι τα είδα όλα, και μάλιστα μετά της εν λόγω μουσικής, εκτός από την πολιτική ανάλυση, αυτή είναι μέρος της ερμηνείας του ονείρου, και την ανέπτυξα εκ των υστέρων, δεν ήταν συνειδητή στο όνειρο. Το όνειρο σήκωνε κι' άλλη ανάλυση, αλλά φοβάμαι πως θα το χαλάσω, όποιος θέλει ας διαβάσει το σενάριο της Τραβιάτας. Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά, υπεύθυνος εγώ.


Η μουσική: Libiamo ne'lieti calici, από την Τραβιάτα, με την Μαρία Κάλλας και τον Φραντσέσκο Αλμπανέζε.