Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

IX. Πως τα περάσαμε μετά. (Ο Εικονολήπτης, τέλος.)

Δειλινό το Φθινόπωρο. Μελάνι, παστελ, ακρυλικά, σε μπλοκ ιχνογραφίας, 18Χ15 cm, 2017

Με το απογευματινό καράβι που γυρνάει Πειραιά φύγανε τα ντάτσουν. Αφού αδειάσανε το νησί απ' όλες τις παλιατσαρίες που είχε μαζέψει η χρονιά ολόκληρη για ανακύκλωση. Μπαταρίες, πλαστικά, αλουμίνιο, κουζίνες, λεκάνες αποπάτων, γκαζοντενεκέδες, καλαπόδια, γρανάζια από εξωλέμβιες, αμπαζούρ, εκδραματίσεις, κουρτινόξυλα, και άλλα.
Ο Ηρόδοτος Τσιρκινίδης ανέβασε τον Κανδαύλη αμέσως μετά τον Δεκαπενταύγουστο. Πρωταγωνίστησε η Τζίνα. Ήρθε πάλι κόσμος από την Νέα Υόρκη, Παρίσι, Μπουένος Άιρες και τα λοιπά. Πιο πολύς, νομίζω. Είχε φέρει και πυροτεχνήματα, ο Ηρόδοτος. Αλλά την προηγούμενη φορά ήταν καλύτερη, η  Τζίνα. Τέλος πάντων, έκανε πάταγο. Τα άλλα είναι δευτερεύοντα.
Ο παιδοβούβαλος τόσκασε με το πλοίο. Διχόνοια και ανταρσία ξέσπασε στο στρατόπεδο του Ζανζάκ Μεσσί, ψυχαναλυτού, φιλοσόφου και προφήτη. Οι καυγάδες ήταν δημόσιοι, τα κουτσομπολιά πρόσθεσαν πιπεράτες πινελιές. Δυσαρέσκειες και μουρμούρες, φιλοδοξίες και απληστία έκαναν από χρόνια πάρτι στο Παιδικό Ποδήλατο. Η καναδέζα με τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις έβαλε φωτιά στα τόπια. Επιπλέον, ήταν χρόνιος και ο καυγάς που ο Μεσσί μίκραινε συνέχεια τις συνεδρίες του κι' ανέβαζε τις αμοιβές του ιλιγγιωδώς. Τελευταίως ερχόταν ο αναλυόμενος στο γραφείο, άφηνε τον παχυλό φάκελο με τα λεφτά κι' έφευγε χωρίς να πει κιχ. Τον καυγά αυτόν τον είχαν αφήσει στο Παρίσι, δεν τον φέραν διακοπές, αλλά ήρθε από μόνος του με το τρακτ του γιγαντάκου, και γίνανε μαλλιά κουβάρια για το πόση ώρα πρέπει να είναι οι συνεδρίες -τρία τέταρτα, λιγότερο ή καθόλου- και πάνω στον νέο καυγά μαθεύτηκε πως οι διαφωνούντες φραξιονιστές ήταν που πλήρωσαν τον παιδοβούβαλο να κάνει σαματά στην διάλεξη του Μεσσί και να τον απαγάγει, να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση από την προεδρία της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παιδικού Τρικύκλου. Ο οποίος είχε αποσυρθεί μετά τον Διθύραμβο στην Γυναίκα του Δεκαπενταύγουστου, που ανασκεύασε το Γλωσσοθεσμικό, κοίταγε και δεν μίλαγε σε κανέναν.
Ο Χανς γύρισε κι' αυτός από την εξορία στο ξερονήσι την επομένη της Παναγίας. Κατέβηκε από την βάρκα, πήγε στης Μαργαρίτας και πήρε μία μπύρα από το ψυγείο. Μετά πήρε και πολλές άλλες.
Προς το τέλος του μηνός, ο Δύτης μου είπε να πάμε κολυμπώντας στα νησάκια να δει κάτι κιούρτους που είχε βάλει. Τον είχε πάει ο Γενναίος να τους ρίξει την προηγουμένη με το καλαμένιο καταμαράν. Πήγαμε με μάσκα και βατραχοπέδιλα. Κατέβηκε ο Δύτης μέχρι που χάθηκε, πέρναγαν τα λεπτά, είχα αρχίσει να ανησυχώ. Τι διάολο, λακρεντί ψιλό έπιασε με τον ροφό, ο φακίρης; Ώσπου να βγει κόντεψα να σαλτάρω. Μόλις ανέβηκε κι' ανάσανε, ανάσανα κι' εγώ. Δεν είχε πιάσει τίποτα. Αλλά και νάχε πιάσει, έπρεπε να αφήσει τον ροφό να ξασκατίσει νηστικός, και να τον τραβήξει την επομένη, να καθαρίσει η κοιλιά του. Ο γυρισμός ήταν ταλαιπωρία, είχαμε τον απογευματινό ήλιο στα μάτια, φοβόμασταν όταν ακούγαμε κανένα σκάφος, γιατί το ακούγαμε αλλά δεν βλέπαμε από που έρχεται. Εγώ ξεπατώθηκα, αυτός όχι. Φτάσαμε στο Κατσούνι, βγάλαμε τις μάσκες, η πρώτη κανονική αναπνοή χωρίς μάσκα είναι υπέροχη, κι' ας μυρίζει λάστιχο. Ή ακριβώς επειδή μυρίζει λάστιχο. Κάτσαμε πλάι στο κυματάκι και τα λέγαμε.
-Ο Θύμιος μ' έβαλε να τον μάθω κολύμπι, είπε ο Δύτης. "Ποιός ξέρει τι καημό το είχε! Τούδειξα, σε δέκα λεφτά κολυμπούσε άφοβα ο αθεόφοβος, με αναπνοές, τα πάντα. Πήγαινε στα άπατα κρόουλ, και βάραγε με τα χέρια του την θάλασσα να σηκώσει αφρό, έκανε σαματά, αλάλαζε ευτυχισμένος για ώρα. Μετά πήγαινε βαθύτερα, και πάλι τα ίδια, αλαλαγμοί, αφροί.  Και ξέρεις που πήγαμε, από την στάνη, εκεί βόρεια, στον γκρεμό τον σκυλοπνίχτη από κάτω, αλλά ήτανε λάδι προχτές. Του χρόνου θα δεις, θα έρχεται ψαροντούφεκο."
Η Άννα έκατσε λίγες μέρες ακόμα. Γίναμε παραπάνω από φίλοι μετά, γίναμε συνένοχοι, είχαμε μυστικά που δεν θα λέγαμε σε κανέναν. Μια φορά με είδε η μητέρα μου που της μίλαγα και γελάγαμε. "Νοστιμοτάτη η αιτούσα," μου είπε μετά, κι' εγώ συμφώνησα. Δεν της είπα που παντρεύεται άλλον. "Η νύφη όταν γεννηθεί στην πεθερά της μοιάζει" ξανάπε με νόημα. Η αλήθεια είναι πως έμοιαζαν σε κάτι, που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Μοιάζανε όταν η μάνα μου ήταν νέα, όπως στο όνειρο, εξυπακούεται. "Θα δούμε, μητέρα," της είπα να μην της συντρίψω τις ελπίδες μονομιάς. Κι' έβαλε αυτή τα γέλια, κατάλαβε που την κορόιδευα.
Η Ζολί έμεινε κι' αυτή καμπόσο. Δεν ξαναμίκρυνε, αλλά εγώ δεν μπορούσα να την δω πια ως ενήλικη. Αυτά συμβαίνουν άμα παραγνωρίζεσαι με κάποιαν. Γινόσαστε φίλοι, και πάνε οι παλαβομάρες. Τραγούδησε με την γιαγιά της στο Παρίσι το 2001. Γ'εμισε μανούς το Σταντ ντε Φρανς, ήρθαν κι' άλλοι απ' όλη την Ευρώπη, και διανοούμενοι, και καλλιτέχνες, και αχτοβιστές, και οι πάντες.
Ο Φράνσις Θουκυδίδης Μπόρεγκαρντ με το ξεπλυμένο γαλανογκρί βλέμμα και η χρυσαφένια Ζλάτα με τα υπέροχα γαλάζια μάτια τα φτιάξανε περιπαθώς. Φύγανε, πήγανε Νέα Ζηλανδία τον χειμώνα, και μετά Πολυνησία. Είναι μία φυλή εκεί, σ' ένα νησί, που αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρουν τον αληθινό λόγο που γκαστρώνονται οι γυναίκες. Ούτε οι γυναίκες, ούτε οι άντρες το ξέρουνε, κι' όπως είναι πολύ φυσικό, ούτε τα ίδια τα παιδιά. Όλοι πιστεύουν πως το γαμίσι είναι μόνο για απόλαυση. Βέβαια, αυτό δεν εμποδίζει τις γυναίκες να γκαστρώνονται με το γαμίσι, αλλά νομίζουν πως αυτό συμβαίνει με την έλευση του πνεύματος των προγόνων όταν μία γυναίκα μπαίνει στην θάλασσα την συγκεκριμένη εποχή και λέει κάτι προσευχές. Οπότε ο πατέρας δεν είναι πατέρας κανονικός, αλλά ο γκόμενος της μάνας, που φροντίζει τα παιδιά, τους μαθαίνει παιχνίδια, τους κάνει δώρα, τον αγαπάνε, αλλά όχι με πολύ σεβασμό, ούτε αγριάδες κάνει και τέτοια. Το κυρίαρχο αρσενικό, ο αφέντης στο σπίτι, ο αυστηρός να πούμε, που συντηρεί κιόλας την οικογένεια, είναι ο εκ μητρός πρωτότοκος θείος, ο αδελφός της μαμάς. Αλλά δεν μένει μαζί στην ίδια καλύβα με την οικογένεια, ούτε επιτρέπεται να έχει σεξουαλικά μπερδέματα με την αδελφή του, είναι ταμπού. Τα συζητάγαμε αυτά τα σχέδια που κάνανε να πάνε κεικάτω στην Πολυνησία, στης Μαργαρίτας που πίναμε καφέ. Ήτανε και η Κλαίρ στην συζήτηση, η οποία είπε πως σ' αυτήν την φυλή δεν υπάρχει μπαμπάς τελικώς, διότι ο πραγματικός μπαμπάς δεν το ξέρουνε πως είναι ο μπαμπάς, και ο αυστηρός θείος δεν μπορεί να κάνει τον γιό να ζηλέψει διότι δεν έχει σχέσεις με την μαμά, γιατί είναι αδελφή του. Άρα εν προκειμένω δεν υπάρχει και οιδιπόδειο, κι' άμα δεν υπάρχει οιδιπόδειο, αυτοί οι άνθρωποι έχουν ξεμπερδέψει με την ψυχανάλυση. Αν και, πρόσθεσε η Κλαίρ, είναι δυνατό να δημιουργούνται άλλα προβλήματα με τον αυστηρό θείο, που εμείς δεν τα φανταζόμαστε. Δηλαδή απλώς θα χρειάζονται ενός άλλου είδους ψυχανάλυση, χωρίς Οιδιπόδειο, επί της ουσίας. Οπότε η Ζλάτα είπε πως δεν υπάρχει κανένας στην μυθολογία που να σκότωσε τον θείο του, και ρώτησε πως θα λέγεται το νέο σύμπλεγμα. Διότι δεν μπορεί να λέγεται πάλι Οιδιπόδειο, δεν είναι λογικό. Είπα τότε εγώ πως μπορεί εκεί να έχουν αυτοί άλλον μύθο, για κάποιον που σκότωσε τον θείο του.  Και δεν θα υπάρχει ψυχαναλυτής, αλλά σ' αυτούς τους αγρίους θα είναι κανένας μάγος, σαμάνος ξερωγώ, ο οποίος θα ερμηνεύει τον μύθο. Ο Μπόρεγκαρντ ήταν της γνώμης πως σε μια τέτοια περίπτωση και ο ψυχαναλυτής κάτι σαν σαμάνος είναι, μόνο που ο μάγος μιλάει, ενώ ο ψυχαναλυτής ακούει κυρίως. Ναι, συμπλήρωσε η Κλαίρ, γαιτί και οι δύο προσπαθούν να θεραπεύσουν έναν άρρωστο, που ίσως να γίνει καλά άμα πιστέψει τον μύθο. Και για να πιστέψει τον μύθο πρέπει να πιστέψει πως ο σαμάνος είναι σαμάνος, και ο ψυχαναλυτής είναι ψυχαναλυτής. Και για να πιστέψει ο άρρωστος  στον σαμάνο πρέπει πρώτα να πιστέψει η φυλή στην μαγεία. Και για να πιστέψει ο αναλυόμενος τον αναλυτή πρέπει πρώτα η κοινωνία να πιστέψει στην ψυχανάλυση. Οπότε δεν έχουμε μεγάλη διαφορά από τους αγρίους, διότι η κοινωνία μας στηρίζεται σε μία κοινή πίστη, όπως και η δικιά τους. Και συνήθως πιστεύουμε κάτι άμα το πιστεύουν και οι άλλοι, αλλιώς, άμα δεν πιστεύουμε ότι και οι άλλοι, γινόμαστε άπιστοι θωμάδες. Και τότε δεν θεραπευόμαστε. Και πως όλες οι επιστημονικές θεωρίες στην βάση τους έχουν μία αυθαίρετη παραδοχή, που τη λέμε αξίωμα. Και για να σταματήσουμε να το πιστεύουμε, το αξίωμα, πρέπει προηγουμένως να βρούμε ένα άλλο αξίωμα, αλλιώς όλα γίνονται μπάχαλο. Λοιπόν, άμα ήταν στις καλές του, ο Μπόρεγκαρντ ήταν σκέτη διάνοια.
Οι γονείς μου περνούσαν υπέροχα. Είχαν έρθει για πεντέξι μέρες κι' έμειναν δεκαπέντε. Ο πατέρας μου έπιασε φιλίες με κάτι συναδέλφους του Μεσσί, κι' έκανε συζητήσεις για το γλωσσοθεσμικό και το Οιδιπόδειο. Μια φορά που τρώγαμε, άρχισε την αγόρευση. "Το παν στην ψυχολογία είναι ο πατέρας" έλεγε. "Διότι όλη η κοινωνία είναι  συμβολικώς μία οικογένεια, υπάρχει αρχηγός, αρχές, κανόνες, πειθαρχία, καταμερισμός της εργασίας, παραγωγικότητα. Αλλά! Τι νομίζατε!" Μου ήρθε να του πω για τα παλούκια στον ωκεανό, τον τρελό οπλαρχηγό με τις μπύρες, την παραγωγικότητα του καουτσούκ, τι ωραία η πατριαρχική κοινωνία! Αλλά είπα άσε καλύτερα, θα τσαντιστεί και θα φωνάζει, θα χαλάσει την βραδιά. Η μάνα μου ξανάνιωσε. Παρά την προχωρημένη ηλικία της, κολυμπούσε ατέλειωτες ώρες στην θάλασσα. Κατέβαινε πολύ πρωΐ στη θάλασσα, και μετά ξανά το απόγευμα. Μίλαγε με όλον τον κόσμο, όλοι την αγαπούσανε. Έφυγαν τελικώς, με τους τελευταίους.
Μετά από κείνο το καλοκαίρι, δεν ξαναγύρισα στο νησί. Αλλά με τη Σλαβιάνκα (το νίβα) και που δεν πήγαμε, και καλοκαίρια και χειμώνες και άνοιξη και φθινόπωρο γυρνάγαμε την επικράτεια. Αγόρασα και μιαν καλούτσικη μηχανούλα, μια Λάικα, να παίρνει δυνατούς φακούς απάνω, φωτογράφιζα γεράκια πέτρινα στον ουρανό, και αετούς πελώριους, και κουκουβάγιες αστείες με μάτια εκστατικά, και πελαργούς πάλλευκους με πόδια καλαμένια, και τσίχλες τοσοδούλες, απανταχού εις Ελληνίδα Γης. Άμα δεν γύρναγα με την Σλαβιάνκα, έβραζα στο ζουμί μου στην Αθήνα. Έβαλα ίντερνετ και παρακολουθούσα τι γίνεται στην Αφρική με μιαν προσήλωση άρρωστη θάλεγα, επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Είχα αφήσει ανοιχτούς βερεσέδες κεικάτω, προφανώς, μέσα μου. Ώσπου σε λίγο ξέσπασε πόλεμος στο Κονγκό, όλες οι γύρω γύρω χώρες μπλέχτηκαν στον πόλεμο ένα κουβάρι. Με πήραν τηλέφωνο να ξαναπάω. Ξαναπήγα, δεν άντεχα εδώ. Να καταλάβω επιτέλους το βαθύτερο γιατί μου, να γεμίσω το κενό. Άρχισα να παίρνω συνεντεύξεις για δικό μου λογαριασμό. Μιλάγανε όλοι, ο καθένας για τους λόγους του. Οπλαρχηγοί, παιδιά, κανίβαλοι, αντάρτες, ατζέντηδες, βιασμένες χωριάτισσες, κυανόκρανοι, πρόσφυγες, ιεραπόστολοι, τον τάδε υπουργό, τον δείνα διοικητή, τον πρόεδρο του Μετώπου Εθνικής Απελευθερώσεως του Δεξερωγωπού, σπάνια μεταλλεύματα, πλοκαμωτές πολυεθνικές, όζοντα κυκλώματα, δυτικές και μη κυβερνήσεις, γεωστρατηγική, όλα παίρναν μια θέση στο μωσαϊκό, άρχισε το κουβάρι να ξετυλίγεται. Βρήκα μετά έναν ανεξάρτητο παραγωγό, αυστριακό, γύριζα με μια κάμερα και ξετύλιγα τον μίτο της Αριάδνης Ευρώπη και Αμερική, θα με φάει ο Μινώταυρος, έλεγα, εκεί που πάω και χώνω την μύτη μου. Γιατί τα διακυβεύματα ζόρικα, δεν μπορείτε να διανοηθείτε τα μεγέθη. Τελικώς έγινε το ντοκιμαντέρ, βραβεύτηκε στο φεστιβάλ της Γλασκώβης. Αλλά από διανομή, κόκαλα. Το θέμα δεν τράβαγε την αγορά. Δεν πειράζει, είπα. Αρκεί που είχα δώσει ένα κάποιο νόημα στο χάος. Άλλωστε, κάτι που έχει παρασταθεί, μπορεί κάποτε και να αλλάξει.
Με την Κλαίρ τα λέγαμε πότε πότε στης Μαργαρίτας. Την είδε η μάνα μου, ξίνισε τα μούτρα της. Είχε μία οξύτατη αίσθηση της βαθειάς ερωτικότητας, η μάνα μου. Αλλά εμένα με ήθελε μακριά από το κακό, την ενοχλούσε η ιδέα πως εγώ μ' αυτό το γύναιο, και τα λοιπά. Τα δικά της, τα ξέχασε. Αλλά εμένα αυτό δεν με ενοχλούσε, γέλαγα. Πιο ενοχλητική ήταν η απανταχού παρουσία του Παιδικού Τρικύκλου, που κουτσομπολεύανε ασφαλώς, κάτι είχαν μυριστεί, θα μας μπλέχαν στις πλεχτάνες τους. Ενοχλητική επίσης υπήρξε και η αναχώρηση του Λιμπούντα, που άφησε το διακριτικό δωματιάκι στο περιβόλι με τις λεμονιές, κι' ήρθαν άλλοι.
Η Κλαίρ έφυγε τέλη Αυγούστου, μαζί με τον Ζανζάκ Μεσσί και τους μεσσιανιστές. Με το ίδιο πλοίο που έφυγαν και οι γονείς μου.
Μου άφησε ένα φάκελλο στης Μαργαρίτας. Έναν απ' αυτούς του ψιλικατζίδικου στο λιμάνι. Μέσα είχε ένα γράμμα, δύο χειρόγραφες σελίδες, κι είχε έναν σταθερό γραφικό χαρακτήρα λίγο λοξό με ενωμένα γράμματα που σε κάνουν να διστάζεις λίγο διαβάζοντάς τα. Με πένα, σε χαρτί πολυτελείας που δεν εύρισκες στο νησί. Είχε στάξει λίγες σταγόνες από το άρωμά της. Νάτο:

Αγαπημένε μου Ασσασίνε,
Πάνε δεκαπέντε μέρες που με δολοφόνησες άσπλαχνα στο δωματιάκι με την λάμπα και τον λεμονόκηπο.
Ο φόνος είναι φυλαχτό.
Δεν ξέρω αν παρακολουθείς τα δικά μας. Ο Ζανζάκ έχει διαγνωστεί με άνοια από τις αρχές του χρόνου. Εγώ νομίζω πως απλώς κουράστηκε πρώτα να μιλάει και μετά να σκέφτεται. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε το θέμα μακριά από την δημοσιότητα, αλλά εις μάτην. Ήδη τα όρνεα μαζεύονται, θα το διαπίστωσες και μόνος σου. Σκέπτεται να διαλύσει την Εταιρεία του Παιδικού Τρικύκλου. Έγραψε ήδη την επιστολή για τον τύπο. Ξέρω, θα πεις πως εγώ πάλι έδωσα νόημα στους χρησμούς, και τα λοιπά. Ξέρω, βλέπεις σ' εμένα την δαιμόνια Μισέλ στην "Λέσχη". Μα μια αξιόλογη ηθοποιός δεν ταυτίζεται ποτέ με έναν ρόλο. Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως νάχεις δίκιο. Ίσως να μην ήμουν ποτέ αξιόλογη ηθοποιός.
Δεν σου γράφω ωστόσο για να σου διηγηθώ τα καθέκαστα με τον Ζανζάκ. Να δικαιολογηθώ θέλω, που οι συνθήκες δεν μου επέτρεψαν να σε χαρώ όπως πόθησα.
Πως ο άνθρωπος έπαψε να είναι ζώο; Δεν ξέρω. Πως το ματωμένο κρέας έγινε φουάγκρά και οι γρυλλισμοί εξελίχθηκαν ως στον απέραντα αισθησιακό πληθυντικό ευγενείας; Πάλι δεν ξέρω. Ξέρω πως ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον στο σύμπαν που ορίζει τον εαυτό του, το νόημά του. Δεν τρώει πια για να μην πεθάνει. Και δεν γαμιέται για να αναπαραχθεί.
Ξέρω λοιπόν να πω για τον άνθρωπο. Γεννιόμαστε με αλυσίδες που μας δένουν με την ζωή. Αυτή είναι η φύση της, μεγαλώνουμε μέσα στον πόνο, την στέρηση, την υποταγή, την ματαίωση και την  ταπείνωση. Κι' εκεί ξεκινάει ο αγώνας: να ελευθερωθούμε ή να συνηθίσουμε. Υπάρχει και τρίτος δρόμος βέβαια. Να αυτοκτονήσουμε. Τον δοκίμασα κάποτε, και ευτυχώς απέτυχα.
Μερικοί ξεχνάνε τα δεσμά της ζωής χωρίς να το θέλουν. Οι περισσότεροι προσποιούνται πως ξεχνάνε. Δεν είναι σωτηρία να ξεχνάς. Υπάρχει πάντα ένα κομμάτι μας που συνεχίζει να θυμάται, φωνάζει κι' εμείς ακούμε την ηχώ του να μας τρελαίνει. Κι' άλλωστε ο τύραννος έχει πολλά ονόματα: γονιός, κύριος διευθυντής, τροχονόμος, σύζυγος. Νομίζεις πως απαλλάχτηκες από τον ένα και κάποιος άλλος περιμένει να σε κάνει να υποφέρεις ξύνοντας τις πληγές που έξυνε ο προηγούμενος που άνοιξε ο πρώτος. Δηλαδή η ίδια η ζωή. Δεν είναι σωτηρία να ξεχνάς (δις.)
Μερικοί ανοίγουν άλλο δρόμο. Ξορκίζουν τον πόνο και την υποταγή, την κάνουν επιθυμία, και την επιθυμία την κάνουν ηδονή, τελετή, θέαμα, παράσταση, παιχνίδι, θέατρο, ή καλύτερα τσίρκο. Γιατί το τσίρκο έχει ακροβάτες και ακροβάτιδες με κορμιά λαστιχένια και σχοινιά για ίλιγγο, έχει θηριοδαμαστές και θηριοδαμάστριες, έχει κλουβιά, κι' ανθρώπινες τίγρεις με νύχια και δόντια, κι' άλλοι πετάνε μαχαίρια, καταπίνουν σπαθιά και φτύνουν φωτιά, κι' είναι και κλόουν που ρίχνουν μάπες και κλωτσιές ο ένας του άλλου, και μπουγελώνονται με χρώματα, και γελάνε και κλαίνε, και το κοινό τους γελάει και κλαίει μαζί, είναι οι άνθρωποι του θεσπέσιου τσίρκου. Κι' είναι από μόνοι τους μαζί και το κοινό κι' ο θεατρίνος, όπως λέει ο ποιητής. Και στο τέλος ο πόνος φεύγει από πάνω τους, το λέμε κάθαρση αυτό, ο Άνθρωπος στα μέρη σας πρωτόμαθε να το κάνει, αυτό που λέμε κάθαρση, δεν ξέρω πως εξηγείται αυτό το φαινόμενο. Ό,τι αναπαραστάθηκε πονάει λιγότερο, μπαίνει σ' ένα κουτί.
Ξέρω ακόμη πως όταν σβήνουν οι προβολείς, όλα αυτά τα θηρία της ηδονής  μαζεύονται στο ίδιο τραπέζι, μοιράζονται ένα πιάτο φαί, γεμίζει ο ένας το ποτήρι του άλλου, συζητάνε, λένε αστεία, πειράζονται. Δεν αποκλείεται, μερικές φορές πάνε για μεταμεσονύκτιο μπάνιο στην θάλασσα.
Ύστερα χωρίζουν. Δεν ορκίζονται για πάντα, γιατί το για πάντα είναι ήδη αυτή στιγμή που μας ακολουθεί σ' όλο το υπόλοιπο ταξίδι.
Γέμισες το κορμί μου άστρα κλεμμένα από τα όνειρα, γλυκέ μου εραστή. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.
                                                                   Σ' ευχαριστώ
                                                                          Κλαίρ

 Άδειασε το Νησί τον Σεπτέμβρη, κάποιες συντροφιές μόνο συναντούσες εδώ κι' εκεί, και έναν δυο ξένους, κάτι καθυστερημένα πουλιά με περίεργα επαγγέλματα, παίρνουν άδεια το φθινόπωρο και γράφουν με πολύχρωμες πένες σε παιδικά τετράδια, μόνοι τους στα τραπεζάκια. Ο Χανς φόρεσε ένα πουλόβερ. Τον χειμώνα είχε έκθεση. Κάπου αλλού, όχι Γερμανία. Νέα Υόρκη, θαρρώ. Ο Δύτης βρήκε καλή δουλίτσα στον Ηρόδοτο Τσιρκινίδη που τάχε πιάσει χοντρά όλο το καλοκαίρι να ζωγραφίσει τον τοίχο πίσω από το μπαρ τον μύθο του Κανδαύλη με όλες τις λεπτομέρειες. Ο Γενναίος μάζεψε το καταμαράν και το έδεσε στη στέγη μιας αποθήκας που ήταν στο Κατσούνι. Ρώτησε τον ιδιοκτήτη και αυτός είπε εντάξει, δηλαδή. Του χρόνου τον Ιούνιο το ξαναβρήκε, συμπλήρωσε κάτι μπουκάλες, κάθε χρόνο παίρνει μερικές ο καιρός, το ξανάριξε πάλι στην θάλασσα. Την μηχανούλα την έβαλε να δουλέψει σε γλυκό νερό απ' το πηγάδι, την γράσωσε, και την έκρυψε κι' αυτήν στην αποθήκα, να είναι προστατευμένη. Η Μαργαρίτα έστειλε τα παιδιά στην Αθήνα μόλις άνοιξαν τα σχολεία, κι' έμεινε με τον άντρα της στο μαγαζί. Ήθελαν να ξαναβάψουν τον τοίχο και να κάνουν μερικά μερεμέτια. Μετά θα πήγαιναν να ταβρουν για τον χειμώνα. Η Ειρήνη έκλεισε πιο νωρίς, πως να δουλέψει κουζίνα, δεν έφτανε η πελατεία. Κι' εγώ έπιασα δωμάτιο στον λεμονόκηπο, με είχε φάει η άμμος, η υγρασία και το αλάτι.
Με τα μπουφάν στην βεράντα. Μελάνι, παστελ, ακρυλικά, σε μπλοκ ιχνογραφίας, 28Χ19 cm, 2017
Γλυκαίναν τα χρώματα, καθαρίζαν, έχει κάτι πολύ εκτυφλωτικές μέρες αυτή η εποχή, κι' η θάλασσα είναι ακόμα χλιαρή, όμως μετά το μεσημέρι λίγωνε η ψυχή μου στην ησυχία, κι' έπαιρνε το νησί κάτι χρώματα από το φιστικοβούτυρο μέχρι την στάχτη της χτεσινής θράκας που κρύωσε, κάτι μ΄ έπιανε πότε-πότε μέσα μου και ούρλιαζε, θυμόμουν την Κλαίρ, μετά ησύχαζε πάλι εντελώς. Το δειλινό ερχόταν νωρίς, κι' έκανε ψυχρούλα. Αλλά κάλτσες δεν φοράγαμε, τοιουτοτρόπως πενθούσουμε το τέλος της θερινής σεζόν. Μαζευόμασταν οι εναπομείναντες με τα μπουφάν στην βεράντα, στο άδειο μαγαζί της Μαργαρίτας, βλέπαμε τον ήλιο στα τελευταία του, καπνίζαμε. Ψήναμε παϊδάκια και λουκάνικα ντόπια και παρηγοράγαμε την φθινοπωρινή μελαγχολία μας με ιστορίες και ρακή. Ο Ηρόδοτος Τσιρκινίδης που ήταν και γεωλόγος έλεγε για τα έγκατα του νησιού, ριζωμένα στον πάτο της θάλασσας διακόσια εκατομμύρια χρόνια, τα οποία βαστάνε τον γρανιτικό βράχο της Καλαμιώτισσας μαζί με το Μοναστήρι στον αέρα, θρονιασμένο απάνω στην Πελαγονική, μιαν υποθαλάσσια οροσειρά του Αιγαίου, η οποία δημιουργήθηκε πριν κάτι δις χρόνια στην Αφρική, και ταξίδεψε εδώ, ως μετανάστης. Και η οποία ρίζωσε σε τέτοια βάθη που κανένας μας δεν πρόκειται να βουτήξει και να κατανοήσει, δε πα να προσπαθεί σ' όλη του την ζωή. Του Δύτη μη εξαιρουμένου. Οπότε εμένα μου ήρθε μια ιδέα εντελώς παλαβή εκείνη την ώρα, πως τα έγκατα του νησιού κι' η οροσειρά η Πελαγονική και τα βάθη της θάλασσας, όλα εκείνα τα ερέβη ήταν μία κούτα άπειρα χιλιόμετρα με φιλμάκι, που περίμενε να γίνει εικόνες και γλώσσα, μα και γραμμένο δεν θα ήταν σταθερό, συνεχώς γραφόταν κι' άλλο φιλμάκι καθ' ότι άπειρο, το φιλμάκι, όπως το απρόσιτο Βιορμητικό του Ζανζάκ Μεσσί.
Μ' αυτά και με κείνα έμεινα στο νησί μέχρι την εθνική επέτειο.
Ξημερώματα της εικοστής ογδόης Οκτωβρίου είδα ένα όνειρο.
Ήμασταν πάλι προς τα τέλη Αυγούστου. Ήταν μεσημέρι με ανεπαίσθητο νοτιά, μπροστά στην άδεια προβλήτα, πλήθος, αυτοκίνητα, ο συνηθισμένος χαμός της επιστροφής Είχα κατεβάσει στο λιμάνι τον πατέρα μου και τη μάνα μου που θα φεύγαν. Ξεφόρτωσα τις βαλίτσες τους από την Σλαβιάνκα, ύστερα ρώτησα τη μάνα μου αν θα μου το άφηναν το αμάξι στο νησί. Το δικό μου αμάξι, σημειωτέον. Κάτι μου έγνεψε, μάλλον ναι, ήταν κάπως μουτρωμένη, αλλά δεν ξέρω και γω γιατί. Μπήκε μετά μια ακταιωρός στο λιμάνι, με μεγάλη ταχύτητα. Έκανε ξαφνικά ανάποδα τις μηχανές, μούγκριζε σα πολλά μοσχάρια  συγχρόνως, γέμισε αφρούς τη θάλασσα. Είχε στο κατάρτι την καταπράσινη και λευκή σημαία της Αλγερίας με το φίνο το κόκκινο μισοφέγγαρο και τ' αστέρι. Ξαφνικά είδα τον πατέρα μου να κολυμπάει προς την αλγερινή ακταιωρό που έδενε στο μουράγιο. Κολυμπούσε με πολύ καλό στυλ, ύπτιο. Καλά, πότε έμαθε; αναρωτήθηκα, σαν τον Θύμιο κι' αυτός, μέσα σε δεκαπέντε μέρες. Γιατί δεν κολυμπούσε και πολύ καλά, όπως σας είπα. "Τι κάνει;" ρώτησα μετά τη μάνα μου. Μου εξήγησε πως δεν μπορούσε να ξεχρεώσει κάποιο δάνειο που είχε πάρει, και ήθελε να ρωτήσει αν υπήρχε δυνατότης να πάρει άλλο δάνειο, ίσως από κάποιο αλγερινό πιστωτικό ίδρυμα ή οργανισμό, ώστε να ξεπληρώσει το παλιό. Εξεπλάγην, γιατί ο πατέρας μου ήταν μάλλον φρόνιμος άνθρωπος, συντηρητικός, τίμιος πασόκος, δεν ανοιγόταν σε χρέη και τέτοια. "Μα τι τόθελες το δάνειο που πήγες κι' έβαλες στο κεφάλι σου;" τον ρώτησα όταν επέστρεψε. Μου απάντησε με ασυνήθιστη γι' αυτόν συστολή πως "Να! το πήρα, τι να κάνουμε, κι' ύστερα φοβόμουν πως αν δεν το ξεπλήρωνα θα σου έκαναν κακό."
Ήρθε το πλοίο της γραμμής και χάθηκαν μέσα του πριν το καταλάβω. Μα και το καράβι είχε χαθεί μόλις κοίταξα, κι ούτε η γραμμή του ορίζοντα φαινόταν στην νοτισμένη ατμόσφαιρα.  Έμεινα στην άκρη της προβλήτας, στην πιο απόλυτη άπνοια, στο απόγευμα που έστυβε τον ιδρώτα, στην πιο αρυτίδωτη και νεκρική αρμύρα. Τρία βραχάκια ήταν μόνο μέσα στο νερό, σαν τρεις τελείες, σαν αποσιωπητικά, σαν ύστατη προέκταση του νησιού να συναντήσει την άλλη στεριά. Στο πέρα-πέρα, κάποιος καθόταν. Φορούσε μία  λευκή φανέλα. Έβλεπα την πλάτη του στο φως, και την λίγη σκιά που έριχνε στον βράχο. Είχε πετονιά και πλατύ καπέλο σαν το δικό μου, και περίμενε.

ΤΕΛΟΣ


 Είχε πετονιά και πλατύ καπέλο σαν το δικό μου, και περίμενε. Στυλό μελάνης, παστέλ, ακρυλικά σε mix media, 21X30 cm, 2017

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

VIIΙ. Μακρινές Μητέρες, σκοτεινοί πατέρες (Ο Εικονολήπτης, συνέχεια.)


Μπαρμπούνια με ουζάκι. Στυλό μελάνης, παστέλ, ακρυλικά σε mix media, 21X30 cm, 2017
Της μητέρας άρεσαν τα μπαρμπούνια τηγανιτά με ουζάκι που τόπινε πολύ αραιωμένο. Σε τέτοιες περιστάσεις θυμόταν και την δική της μαμά, η οποία καθάριζε το μπαρμπούνι κι' άφηνε τα κόκαλα για το μάθημα της φυσικής ιστορίας, τόσο καλά τα έγλυφε τα κόκαλα. Επίσης ήξερε κολύμπι η γιαγιά, γεγονός σπάνιο για την εποχή της. Αυτή με είχε μάθει κολύμπι στην αρχή, και μακροβούτια. Αλλά κρόουλ με είχε μάθει η μάνα μου αργότερα. Και μάλιστα καλό κρόουλ, έφευγα μακριά, δεν φοβόμουν την θάλασσα. Ο πατέρας μου δεν κολυμπούσε καθόλου καλά. Κλώτσαγε τη θάλασσα λες και τούφταιγε σε κάτι, άφριζε η θάλασσα, και δεν τον άφηνε να πάει παραμέσα.
-Είχαν έρθει κάτι γιαπωνέζοι κάποτε στην Εταιρία, είπε ο πατέρας μου, "και τους πήγανε στο Πασαλιμάνι για ψάρι. ¨Οταν είδαν τα τηγανητά μπαρμπούνια φρίξανε, τέτοια φρέσκα ψάρια τηγανισμένα, βαρβαρότης! είπαν, και ζήτησαν και τους τα φέραν ωμά και τα φάγαν, έτσι τα τρώνε εκεί."
-Μήπως τα θες κι' εσύ ωμά όπως οι γιαπωνέζοι; τον ρώτησα.
-Καλά τα μπαρμπούνια, ξανάρχισε το βιολί του, "την συναγρίδα ποιός θα την φάει; Χαμένη θα πάει."
-Θα την φάμε κι' αύριο, ξανάπα.
-Ε, βέβαια, τώρα που έβγαλες δικά σου λεφτά, ποιός σε πιάνει! ειρωνεύτηκε. Αυτός δεν έπινε ουζάκι, τόχε κόψει από χρόνια. Ήπιε το σαντορινιό, ένα ποτηράκι δηλαδή.
Φιρί φιρί πήγαινε, να φέρει τη συζήτηση εκεί που ήθελε.
-Άμα είχες μπει τότε που σούλεγα στην Εταιρεία, τώρα θα έβγαζες πολύ περισσότερα.
Μια ζωή κλαιγότανε στα τσιμέντα που δούλευε που τον αδικούσανε στις προαγωγές. Κι' ερχόταν όλο νεύρα σπίτι και την πλήρωνα εγώ, γιατί ήθελε να δει πως έκανα τα μαθήματά μου. Και μούπρηζε τ' αρχίδια πως αυτός πληρώνει τα σχολεία, το φαΐ, τα ρούχα, και πως τα λεφτά δεν τάβρισκε στο δρόμο. Και πως αν δεν είχε εμένα να θρέψει, θα το παράταγε το τσιμεντάδικο. Και την νύχτα ακούγαμε φωνές από το δωμάτιο, τσακωνόταν με τη μάνα μου. Πρέπει να μην του καθόταν. Μεγάλωσα, τέλος πάντων. Και πέρασα στην Πολυτεχνική της Θεσσαλονίκης για να αποδείξω πως μπορούσα. Και τότε μου είπε πως το Μετσόβιο που έβγαλε αυτός ήτανε καλύτερο από την Θεσσαλονίκη. Κι' όταν τέλειωσα τόχε δεμένο πως θα μ' έβαζε στα τσιμέντα όπως αυτός. Αλλά του τόκοψα πως θα γίνω σκηνοθέτης. Φρύαξε. Όσο αγαπούσε και θαύμαζε τους καλλιτέχνες η μάνα μου, τόσο τους ζήλευε αυτός. Δεν ήθελε να γίνω καλλιτέχνης. "Εγώ λεφτά δεν σου δίνω να γίνεις χαραμοφάης," είπε. Κι' έφυγα εγώ στο Παρίσι, και μούστελνε κρυφά η μάνα μου κάτι. Γιατί αυτή έκανε κουμάντο τα λεφτά του σπιτιού από τότε που κλείστηκε στο σπίτι αναγκαστικά. Έπαθε ένα αυτοκινητιστικό η μάνα μου, εγώ πήγαινα πρώτη γυμνασίου, διέλυσε το πόδι της, ένα χρόνο τραβιόταν στα νοσοκομεία. Νεύρα αυτός, εγώ την πλήρωνα. Την έφαγε μετά που έγινε καλά, να βγει στην σύνταξη πρόωρα, να παρατήσει την δουλειά της. Γιατί ήτανε χορογράφος στο Εθνικό Θέατρο, η μάνα μου. Πήγαινε ταξίδια, Νέα Υόρκη, Παρίσι, Λονδίνο, Μόσχα, και που δεν είχε πάει. Την έκλεισε μέσα στο σπίτι, από την ζήλια του. Ήθελε να φέρνει μόνο αυτός τα λεφτά στο σπίτι να της τα δίνει. Και τα κατάφερε, δεκαπέντε χρόνια μετά, αλλά τα κατάφερε.
Ήρθε μετά η συναγρίδα. Με λαδολέμονο, με τα λεμόνια από το περιβόλι της Ειρήνης. Και την τιμήσαμε δεόντως, εγώ και η μητέρα. Αυτός ίσα που την ακούμπησε. Τον πείραζε που είχα λεφτά και πλήρωνα, θα του κάτσει κανένα κόκαλο στο λαιμό, φοβήθηκα.
-Αχ να ζούσε η γιαγιά σου! αναστέναξε η μάνα μου. Θυμόταν την γιαγιά όταν είχαμε ψάρι. Για τον παππού, δεν μίλαγε τόσο συχνά. Ο παππούς μου ο μητρικός ήταν φωτογράφος. Είχε κάτι φωτογραφίες αδημοσίευτες. Από την εκτέλεση των έξι, είχε πάει εκεί, τις τράβηξε κρυφά, καμιά εφημερίδα δεν τις δημοσίευσε μέχρι τούδε. Το έθνος έζησε την τραγωδία αλλά δεν την είδε ποτέ. Ο στρατηγός Χατζανέστης μέσα στα αίματα, μετά την χαριστική βολή. Ο Γούναρης μέσα στα αίματα επίσης, ο Πρωτοπαπαδάκης μέσα στα αίματα, ο Σταύρος, ο Θεοτόκης, ο Μπαλτατζής, επίσης μέσα στα αίματα όλοι. Απόξω τους είχα μάθει, τους εκτελεσμένους. Ο παππούς ήταν από την Πόλη, βενιζελικός. Παρ' όλα ταύτα, παραδεχόταν πως οι έξι πήγαν αδίκως, αλλά έπρεπε να εκτελεστούν ώστε να επέλθει η Κάθαρσις. Ήταν, λέει, ο φόρος αίματος των βασιλοφρόνων προς τους βενιζελικούς. Αλλά πως θα ερχόταν η Κάθαρσις με την εκτέλεση ανθρώπων που τους δικάσαν για προδότες αντί για τους προδότες που ήταν στο παλάτι; Ο Χατζανέστης μπορεί να μην τάχε και τετρακόσα, μέχρις τέτοιου σημείου. Νόμιζε πως είχε γυάλινα πόδια, ο αρχιστράτηγος. Οι έλληνες όμως, και οι βασιλικοί μαζί, ήθελαν καλά και ντε ανθρωποθυσίες. Δηλαδή πως για όλα φταίγανε μόνο οι έξι αυτοί, κι' έπρεπε να τους φάνε, αλλιώς ο τόπος δεν θάβλεπε κάποια ηρεμία. Έτσι έλεγε ο παππούς, κι' ας ήταν βενιζελικός βαμμένος. Δηλαδή, είπα του παππού, οι έλληνες ήταν σαν τους αζτέκους, που έκαναν ανθρωποθυσίες για να βρέξει; Αλλά ο παππούς δεν ήξερε να με φωτίσει πολύ για τους αζτέκους. Εγώ τους ήξερα από κάτι βιβλία του ΡΟΛ, είχανε τίτλο Ήμουν κι' εγώ εκεί. Ε, κάτι σαν το γιοφύρι της Άρτας, είπα του παππού, κάποιον έπρεπε να θυσιάσουν. "Δεν ξέρω τι κάναν οι ατζέκοι, τι να σου πω, τι ερωτήσεις είναι αυτές βρε παιδάκι μου;" είπε ο παππούς. Μ' έπιανε μια ταραχή όποτε έβλεπα εκείνες τις φωτογραφίες. Με έπαιρνε η μάνα μου μαζί της, μ' άφηνε στο φωτογραφείο και πήγαινε στα μαγαζιά, σε δουλειές, δεν ξέρω. Ήξερα που τις είχε, κι' όποτε ήταν απασχολημένος, τράβαγε φωτογραφίες κάποιον για ταυτότητα και τα λοιπά, πήγαινα και τις έβλεπα. Μια φορά ρώτησα τον πατέρα, ήταν ή δεν ήταν προδότες, ο Χατζανέστης και οι άλλοι. Και με ρώτησε που τάμαθα αυτά, και τούπα. Και μου είπε πως καιρός ήταν να τα ξεχάσουμε όλα αυτά, γιατί περάσανε, δεν είχαν σημασία πια, και σημασία είχε να διαβάζω στο σχολείο. Και με έβαλε να κάνω ασκήσεις αριθμητική, αναγωγή στην μονάδα, απλή μέθοδος των τριών, τέτοια. Και όταν ξαναέψαξα τις φωτογραφίες, δεν τις ξαναβρήκα. Ρώτησα τον παππού που πήγανε, και μου είπε "Δεν έχει φωτογραφίες, τις πέταξα, πάει, πάνε." Τον έπιασε ο πατέρας μου, τι του είπε, τις εξαφάνισε.
Τον φοβόμουν τον πατέρα, μικρός όταν θύμωνε έκλαιγα. Με κορόιδευε, και με απειλούσε πως αν δεν σταμάταγα να κλαίω σαν γυναίκα θα μου λιώσει το κεφάλι. Ήθελε να με σκληραγωγήσει μ' αυτή τη μέθοδο. Είχε κι' άλλες μεθόδους, επίσης. Όταν ήμουν πρώτη Δημοτικού έφερε σπίτι ένα τεράστιο βιβλίο, ένα λεύκωμα. Μέσα είχε σκελετωμένα παιδάκια, και πεθαμένους, άλλους στη μέση του δρόμου, άλλους κρεμασμένους. Για να μάθω τι τράβαγαν οι έλληνες στην Κατοχή. Και πως αυτά έπρεπε να τα μάθω και να μην τα ξεχάσω. Ύστερα το βιβλίο μπήκε σ' ένα ντουλάπι, ψηλά. Φαίνεται πως ήθελε να ξέρω τι τραβάγαμε, αλλά για έναν άγνωστο λόγο να ξέρω με έναν τρόπο που θα τον κουμαντάριζε αυτός. Πρώτα σε φρικάριζε, δηλαδή, και μετά σε προστάτευε από τη φρίκη, έκρυβε το λεύκωμα να μην το φτάνω. Αλλά εγώ έβαζα καρέκλα και τόφτανα. Και κουμαντάριζα τη φρίκη μόνος μου. Όμως χωρίς να το καταλάβω, είχε μπλεχτεί ο φόβος του πατέρα μου με την φρίκη της Κατοχής. Αν δεν πήγαινα εγώ καλά στο σχολείο, ας πούμε, θα γινόταν Κατοχή, κι' αυτός θ' άρχιζε τις απειλές και τις βρισιές, που εγώ έφταιγα για την Κατοχή που γύρισε, αλλά εγώ δεν τον φοβόμουν, ούτε την Κατοχή φοβόμουν, γιατί ήδη πήγαινα και κατέβαζα το βιβλίο κι' έβλεπα τη φρίκη. Υπήρχε μία ευχαρίστηση σ' αυτό, οπωσδήποτε, μια ανεξαρτησία. Άντε βρες γιατί. Όπως μετά, που πήγα στην Αφρική, με τα παλούκια στον ωκεανό και τα παιδιά κανίβαλοι. Αναρωτιόμουν δηλαδή αν τάκανα όλα ντοκιμαντέρ για να γλυτώσω από τον φόβο του πατέρα μου. Και τα σκεφτόμουν αυτά τα ευχάριστα θέματα ξεκοκαλίζοντας την συναγρίδα.
-Σας άρεσε η συναγρίδα; ρώτησα τελικά.
-Φρεσκότατη, σπαρταρούσε, είπε η μητέρα, απαντώντας και για λογαριασμό του. Όταν απευθυνόμουν και στους δύο, κοίταζα πάντα εκείνη.
Μικρός την έλεγα μάνα. Δεν ήθελε το μαμά, αλλά ούτε κι' εμένα μου άρεσε, το μαλθακό εκείνο διπλό -μα. Στην εφηβεία δεν την έλεγα τίποτα. Κι' από τότε που έφυγα για την Θεσσαλονίκη, την έλεγα μητέρα, και της μίλαγα στον πληθυντικό, και γελάγαμε. "Μητέρα, θα πιείτε μία μπύρα;" "Μητέρα χαρμάνιασα, μπορώ να καπνίσω;" "Μητέρα χαίρετε, βγαίνω τώρα να πάω να γαμήσω και θα επιστρέψω μεθαύριο," "Μητέρα, μου τα πρήξατε!". Και κακακα τα γέλια αυτή. Μια φορά που το παράκανα με τις παλαβομάρες μου, μου είπε "βρε μπάσταρδε, ωρίμασε επιτέλους!" Κι' εγώ σκαρφάλωσα στην κορομηλιά του κήπου και της φώναζα "Μητέρα ωρίμασα! Να πέσω;" Ώσπου βγήκε η γειτονιά στο πόδι και γέλαγαν απαξάπαντες. Ήταν καλοκαίρι, και είχαν ανοιχτά τα παράθυρα, ακούγανε. Και κακακα τα γέλια, η μάνα μου.
Εκείνον τον έλεγα πατέρα όταν ήμουν μικρός. Όταν μεγάλωσα, δεν τον έλεγα τίποτα. Ούτε και κάναμε αστεία. Με είχε χτυπήσει μερικές φορές, πολύ μικρό. Με τη ζώνη. Μια ζώνη δερμάτινη, καμπόικη, μου την είχε φέρει η μάνα μου από την Αμερική.
Όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ο πατέρας μου έδωσε ένα χαστούκι και άνοιξε η μύτη μου. Γιατί είχα αργήσει. Ήτανε και κόσμος μπροστά, θα βγαίνανε με μια παρέα, τα είδανε όλοι τα γεγονότα. Ξεφτίλα πολλή. Και τότε του είπα πως αν με ξαναχτυπήσει θα του λιώσω το κεφάλι. Έτσι, μπροστά σε όλους. Άσπρισε, αυτός. Δεν με ξαναχτύπησε. Ταράχτηκε, έγινε ράκος. Ούτε με ξανάστειλε για τσιγάρα. Έσερνε τα πόδια του, πήγαινε στο περίπτερο, δεν μου μίλαγε για μήνες. Κι' εγώ ταράχτηκα. Έτρεμα μην με διώξει από το σπίτι. Αλλά δεν του τόδειξα.
Όταν τέλειωσα την Πολυτεχνική έκανε κάτι προσπάθειες να επανορθώσει. Αλλά μισά πράματα, παλινωδίες μέσα του. Είχα πάρει δίπλωμα, και του ζήταγα το αυτοκίνητο πότε πότε. Στην αρχή μου το έδωσε καμιά δυό φορές. Ύστερα μου είπε πως αυτός στην ηλικία μου δεν είχε αυτοκίνητο. Κι' άμα του είπα τι σχέση έχει αυτό, εξοργίστηκε. Κι' άρχισε μιαν ιστορία στα Δεκεμβριανά, που πέθανε η γιαγιά του, η προγιαγιά μου δηλαδή. Και την φόρτωσαν σ' ένα καρότσι με τον πατέρα του, να την πάνε να την θάψουν στον Άγιο Νικόλαο, εκεί τους έθαβαν, στον Άγιο Νικόλαο Πευκακίων, δεν υπήρχε μέσο να τους πάνε στο νεκροταφείο, η Αθήνα ήταν πεδίο μάχης. Και ρίχνανε κατά ριπές από τον Λυκαβηττό οι εγγλέζοι, και πέφταν αυτοί κάτω πρηνηδόν να γλιτώσουν, αυτός κι' ο παππούς. Οπότε του είπα πως ούτε αυτό έχει σχέση, κι' άρχισε πάλι την ιστορία με το τι τους κάνανε οι γερμανοί στην Κατοχή, που δεν είχαν να φάνε, και οι πεθαμένοι, και όλο το λεύκωμα επανάληψη. Ξανά τίποτα εγώ, δεν τούκανα τη χάρη, "και τι σχέση έχει με το αμάξι η Κατοχή;" είπα. Αλλά είχε βερεσέδες με την Κατοχή. Την άλλη μέρα με ξανάπιασε. Αυτή την φορά η ιστορία του ήταν πιο εμπεριστατωμένη. Μια φορά πέρναγαν έξω από ένα μπουρδέλο που πηγαίναν οι γερμανοί, Ασκληπιού ήταν, ημιυπόγειο, και το παντζούρι ήταν λίγο σπασμένο. Παίρνανε μάτι τον γερμανό που γάμαγε, επιμόρφωση να πούμε. Μέχρι που τους πήρε ο γερμανός χαμπάρι, πετάχτηκε έξω με το λούγκερ στο ένα χέρι και την μεταχειρισμένη καπότα στο άλλο. Και πρόλαβε αυτόν, τον πατέρα μου, οι άλλοι προλάβανε, λακίσανε. Και του την πέταξε στη μούρη, την καπότα, και τον απειλούσε με το λούγκερ, ο γερμανός. Και έβριζε κάτι γερμανικά, σα γαυγητά. Ευτυχώς βγήκε η πουτάνα με το νεγκλιζέ, τον καλόπιασε τον γερμανό, τον άφησε τελικά αυτός τον πατέρα μου, έφυγε, γλύτωσε. Ήταν δακρυσμένος, όταν τέλειωσε την διήγηση. Αλλά εγώ δεν ήθελα κανέναν συμβιβασμό, καμιά συγγνώμη, καμιάν δικαιολογία. Δεν ήμουν θυμωμένος. Ντρεπόμουν, που μου τάλεγε. Και φοβόμουν μην βάλω πάλι τα κλάματα μπροστά του. Κι' αν με κορόιδευε μετά που έκλαιγα; Τι θα έκανα; Θα του έλιωνα το κεφάλι; Καθόμουν λοιπόν και τον κοίταγα, απαθής και παγωμένος, και δεν έλεγα τίποτα. Και δεν μου ξανάδωσε το αυτοκίνητο.
Η γιαγιά στο καρότσι. Μελάνι, παστέλ, κάρβουνο, σε μπλοκάκι 14Χ9 cm, 2017.
-Παίζεις καθόλου κιθαρούλα; ρώτησε η μάνα μου.
Μου άρεσε ο Τσιτσάνης. Στο σπίτι είχαμε κορνιζαρισμένη μιαν ακουαρέλα του Μόραλη, ήταν μία γυναικεία φιγούρα με κόκκινο φόρεμα. Στη μέση της είχε ζωσμένο ένα χρυσό τούλι, κι' είχε μαύρα μαλλιά, κομμένα λίγο πάνω από τους ώμους. Ήταν ζωγραφισμένη με πολύ ανοιχτό δέρμα, κάτασπρο, και κατάμαυρα μαλλιά, όπως οι γκέισες. Και πολύ κόκκινα χείλια επίσης. Ήταν η μητέρα μου, δηλαδή το φόρεμά της όταν χόρευε στις Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές. Με το χορόδραμα της Μάνου, σε διασκευές ρεμπέτικων του Χατζιδάκι, αν έχετε ακούσει γι' αυτήν την παράσταση, το πενηνταδύο ανέβηκε, την χόρεψε πριν παντρευτεί. Όταν ήμουν τριών χρονών έφεραν στο σπίτι ένα πικάπ. Έβαζε τον δίσκο με τις Λαϊκές Ζωγραφιές στο πικάπ συνέχεια, ήταν η μεγάλη της στιγμή. Αλλά και η υπηρέτρια που είχαμε εσωτερική, είχε ένα τραντζιστοράκι, άκουγε λαϊκά αυτή. Την Αρχόντισσα και την Συννεφιασμένη Κυριακή τις είχαμε λοιπόν καθημερινώς στο σπίτι, και αυθεντικές και διασκευασμένες. Στην Θεσσαλονίκη πρωτοπήγα πέντε χρονών, με τους γονείς. Ήταν Σεπτέμβρης, κανόνισαν να πάρουν μαζί διακοπές, αυτός από το τσιμεντάδικο, αυτή όταν τέλειωσε το φεστιβάλ Αθηνών. Πήγαμε και στην Έκθεση, μ' ανέβασαν σ' ένα τρακτέρ, με φωτογράφιζαν. Θυμάμαι την πρωινή αχλή της πόλης, ήταν ένα γλυκό φθινοπωράκι, κι' είχε έναν αχό παράξενο και ηρεμιστικό, η Θεσσαλονίκη, ίσως επειδή έχει ανοιχτούς χώρους, και η κίνηση ήταν πιο αραιή, αμαξάκια κάτασπρα φεύγουν απαλά, έτσι την φανταζόμουν, σαν το Περιβόλι του Τρελλού. Μέχρι που μεγάλωσα νόμιζα πως ο Τσιτσάνης ήταν σαλονικιός, και η Αρχόντισσα επίσης. Αυτό το νομίζω και τώρα. Κι' αυτή είναι η Θεσσαλονίκη η πραγματική. Η Θεσσαλονίκη ήταν πραγματική πολύ πριν πάω εγώ. Εννοώ πως την είχα φτιάξει με την σκέψη μου όπως ακριβώς ήταν πριν πάω.
Να μην τα πολυλογώ, φοιτητής στην Θεσσαλονίκη έμαθα να παίζω και κιθαρούλα. Και την  Αρχόντισσα, και την Συννεφιασμένη Κυριακή, και άλλα τέτοια της ίδιας εποχής. Στο τέλος έβγαζα μεροκάματο καλό με μία ρεμπέτικη κομπανία. Τα σαββατοκύριακα, σε ταβέρνες και κουτούκια, τραγούδαγα με πάθος απερίγραπτο εκείνα τα τραγούδια, έπαιζα λες και τάχα γράψει εγώ, λες και λέγαν δικά μου βιώματα. Ήταν τα χρόνια της Αναβίωσης του Ρεμπέτικου, που λέγαν. Αλλά είχα καιρό να την πιάσω έκτοτε, την κιθαρούλα. Εικονολήπτης στην Αφρική, άλλη δουλειά δεν είχα, νόμιζε η μητέρα. Η οποία είχε την ακλόνητη πεποίθηση πως εκεί διασκέδαζα, πέρναγα υπέροχα, έκανα ταινίες με άγρια ζώα και άγριους χορούς, με ταμτάμ και ξώβυζες αφρικανές καλλονές, αραπίνες μαύρες ερωτιάρες, με ουίσκι με γλυκές κιθάρες, γλέντι και πιοτό. Γκρίνιαζε, γιατί με τέτοια ζωή που διήγα δεν θα παντρευόμουν ποτέ. Ήθελε να με δει παντρεμένο, να της κάνω εγγόνι, αλλά που εγώ. "Φτάνει πια, δεν χόρτασες;" μου τριβέλιζε το μυαλό σε κάθε ευκαιρία. Όμως καλύτερα έτσι που τόχε δεμένο πως ξεφάντωνα στην Αφρική, δηλαδή ξεφάντωνα, αλλά εκείνη δεν ήξερε όλη την πραγματικότητα που ζούσα, και δεν την ένοιαζε, η πραγματικότητα. Δεν άντεχε να ανησυχεί, όπως προείπα, γι' αυτό. Κι' εγώ δεν άντεχα επίσης. Δεν άντεχα κάποιον να ανησυχεί για εμένα. Δεν ήθελα καμίαν και κανέναν να ανησυχεί για μένα και να έχω τον μπελά του. Με είχε πάρει μαζί της μικρό σε μια πρόβα του Εθνικού. Με ξέχασε εκεί και έφυγε. Έσβησε ο φροντιστής τα φώτα, είδαν και πάθαν να με βρουν, κανείς δεν θυμόταν που ακριβώς με είχε ξεχάσει. Τάβγαλα πέρα μόνος μου, στο σκοτάδι. Ζορίστηκα, βέβαια, πέντε χρονών ήμουνα. Αλλά δεν γούσταρα να ανησυχεί για τίποτα, άμα γινόμουν βάρος μ' έπιαναν ενοχές.
Έμεινα λοιπόν μόνος μου, στο σκοτάδι. Ανέβηκαν οι γονείς στο δωμάτιο, κι' εγώ πήγα στο Κατσούνι, μέσα στο σλίπινμπαγκ, να σκέφτομαι στο σκοτάδι. Μερικές φορές ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα, κι' η Αφρική τόσο μακριά, τόσο μακριά. Όσο και η ανεξαρτησία μου.
Τέλος πάντων, ξημέρωσε της Παναγίας. Ξύπνησα με τις καμπάνες και μιαν αόριστη μυρωδιά από λιβάνι. Ερχόταν από πάνω, από την Χώρα. Κι' από το λιμάνι, κανονιές του αντιτορπιλλικού κατ' ευθείαν στο στομάχι υπόκωφες.
Πήγα να δω την λιτανεία. Κατεβάζαν την εικόνα από την Καλαμιώτισσα, με την μπάντα, το άγημα, τον μητροπολίτη, ερχόταν κάθε χρόνο, τον δήμαρχο, πιστοί, τουρίστες όλοι εκεί θα ήταν, να έρθει το καΐκι με την Παναγία.
Ο μητροπολίτης αγίαζε τα νερά την ώρα που έφτασα. Κι' ύστερα η λιτανεία άφησε την προβλήτα και πήρε τον ανήφορο για την Χώρα. Εκεί στα σκαλοπάτια μαζευόταν το πλήθος, να περάσει η εικόνα από πάνω τους, να αγγίξουν την Παναγία. Σπρώχνονται, τσαλαπατιώνται, πνίγονται, πέφτουν κάτω σε έκσταση, κραυγές και οιμωγές, σβήνουν τα εμβατήρια, ο αέρας πυκνώνει, γίνεται ένα υλικό από χάλκινα και ήλιο και ζέστη, και ξανανάβουν επίσημα και αργά τα εμβατήρια, κι' η εικόνα ανεβαίνει κι' αυτή αργά στις πλάτες των ναυτών, πάνω από κυπαρίσσια και τις γυφτοπούλες τις λεπτές σαν τα ξιφίδια των αξιωματικών, το άγημα αφήνει τον ιδρώτα από τα κούτελα να βρέχει τις μπελαμάνες, οι ξιφολόγχες ψέλνουν, ανοίγουν δρόμους στα ουράνια, τα σκαλοπάτια πάνε στα ουράνια μαζί με το πλήθος, πουθενά αλλού ο θάνατος δεν έχει τέτοιον οίστρο, πουθενά αλλού ο θάνατος δεν τραγουδάει έτσι τον θάνατό του και νάτους, ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια τα ασβεστωμένα, γιορτάζουν το τέλος της βασανισμένης ζωής της Θεοτόκου σαν να ήταν η Απελευθέρωση, ή σαν νάταν ο θάνατος απολυτήριο απ' το σχολείο ή τον στρατό.
Είδα την Ζολί να λικνίζεται μέσα στο πλήθος. Χόρευε και τραγούδαγε, με πήρε από το χέρι κι' ανεβαίναμε μαζί μ' όλους τους άλλους, κι' όπως ανεβαίναμε κάτι πολύ περίεργο συνέβαινε, η Ζολί μίκραινε, μίκραινε συνεχώς, σε μέγεθος και χρόνια, ώσπου ξαναβρήκε την παιδική της ηλικία, επέστρεψε εκεί, και τα ρούχα της μικραίναν, ήταν μια παρωχημένη μόδα παιδική, δεν μπορούσα να της κρατάω το χέρι, ήταν πολύ μικρούλι, με τράβαγε από το μικρό μου δάχτυλο μέχρι που φτάσαμε στην Χώρα. Από κει άρχιζαν άλλα σκαλάκια, πιο ανηφορικά, αλλά φαρδαίνανε, φρεσκοβαμμένα με ασβέστη. Κάθε τόσο είχε κι' ένα κεφαλόσκαλο, τα είχανε διακοσμήσει τα κεφαλόσκαλα οι νησιώτες με ντενεκέδες βασιλικό. Από κάτω μας έχασκε  ο γκρεμός της βορεινής πλευράς, κι' από κάτω από τον γκρεμό, αρυτίδωτη σήμερα, ανήμερα της Κοιμήσεως, η μπλε η βαθειά η σκούρα η θάλασσα. Νότια, απλωμένες κλιμακωτά ήταν οι πλαγιές, οι σταχτόχρυσες πεζούλες με τις φραγκοσυκιές και τα λιόδεντρα, οι παραλίες με τους αστερίες και τα κοχύλια, και ψηλά ο Βράχος στην αυγουστιάτικη την μακαριότητά του.  Η Ζολί σήκωσε το κεφαλάκι της και με κοίταξε.
Η Ζολί μίκραινε, μίκραινε συνεχώς. Μελάνι και παστέλ, σε μπλοκάκι 14Χ9 cm, 2017.
-Που πάνε όλοι αυτοί; ρώτησε.
-Στην εκκλησία, είπα. "Πάνε ν' ανάψουν ένα κεράκι."
-Κι' εμείς γιατί δεν πάμε;
-Πάμε άμα θες, ξανάπα.
Την πήρα αγκαλιά, την έβαλα πάνω στους ώμους μου να μην την πατήσουν τα ευλαβικά πόδια των προσκυνητών. Μπορούσε να βλέπει τα πάντα αφ' υψηλού τώρα. Αρχίσαμε το ανέβασμα μαζί με το μπούγιο που σπρωχνόταν.
-Βλέπεις; ρώτησα.
-Ναι, πολύ ωραία είναι, είπε η Ζολί. "Και ακούω την φωνή σου στο μουνί μου."
Πέθανα στα γέλια. Πρώτα έπαθα λίγο σοκ, και μετά πέθανα στα γέλια. Ένα τόσο δα ανθρωπάκι να λέει τέτοια πράματα, το βλαμμένο, σοκαρίστηκα, αλλά συγχρόνως ήταν πολύ αστείο, το πάνχαζο. Είχε χάσει κάθε ιδιαίτερο νόημα το μουνί της, ήταν κάτι σαν τα αυτιά, ή το στομάχι, ηχείο ξερωγώ, να που ήταν ακριβώς  το  αστείο, α! το ηλιθιο το έντομο το μικροσκοπικό, είπα, σαν να της μίλαγα μέσα από κάποιον σωλήνα και έκανε ηχείο, καμία διαφορά.
-Μην γελάς, ξανάπε ενοχλημένη. "Γαργαλιέμαι, δεν αντέχω."
Σταμάτησα τα γέλια. Με κόπο και κίνδυνο να σκάσω, διότι κρατούσα την αναπνοή μου για να μου κοπούν τα χάχανα. Απορροφηθήκαμε μετά και οι δύο στην ανάβαση, πάνω γαλάζιο, πέρα γαλάζιο, ο βράχος αχνός στο μεσημέρι, η μπάντα η χάλκινη, το άγημα, οι παπάδες, οι αρχές, οι γύφτοι, η εικόνα, τα σκαλιά τα πέτρινα, η εκκλησία η πάλλευκη, το πλήθος, όλα πήγαιναν προς τα πάνω, όλα ανέβαιναν συνέχεια και πιο ψηλά. Όλα γελάγαν με τον θάνατο, τον τζουτζέ, τον καραγκιόζη.
Ώσπου φτάσαμε στον περίβολο της εκκλησίας. Στάθηκαν οι ναύτες με την εικόνα, σταμάτησε η μπάντα, άρχισε ο δεσπότης την δέηση. Που ανάμεσα στο πλήθος, ποιός πετάγεται; Ο Ζανζάκ Μεσσί, κι' ανεβαίνει στην πεζούλα, κι' αρχίζει την διάλεξη στους δικούς του πιστούς.
-Σήμερα, είχα πρόθεση να σας μιλήσω για την φύση και το περιεχόμενο  του Βιορμητικού...(παύση)...Ωστόσο, η χτεσινή νύχτα μας επεφύλασσε κάποιες απρόοπτες και ξαφνικές εξελίξεις, ή εκπλήξεις...(παύση)...αν προτιμάτε..(παύση)...εκπλήξεις, οι οποίες μας υποχρεώνουν να αναθεωρήσουμε κάποιες προηγούμενες θέσεις μας για το Γλωσσοθεσμικό...(παύση)...όπως τουλάχιστον αυτές έχουν διατυπωθεί στις προηγούμενες διαλέξεις μας...(παύση)...και είχαν μορφοποιηθεί με ικανοποιητική, θέλω να πιστεύω, ακρίβεια...(παύση αναστοχαστική)...τουλάχιστον έως χτες...(παύση)...Άλλωστε, όπως έχωμε πει σε προηγούμενη διάλεξή μας...(παύση)...το πεδίο του Γλωσσοθεσμικού ορίζεται...(παύση)...και συγκροτείται πρωτίστως ως γλώσσα στο όνομα του Πατρός... (παύση)...Στην θέση αυτή παραμένουμε αμετακίνητοι... (παύση)... προσθέτοντας ωστόσο πως η δομή του Γλωσσοθεσμικού... (παύση)...και πρωτίστως η έννοια του Πατέρα... (παύση)...όπως και κάθε έννοια κανόνα που πηγάζει από αυτήν... (παύση)...    συγκροτείται...(παύση)....με την αναγκαία... (παύση)... και θα τονίζω στο εξής αυτό το "αναγκαία" ως συνθήκη εκ των ουκ άνευ... (παύση)... μεσολάβηση της Μητρός, αφού μέσω αυτής επιτυγχάνεται η μέθεξις του βρέφους στο γλωσσικό σύμπαν... (παύση)...(παύση)... Συνεπώς, σε τελική ανάλυση, το Γλωσσοθεσμικό συγκροτείται και συγκροτεί το Όνομα της Μητρός!
Είπε, ο Ζανζάκ, κι' έκανε μία υποβλητική κίνηση να δείξει την εικόνα της Καλαμιώτισσας που την κουβάλαγαν οι ναύτες.
 -Τι λέει αυτός; είπε η Ζολί.
Δεν καταλάβαινα και πολλά. Διότι στα κωλογαλλικά Το Όνομα της Μητρός ακουγόταν επίσης και ως Όνομα της Θαλάσσης, ή και ως  Όνομα της Πικρής. Του Ζανζάκ Μεσσί του άρεσαν τα λογοπαίγνια, καλά, ήταν γνωστό αυτό, κι' άμα δεν τάβλεπες γραμμένα αυτά που έλεγε, δεν καταλάβαινες τίποτα. Που και γραμμένα να τάβλεπες, πάλι δεν καταλάβαινες τίποτα.
-Τι λέει αυτός; ξανάπε η Ζολί.
Στο Όνομα της Μητρός ή της Θαλάσσης ή της Πικρής συγκροτείται το ποστολένε; Τι να εννοούσε τελικά ο Μεσσί; Διότι Θεοτόκος, ναύτες και πικρία ανείπωτη του ιδρώτα και του κάματου κατέκλυζαν ως καταρράκτης εκείνη την σκηνή που έδειχνε το χέρι του στοχαστή.


Θεοτόκος, ναύτες και πικρία ανείπωτη. Μελάνι, παστελ, ακρυλικά, σε μπλοκ ιχνογραφίας, 28Χ19 cm, 2017

-Τι λέει αυτός; ρώτησε για τρίτη φορά η Ζολί, η οποία μίκραινε συνέχεια.
-Να, πως οι μαμάδες μας μαθαίνουν να μιλάμε, μας μαθαίνουν ποιός είναι ο μπαμπάς μας, κι' όλα όσα πρέπει να ξέρουμε και μπαίνουν σε λέξεις, και κρατάνε σε μία άλλη μεριά όσα δεν μπαίνουν σε λέξεις. Ή μπαίνουν αλλά δεν το καταλαβαίνουμε. Εξαρτάται. Αλλά άμα θέλουμε, μπορούμε να τις ψάξουμε εμείς, τις κρυμμένες λέξεις. Το θέμα είναι που είναι κρυμμένες. Ίσως στον πάτο της θάλασσας, ίσως στον πάτο της στεναχώριας μας, όταν δεν τις βρίσκουμε. Άλλοι πάλι τις ψάχνουν πίσω από την εικόνα της Παναγίας.
-Εκείνης της Παναγίας;
-Ναι, εκείνης της Παναγίας.
-Κι' εμείς γιατί δεν πάμε να ψάξουμε;
-Πήγαινε αν θες, είπα και την κατέβασα από την πλάτη μου. Είχα αρχίσει και να κουράζομαι. Έφυγε τρέχοντας τοσοδούλα τρυπώνοντας ανάμεσα στους ανθρώπους με άφθαστη επιδεξιότητα. Ήταν εκείνη η στιγμή που οι ναύτες έβαζαν την εικόνα μέσα στον ναό, κι' εξουθενωμένοι ονειρεύονταν παγωμένες μπύρες για μετά. Χώθηκε κάτω από την εικόνα, χάθηκε μέσα στην εκκλησία. Απόξω, τα κατσίκια σιγόβραζαν στα καζάνια της ενορίας από ώρες.
-Δεν ήξερα πως είχες κορούλα, είπε η Κλαίρ. Καθόταν και με κοίταγε χωρίς να την προσέξω, μπορεί από ώρα να καθόταν και να παρατηρούσε, εμένα και την Ζολί.
-Δεν είναι κορούλα μου, είπα. "Είναι η Ζολί."
-Σταμάτα τις μαλακίες σου, εξυπνάκια, είπε η Κλαίρ.
-Δεν είναι μαλακίες, είπα. "Άρχισε να μικραίνει καθώς αρχίσαμε ν' ανεβαίνουμε τα σκαλάκια. Αν συνεχίσει, σε μισή ώρα θα είναι έμβρυο."
-Και τι σκέφτεσαι να κάνεις; Θα ήταν τρομερό να καθηλωθεί εκεί για πάντα, ξαναείπε η Κλαιρ. Χωρίς να πιστεύει πως σοβαρολογούσα.
-Σκέφτομαι πως αν κατεβούμε στο λιμάνι, θα ξαναμεγαλώσει.
-Ας το ελπίσουμε, ξανάπε.
-Ευτυχώς ξαναβρήκατε τον Ζανζάκ, είπα κι' εγώ για να αλλάξω θέμα.
-Ευτυχώς. Έμεινε μερικές ώρες με έλληνες ρομά, και κάποιαν καναδή ανθρωπολόγο που ήρθε μαζί τους. Τελευταίως, ξέρεις, γλωσσολόγοι, βιολόγοι, εθνολόγοι, ανθρωπολόγοι και πολλοί άλλοι λόγοι συμφώνησαν πως οι ρομά ήρθαν από την Ινδία. Η καναδή λοιπόν, η οποία είναι και φεμινίστρια, προσπαθεί να συνδέσει την αφοσίωση των ρομά προς την Παναγία με την παλιά τους θρησκεία, και ειδικότερα με την ινδουιστική θεότητα Σάκτι. Η Σάκτι, ξέρεις, είναι η θηλυκή κοσμική ενέργεια, η πλήρης ένωση αρσενικού και θηλυκού, φαλλού και μήτρας. Είναι αυτοδημιούργητη. Ο Βίσνου, ο θεός Σίβα που είναι ο φαλλός προσωποποιημένος, καθώς και οι άλλοι αρσενικοί θεοί του Ινδουισμού εκπορεύονται από αυτήν. Αυτά είπε η καναδή στον Ζανζάκ, κι' επειδή ήταν νόστιμη και μαθήτρια του Λεβί Στρος, ο Ζανζάκ καταγοητεύθηκε. Σκέφτηκε μάλιστα να επωφεληθεί από το όψιμο αυτό ενδιαφέρον της επιστήμης για την καταγωγή των ρομά  πριν προλάβει κάποιος άλλος. Ήθελε σίγουρα να εντυπωσιάσει και την καναδέζα, οπότε συνέχισε να της λέει ό,τι θα της άρεσε να ακούσει από τον θεσπέσιο Ζανζάκ Μεσσί, δηλαδή ο Μεσσί της είπε πως ο Φρόιντ τόχε λιγάκι παρακάνει με τον μύθο του Οιδίποδα που σκότωσε τον μπαμπά για να γαμήσει την μαμά του, και πως υπήρχαν και άλλοι μύθοι στην οικουμένη, πιο γυναικείοι, και είχε έρθει ο καιρός να προσαρμοστεί και η ψυχανάλυση σ' αυτή την πανάρχαια αντίληψη περί θεογονίας, πιο παλιά από τον Οιδίποδα και τον μπαμπά του και τη μαμά του. Όλα αυτά βέβαια που έλεγε ήταν εφευρέσεις της στιγμής, όπως συνηθίζει ο Μεσσί. Εν όψει των νέων δεδομένων, δηλαδή επειδή του γυάλισε η καναδέζα, ο Ζανζάκ θεώρησε σωστό να ρετουσάρει το "Γλωσσοθεσμικό", αφού μέχρι τώρα του είχε διαφύγει πως η γλώσσα και όλες οι λέξεις της και οι κανόνες για τον μπαμπά τις μαθαίνει το παιδί από την μαμά, και όπως ακριβώς ο φαλλός δημιουργείται βιολογικώς από την μήτρα, έτσι και συμβολικώς ο Σίβα δημιουργείται από την Σάκτι, και έτσι ο Χριστός -που είναι ο Θεός- δημιουργείται από την Παναγία, κι' έτσι η πατρική εξουσία δημιουργείταιεπειδή έτσι θέλει η μητέρα. Η καναδή έμεινε έκθαμβη με τον Ζανζάκ, και ο Ζανζάκ άνοιξε πανιά μέσα στην νύχτα για νέες θεωρητικές θάλασσες και αμερικές. Βουαλά!


Η Κοσμική Ενέργεια Σάνκτι, μήτηρ των Πάντων. Στυλό μελάνης, παστέλ, ακρυλικά σε mix media, 21X30 cm, 2017
Τι σχέση μπορεί να είχε με τον άντρα της  αυτή η γυναίκα; Ο οποίος ήταν σαν πορδή που παριστάνει το πυροτέχνημα, έτσι μου φαινόταν εμένα. Ήμουνα προκατειλημμένος αναντίρρητα, ερωτευμένος καθώς ήμουν με την γυναίκα του, αλλά και απορημένος, και σε μια σύγχιση βουτηγμένος, και τσαντισμένος αποπάνω. Ύστερα ήρθαν οι εικόνες της περασμένης νύχτας και με κατάβρεχαν σαν το αρμυρό το κύμα του γιαλού.    
-Καλά, και πως βρέθηκε με τους ρομά, ο Μεσσί; την ρώτησα να ξεκαρφωθώ.
-Τους τον άφησε ο Ντε λο Κάβο. Τους είπε πόσο διάσημος επιστήμονας ήταν, και πως άμα τον έδιναν πίσω στους μαθητές του που είχαν τρελαθεί να τον ψάχνουν, ε, θα έβγαζαν τουλάχιστον ένα εκατομμύριο εύρετρα. Δραχμές, εννοείται. Αλλά η εθνολόγος τους είπε πως μπορεί να τους βάλουν φυλακή για απαγωγή. Φοβήθηκαν, υποθέτω, και τον άφησαν.
- Εγώ έμαθα πως ο Ντε λο Κάβο τους τον πούλησε.
-Ε, του έδωσαν ένα πεντοχίλιαρο, δεν είχε ούτε για τα εισιτήρια του πλοίου, ο κακόμοιρος. Δεν είναι λύτρα αυτά για έναν Ζανζάκ Μεσσί!
-Ο Ζανζάκ Μεσσί είναι μία σκατούλα! της είπα. "Είναι μία θλιβερή Πυθία που παραληρεί μαστουρωμένη, εσύ είσαι αυτή που δίνεις νόημα στους χρησμούς της, εσύ είσαι ο νους του, σου χρωστάει τα πάντα. Κι' εγώ θέλω εσένα! Που είσαι την νύχτα πουτάνα και την μέρα η θηλυκή κοσμική ενέργεια που μας κινεί προς ένα νέο νόημα της ύπαρξής μας συνεχώς!"
-Χαριτωμένα που τα λες, κατεργάρη! μου χαμογέλασε. "Μήπως πρέπει να πας να μαζέψεις την μικρή;"
Με αυτά και με κείνα είχα ξεχάσει την Ζολί. Έτρεξα γρήγορα μέσα στον ναό. Πουθενά όμως, θάχε μικρύνει κι' άλλο, ποιός ξέρει που να χώθηκε. Ευτυχώς ο κόσμος αραίωσε, και την βρήκα στο τέλος, κάτω από την εικόνα της Καλαμιώτισσας, κρυμμένη κάτω από τα μπλε βελούδα. Έκανε έτσι το λιλιπούτειο χεράκι της και μου έριξε μία μούντζα κι' ένα πλατύ γέλιο. Την πήρα αγκαλιά, και μάλλον φχαριστήθηκε, και βγήκαμε έξω. Πήρα τον κατήφορο, πάλι τα σκαλάκια, και κατεβαίναμε χοροπηδώντας.
-Κι' άλλος κατήφορος! είπε η Ζολί. Μέτραγε για κατήφορους τα κεφαλόσκαλα με τους βασιλικούς. "Ένας, δύο, τρεις κατήφοροι, πόσοι κατήφοροι, τέλος πάντων!"
Κατεβήκαμε στην Χώρα, είχε αρχίσει πάλι να μεγαλώνει, το καταλάβαινα από το πως μίλαγε. Κι' από το βάρος της. Κυρίως από το βάρος. Όταν έφτασε σε ηλικία που μπορούσε να βαδίσει την άφησα. Περπάτησε άνετα ως το λιμάνι, δεν αργήσαμε καθόλου στον κατήφορο. Καθίσαμε κάτω από τις μαρμάρινες καμάρες που είχε δροσιά. Πρέπει να κοιμήθηκα πέντε δέκα λεπτά. Με ξύπνησε η Ζολί, που είχε ξαναγίνει νέο κορίτσι, σχεδόν όπως ήταν πριν μικρύνει. Υπολόγισα πως θα πέρναγαν μια δύο ώρες πριν επιστρέψει εντελώς στην αρχική της ηλικία. Ήθελε πες άλλη μια δωδεκαετία.
-Λοιπόν; ρώτησα. "Τι έγινε με την εικόνα; Τι είχε από πίσω;"
Δεν απάντησε αμέσως.
-Τίποτα, πολύ μπλε μόνο, είπε τελικά. "Πάρα πολύ μπλε, απερίγραπτα μπλε βελούδο. Κι' άλλαζε συνεχώς απόχρωση, ανάλογα με τις ανταύγειες."
Έμεινε εκεί, με το πηγούνι ακουμπισμένο στο γόνατο, και κούναγε το άλλο της πόδι.
-Θα πάω να βρω την γιαγιά μου, είπε μετά. Πέρασε λίγη ώρα να κουνάει το πόδι της. "Πάντως όλοι αυτοί οι μανούς που έρχονται εδώ, για την μάνα τους έρχονται κανονικά, δεν ειν' έτσι;" ρώτησε. Μανούς λένε τους τσιγγάνους στην Γαλλία. Μετά άρχισε ένα τραγούδι, σαν τσίριγμα παιδιού που πείνασε.
 Μάνα που πας στον ουρανό στο σύμπαν που διαβαίνεις
 Κι' έχεις παρέα τα σύννεφα, συντρόφους τα γεράκια
Δωσ' μου νεράκι που διψώ, ήλιον λίγο να φάω
Δωσ' μου φτερά για να πετώ, εδώ να μη μ' αφήσεις.

Άρχισε πάλι να κουνάει το πόδι της μηχανικά, και κοίταζε πέρα, την θάλασσα.
-Να σου πω κάτι, πείνασα, ξανάπε μετά.

Τίποτα, πολύ μπλε μόνο. (Ανταύγειες σε κατάστρωμα πλοίου.) Φωτογραφία.

    

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

VIΙ. Έρχονται οι πεδιάδες της Βοημίας και της Αμερικής με τον κύριο Αντόνιν Ντβόρζακ, έρχονται οι τσιγγάνοι, η μπάντα του Ναυτικού, ένα βυζαντινό αντιτορπιλλικό και οι γονείς μου. Πως χάσαμε τον Ζανζάκ Μεσσί.(Ο Εικονολήπτης, συνέχεια.)

Μπάνιο τη νύχτα. Μελάνι, παστέλ, ακρυλικά σε mix media, 10X7 cm, 2017

Βρεθήκαμε στην αμμουδιά ξεβράκωτοι .
Το πλαγκτόν φωσφόριζε μέσα στο νερό, ήταν σαν να κολυμπάμε μέσα στον γαλαξία, και τα κορμιά φαίνονταν κάπως μπλε στο φεγγάρι.
Ξαπλώσαμε να στεγνώσουμε στην έρημη άμμο.
-Κι' από που ήταν η γιαγιά σας, Ζολί; ρώτησα.
-Τσιγγάνα από την Σλοβακία. Έφτιαχνε τραγούδια. Στον πόλεμο, όλη της η οικογένεια πνίγηκε μέσα στα παγωμένα νερά. Σε ποτάμι, σε λίμνη, δεν ξέρω. Τους έβαλαν πάνω στον πάγο οι φασίστες. Ανθρώπους, άλογα κάρα, όλα μαζί, και άναψαν κύκλο μια φωτιά, έλιωσε ο πάγος, πάνε. Η γιαγιά μου μόνο γλύτωσε. Γλύτωσε μετά κι' από τους γερμανούς. Μέχρι που ήρθαν οι ρώσοι. Όταν τέλειωσε ο πόλεμος, την ανακάλυψε ένας διάσημος ποιητής, τσεχοσλοβάκος. Ήταν κομμουνιστής αυτός, μέλος του Κόμματος, ήθελε να μάθει η Τσεχοσλοβακία και όλος ο σοσιαλιστικός-προοδευτικός-δημοκρατικός κόσμος την τσιγγάνικη ποίηση και την μουσική. Όμως με τις εκκαθαρίσεις του Στάλιν τον ντουφεκίσανε. Κι' ήταν αληθινός άντρας. "Ελάτε πιο κοντά, θα είναι πιο εύκολο," έτσι φώναξε στο απόσπασμα. Κι' έμεινε η γιαγιά μου χωρίς προστάτη. Βγάλαν τότε έναν νόμο που απαγόρευε την νομαδική ζωή. Για τους σταλινικούς υπήρχε μόνο ο σοσιαλιστικός τρόπος ζωής και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Βάλθηκαν να ξεπατώσουν τους τσιγγάνους από την ζωή τους, τα κάρα, τον δρόμο, αυτά. Τους στρίμωξαν σε κάτι άθλιες πολυκατοικίες. Οι τσιγγάνοι θεώρησαν υπεύθυνη για όλα την γιαγιά μου, πίστευαν πως η δημοσιότητα και η ποίηση είχαν φέρει τον διωγμό, γιατί όσο καιρό δεν μίλαγαν για τα δικά τους, η κοινωνία τους ανεχόταν. Έκαναν λοιπόν συμβούλιο οι γέροντες, και αποφάσισαν να την διώξουν από την κοινότητα για πάντα, την είπανε ακάθαρτη. Κατόρθωσε με τα πολλά να φύγει στην Αυστρία. Εκεί γνώρισε έναν πλανόδιο λαθρέμπορο, έναν ιταλό, αλλά παιδί καλής οικογενείας, παραστρατημένο. Έκανε και μια κόρη μαζί του, την μαμά μου. Ζει στο Παρίσι η μαμά, δουλεύει για μίαν οργάνωση, κάνει διεθνή συνέδρια για τους τσιγγάνους. Αλλά η γιαγιά ποτέ δεν συγχώρεσε ούτε τους φασίστες, ούτε τους κομμουνιστές, ούτε τους τσιγγάνους. Ούτε και τον εαυτό της δεν συγχώρεσε που ήταν ακάθαρτη. Τα έσκισε όλα της τα τραγούδια, τα έκαψε, και τις ηχογραφήσεις επίσης, δεν ξανάγραψε, ούτε τραγούδησε ξανά. Ούτε στα συνέδρια της μαμάς θέλει να έρθει. Δεν την έχω δει ποτέ μου, την γιαγιά.
-Κι' εσείς; ρώτησα πάλι.
-Τι εγώ; ρώτησε η Ζολί.
-Που ζείτε, με τι ασχολείστε;
-Γυρνάω, αποδώ, αποκεί, λίγο παντού. Γράφω τραγούδια επίσης. Εσείς;
-Ήμουν στην Αφρική, είπα. "Εικονολήπτης για την τηλεόραση, ντοκυμαντέρ, ειδήσεις, τέτοια."
-Ωραίο φρούτο είσαστε κι' εσείς, σάρκασε.
Έγινε λίγο σιωπή. Ο Μεσσί δεν ακουγόταν από ώρα.
-Ζλάτα; είπα.
-Ναι; αποκρίθηκε.
-Εσείς με τι ασχολείστε στην ζωή;
-Είμαι πουτάνα. Μην με οικτίρετε, πουλιέμαι ψυχή τε και σώματι, εν ολίγοις αναλώνομαι όπως ακριβώς αναλώνεται μία σοπράνο ή ένας χορευτής. Με την διαφορά που οι δικές μου υπηρεσίες είναι πρωτογενώς ερωτικές, κι' αυτό δεν είναι αποδεκτό. Δεν είναι ηθικό να παίζεις με τον έρωτα, μόνο με τον θάνατο επιτρέπεται να παίζεις, όπως ο διάσημος ακροβάτης περνάει αποπάνω από τον Νιαγάρα. Οι καμένες συνάψεις ενός πυγμάχου που τρώει μπουνιές κατακέφαλα είκοσι χρόνια, είναι ηθικές επίσης. Εν πάση περιπτώσει, εγώ ήμουν φυσικό ταλέντο, μάλιστα με ανακάλυψε ο πατέρας μου. Στα δεκαεπτά είπα να μην γαμιέμαι άλλο με τον μαλάκα, αλλά να εξασφαλίσω ένα κάποιο εισόδημα -σε δολάρια μάλιστα- κάνοντας το ίδιο πράγμα με πιο ευχάριστους ανθρώπους. Μετά έγινε η Βελούδινη Επανάσταση, έγινε Δημοκρατία στην πατρίδα μου. Mà Vlast, η πατρίδα μου, έτσι την λέμε στα τσέχικα, είναι και κάτι συμφωνικά ποιήματα του Σμέτανα με τον ίδιο τίτλο, θα τα έχετε ακουστά. Λοιπόν, με την Δημοκρατία το επάγγελμα νομιμοποιήθηκε, κι' έγινε το μεγάλο μπουμ στην πουτανιά της Τσεχίας. Τώρα δουλεύω free lance σ' όλη την Ευρώπη και την Αμερική. Μέσω ίντερνετ, το ξέρετε το ίντερνετ. Είμαι και τυχερή, ένας γνωστότατος πολιτικός στην Γαλλία -από τον χώρο των σοσιαλιστών, αλλά δεν θα σας πω περισσότερα- με έχει ερωμένη του, με λατρεύει, έχει ανοίξει διάπλατα τους ορίζοντές μου, μαζί του έμαθα τα κρασιά και την κουζίνα, την μουσική, τον υπαρξισμό, την πολιτική. Και το κυριότερο, δεν με καταπιέζει. Επί του παρόντος γράφω την θέση μου για το ντοκτορά μου στην Σορβόννη. Θα έχει τίτλο "Ο Αντόνιν Ντβόρζακ και η Συμφωνία του Νέου Κόσμου. Εικόνες, μοτίβα και άνθρωποι ανάμεσα σε δύο Ηπείρους."  Ξέρετε, μία κυρία πολύ καλή και πολύ πλούσια προσέφερε στον Ντβόρζακ ένα φανταστικό εισόδημα, τριάντα φορές όσα κέρδιζε στην Πράγα, για να πάει να διδάξει στην Νέα Υόρκη. Ο Ντβόρζακ αμφιταλαντευόταν, αλλά τελικά αποφάσισε η γυναίκα του, πήγανε στην Αμερική. Ευτυχώς για τον Ντβόρζακ, δηλαδή. Απέραντες πεδιάδες, που και που χαμηλές λοφοσειρές και δέντρα, και στη μέση ένα τσέχικο χωριό σαν το δικό του, αυτή ήταν η Αμερική, μια Βοημία σαν την δικιά του, όμως την αμερικάνικη πεδιάδα μπορούσε να την γεμίσει καινούργιες μουσικές, και ιρλανδούς και μαύρους και ινδιάνους, βίσωνες και άλογα, καθάρματα, τυχοδιώκτες, χρυσοθήρες, εγκλήματα, απάτες, κινδύνους, ευκαιρίες, εκκλησίες, μπουρδέλα, ποτάμια και δάση, καλαμπόκια χρυσά και πράσινα λιβάδια απέραντα, σαβάνες, ράγες, ατμομηχανές, βαγόνια, σταθμούς, ντεπόζιτα, ξέρετε ο Ντβόρζακ λάτρευε παθολογικά τα τραίνα και τα τραίνα λατρεύουν τις πεδιάδες. Επίσης ο Ντβόρζακ είχε μαύρους μαθητές, το κονσερβατουάρ της πολύ πλούσιας κυρίας δεχόταν γυναίκες και μαύρους. Αυτός τους μάθαινε σύνθεση και ενορχήστρωση. Αυτοί του μάθαιναν τα σπιρίτσουαλς. Ο Ντβόρζακ ενθουσιάστηκε που του τα έμαθαν. Τότε επί Αυστρουγγαρίας, η μουσική στην Τσεχία ήταν μόνο γερμανική, η τσέχικη μουσική εθεωρείτο μπριόζα και χαριτωμένη και σλάβικη, δηλαδή απλοϊκή και άξεστη. Αλλά και στην Αμερική επίσης, η μουσική των μαύρων εθεωρείτο επίσης μπριόζα και χαριτωμένη, δηλαδή υποανάπτυκτη και ρυπαρή. Κι' ο Ντβόρζακ δεν ήθελε να υποτιμούν ούτε αυτόν, ούτε την μουσική, ούτε τους τσέχους και τους σλάβους και τους μαύρους, γιατί αυτός δεν υποτιμούσε κανέναν. Και γιατί η μουσική του ήταν η Βοημία μαζί με όλα αυτά που ρούφαγαν τ' αυτιά του στην Αμερική, οι πεντατονικές των μαύρων και των ιρλανδών και των σκωτσέζων και των ερυθροδέρμων και των κινέζων, και κάτι άλλο μαζί μ' όλα αυτά, που το επινοούσε αυτός μόνον ο ίδιος, ο εαυτός του αυτοπροσώπως, δηλαδή κανένας άλλος τσέχος ή αμερικάνος ή γερμανός δεν θάκανε την μουσική αυτή, την μουσική που είχε επινοήσει, αυτός από μόνος του και πέραν της παράδοσης και της παιδείας του, αυτός που άκουγε την φωνή του και τις φωνές των άλλων να βγαίνουν από μέσα του σαν μιαν ανήκουστη νέα συμφωνία για τον Κόσμο, ο Αντόνιν Ντβόρζακ αποκλειστικώς, και την είπε η Συμφωνία από τον Νέο Κόσμο, μία ακτίδα φωτός στο μέλλον ακοντισμένη να δείχνει την μουσική των ανθρώπων στους μέλλοντες αιώνες μπροστά σαν τραίνο να εκπορθεί τις πεδιάδες. Που αναχωρούσε και τέλειωνε στον Ωκεανό τον άγνωστο, τον ακατάλυτο, τον τραγικό. Όμως ανάμεσα στους δύο ζοφερούς Ωκεανούς είναι ζωή, είναι ελευθερία, μόνο οι τσέχοι έμειναν πίσω εκεί, πάντα στην Αυστροουγγαρία έως σήμερα, αγαπάνε τον Ντβόρζακ για να μην τον θυμώνται, ξεπουλάνε τα πάντα, την δουλειά, την γη και την ψυχή τους, μισούν τους άλλους στον βωμό μιας χιμαιρικής και μίζερης ευμάρειας. Καλύτερα χίλιες ζωές πουτάνα!
Ο Αντόνιν Ντβόρζακ στις πεδιάδες της Αμερικής. Μελάνι, παστέλ, ακρυλικά, σε μπλοκάκι 14Χ9 cm, 2017.
Αυτά είπε η Ζλάτα για τον εαυτό της, τον Αντόνιν Ντβόρζακ και την πατρίδα της, κι' εμείς την ακούγαμε με την καθαρή κι' ελεύθερη συνείδηση εκείνων που χόρτασαν τον φαύλο γελωτοποιό μέσα τους και τον παράτησαν μετά στον δρόμο, έναν εξαντλημένο γέρο ξεδοντιάρη. Μέχρι να ξαναγεννηθεί πιο λάγνος, πιο φαύλος, πιο γελωτοποιός, να τον ξεδοντιάσουν ξανά.  
Θάλεγε κι' άλλα ίσως η Ζλάτα με τα θαλασσινά της μάτια γεμάτα σλάβικη αγιοσύνη, αν η φωνή της Μαίρης Λίντας πάνω απ' της Μαργαρίτας δεν κατάκλυζε την κοιμισμένη παραλία:
Στην αγκαλιά μου απόψε σαν άστρο κοιμήσου
μέσα στον κόσμο δεν μένει ελπίδα καμιά
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου
μέτρα τον πόνο κι' άσε με μόνο στην ερημιά..

-Σ' έχω ερωτευτεί. είπα στην Κλαίρ.
-Το ξέρω, μου είπε.
Κι' η φωνή της Μαίρης Λίντας ξανά. Ήταν όλη η συναυλία του Παλλάς, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Μπιθικώτσης, Χιώτης, κι' ήταν όλοι εδώ που σε λίγο θα χάραζε, ήταν σαν παιδιά όλοι τους, τριγυρισμένοι από λίγα άστρα που χάζευαν στον μαύρο ακόμη ουρανό.

Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου
σε περιμένω να ρθείς
μ' ένα τραγούδι του δρόμου να 'ρθεις όνειρό μου
το καλοκαίρι που λάμπει τ' αστέρι με φως να ντυθείς...
Μαίρη Λίντα-Μανώλης Χιώτης. Μελάνι, παστέλ, ακρυλικά, σε mix media, 20X14 cm, 2017 
Πήραμε ν' ανηφορίζουμε προς τα δωμάτια, κι' αναρωτιόμασταν ποιός είχε όρεξη για αστεία στις τρεις τα χαράματα να βάζει τέρμα την μουσική, και γελάγαμε πνιχτά μη μας ακούσει ο Μεσσί. Χωρίσαμε στο περιβόλι με τις λεμονιές. Έπεσα ξερός, και σκωλικοειδίτη να μου βγάζανε δεν θα ξύπναγα.
Όμως παρ' όλα ταύτα ξύπνησα να κατέβω στο λιμάνι, να υποδεχθώ τους γονείς μου. Φρέσκος σαν κάβουρας που βγαίνει απ΄το καΐκι. Το ψιλικατζίδικο ήταν πάντα ανοιχτό όταν ερχόταν το καράβι. Έκατσα εκεί, και σε λίγο ήρθε και ο Αλφαδύο.
-Χάθηκε ο Μεσσί, είπε χωρίς άλλη κουβέντα. "Τόμαθες;"
-Τι; είπα.
-Χάθηκε ο Μεσσί, ξανάπε άτονα. "Μπορεί να τον απήγαγε ένας θεραπευόμενός του, ένα θηρίο, γκοτζίλας σκέτος, θα τον έχεις δει. Αυτός μάλλον, μπήκε χαράματα στης Μαργαρίτας, ξήλωσε την κλειδαριά, έβαλε ένα σιντί Θοδωράκη διαπασών, πήρε τον Μεσσί που γύρναγε σα νυχτερίδα απόξω από το δωμάτιό του κι' εξαφανίστηκε. Έγινε ένα Κλεισίδι ανάστα ο Κύριος. Γέλια πολλά, και λείπει και ο μπάτσος."
-Καλά, και η γυναίκα του;
-Έλειπε, είχε πάει για νυχτερινό μπάνιο. Γύρισε, βρήκε την πόρτα του δωματίου ανοιχτή και την Μαργαρίτα με τα νυχτικά. Και τον άντρα της Μαργαρίτας με τα σώβρακα. Και τον Μεσσί πουθενά.
-Άκου τώρα κάτι πράματα! είπα απορημένος.
Η απαγωγή. Μελάνι, παστέλ, ακρυλικά, σε mix media, 20X14 cm, 2017.
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε από τον κάβο το πλοίο. Φάνταζε τρομακτικό, τυλιγμένο στο σκοτάδι και φωτισμένο σαν φάσμα υπερκόσμιο, με τον αέναο βρυχηθμό των ντήζελ να θυμίζει τους Ντόρς, "δις ις δη εντ, μάι όνλυ φρεντ, δη εντ," και μέσα ήταν και οι γονείς μου.
Νάσου κατέβηκε και ο δήμαρχος γκαζωμένος, πήγε και φρέναρε στον μώλο.
-Τρέχει να δει μην τον πάρει ο γκοτζίλας και φύγει με το πλοίο, είπε ο Αλφαδύο. "Ασφαλώς  θα του τηλεφώνησε η Μαργαρίτα."
Το καράβι έδενε μέσα στο γνωστό πανδαιμόνιο, αλυσίδες, άγκυρες, απόνερα κι' αφροί. Οπότε να και η Μαργαρίτα με τον άντρα της. Ρώτησε αν είδαμε τον Μεσσί, της είπαμε πως μάθαμε τα νέα, "έτσι και πάθει τίποτα, χαθήκαμε," είπε η Μαργαρίτα, κι' έφυγε να πάει να βρει τον δήμαρχο στην προβλήτα.
Έπεσε και ο καταπέλτης με θόρυβο. Κι' άρχισαν να βγαίνουν ντάτσουν όλων των ειδών και των απροσδιορίστων χρωμάτων μαρσάροντας, φορτωμένα ως πάνω πλαστικές καρέκλες, ράντζα, κουβέρτες, κουτσούβελα, γριές, κορίτσια λυγερά με πολύχρωμα φουστάνια...
-Να κι' οι κατσίβελοι, είπε ο Αλφαδύο. "Έρχονται για της Παναγίας κάθε χρόνο. Είναι η προστάτιδά τους, δεν μπορείς να φανταστείς πως την λατρεύουν!"
Τι τόλεγε; Όλοι το ξέραμε. Έφυγα τέλος πάντων προς το καράβι να βρω τους γονείς μου. Πέρναγε κείνος ο ποταμός ντατσούνες από δίπλα μου και με φλόμωνε στα καυσαέρια. Τους βρήκα εύκολα. Μπροστά στους προσκυνητές, οι παραθεριστές και οι τουρίστες ήτανε λίγοι, κατεβαίναν από την σκάλα των επιβατών, από δίπλα από τον καταπέλτη.
-Βρε μπάσταρδε, μας ξέχασες! είπε η μητέρα που με είδε. "Τι κάνεις βρε;" είπε κι' ο πατέρας. Τάχαν λίγο χαμένα, λίγο από το ταξίδι, λίγο ο πανζουρλισμός. Κι' η ηλικία.
-Θα σας τα πω, είπα. "Πάμε πρώτα να φύγουμε από εδώ, σας βρήκα δωμάτιο, από τα καλύτερα στο νησί."
Πήρα την βαλιτσούλα τους, και πήγαμε προς το νίβα την Σλαβιάνκα, εκεί απόμερα και σκοτεινά που την είχα παρκάρει με την μπουλντόζα. Με το που πήγα να ξεκλειδώσω, "είναι δύο κύριοι εδώ," λέει η μάνα μου. "Φίλοι σου είναι;" Έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάω τον παιδοβούβαλο μισοξαπλωμένο στο πίσω κάθισμα της Σλαβιάνκας. Είχε βάλει την κεφάλα του ακουμπισμένη στα γόνατα του Ζανζάκ Μεσσί, να κρυφτεί καλά και ντε, και με κοίταγε. Ο γιατρός εις αθλίαν κατάσταση, έκλαιγε.
-Τι κάνεις εδώ; ρώτησα σαστισμένος τον παιδοβούβαλο.
-Δουλειά σου, είπε αυτός.
-Όχι δουλειά μου, αυτοκίνητό μου είναι! είπα. "Πως μπήκες;"
-Ήταν ξεκλείδωτο.
Το είχα αφήσει ξεκλείδωτο, δεν αποκλείεται.
-Σε ψάχνουνε σ' όλο το νησί, το καταλαβαίνεις; του είπα αυστηρά.
Κούνησε την κεφάλα του καταφατικώς. Οι γονείς μου κοιτούσαν αμήχανοι την σκηνή.
-Κι' εσείς; ρώτησα στα γαλλικά τον Μεσσί. "Αισθάνεσθε καλά; Σας κακοποίησε; Είσαστε σε κατάσταση να μου πείτε τι συνέβη;"
-Εντάξει, είπε μυξοκλαίγοντας.
-Πως εντάξει; ξανάπα. "Σας πήρε με την βία από το δωμάτιο, πως εντάξει;"
-Παρακαλώ, μην τον ερεθίζετε! εκλιπάρησε. "Έχουμε μία συνεδρία εδώ, μπορείτε να μας αφήσετε ήσυχους;"
-Μία συνεδρία τέσσερις ώρες; ρώτησα.
-Οι συνεδρίες μου δεν έχουν προκαθορισμένη διάρκεια, είπε. "Διαρκούν όσο χρειάζεται να διαρκέσουν."
-Οι δικές σας διαρκούν από πέντε έως δεκαπέντε λεπτά το πολύ, απ' όσο ξέρω.
-Ε, αυτή διήρκεσε περισσότερο, δεν με παρατάτε ήσυχο επιτέλους!
-Το άλλο που λέει πόσοι ψυχαναλυτές χρειάζονται για να αναλύσουν ένα γλόμπο, το ξέρετε;
-Παρατήστε με ήσυχο, τσίριξε. "Αλλιώς θα ξαναρχίσει τις φάπες."
-Τι λέει; ρώτησε η μάνα μου.
-Τίποτα, μια στιγμούλα και φύγαμε, την καθησύχασα.
-Μου τις κάνει μαζεμένες τις συνεδρίες που μου τις χρώσταγε, είπε ξαφνικά το θερίο.
Εκείνη την ώρα ένα άλλο θερίο έμπαινε στο λιμάνι. Ξημέρωνε, κι' απ' το σουλούπι του έκρινα πως ήταν αντιτορπιλλικό κλάσεως θηρίο. Λέων, Αετός, Ιέραξ και Πάνθηρ, αυτά ήταν τα θηρία. Ή μπορεί να ήταν και κλάσεως Φραμ, τα θηρία τα είχαν παροπλίσει πριν λίγα χρόνια, δεν έχει σημασία πάντως, όλα αρχαία ήταν, του Δευτέρου Παγκοσμίου, τα στέλναν στα νησιά στους εορτασμούς, και να μεταφέρεται η μπάντα του Ναυτικού της Παναγίας, και το τιμητικό άγημα. Πολύ στενάχωρα μέσα, σ' έπιανε η ψυχή σου από την κλειστοφοβία, έσκαγες, στα πέντε λεπτά ήθελες να πηδήσεις στην θάλασσα να φύγεις κολυμπώντας. Λιποταξία. Η χειρότερη μετάθεση, στα θηρία. Κόλαση.
-Το καλό που σου θέλω, είπα στον παιδοβούβαλο. "Άσε τον άνθρωπο να φύγει, δεν βλέπεις, κοντζάμ αντιτορπιλικό στείλαν να σε συλλάβει, μην επιβαρύνεις την θέση σου."
Κοίταγε καχύποπτα, μια εμένα μια το αντιτορπιλικό που έσιαζε τον εορτινό του σημαιοστολισμό.
-Βυζαντινό είναι, είπε μετά. "Εγώ τα διοικώ, είμαι Αρχιναύαρχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Τζιοβάνι ντε λο Κάβο."
Βυζαντινό αντιτορπιλλικό τύπου Θηρίο. Μελάνι, παστέλ, ακρυλικά, σε mix media, 10X7 cm, 2017.
-Τι βυζαντινό και μαλακίες, του ξαναλέω. "Σε λίγο θα κάνουν έπαρση σημαίας. Θα το δεις, ελληνικιά θα είναι, μπλε με το σταυρό. Αν είναι βυζαντινό, θα βάζαν τον Δικέφαλο. Αλλά δεν πρόκειται να δεις κανέναν Δικέφαλο στην πρύμνη. Ελληνικό είναι το καράβι, χριστιανέ μου. Να σε πιάσουν ήρθαν, άσε τον άνθρωπο να φύγει, θα μπλέξεις χειρότερα."
-Θα σε γαμήσω ρε καθήκι, ούρλιαξε. Δεν ξέρω αν είχε αντιληφθεί προς στιγμήν το παραλήρημά του ή νόμιζε πως πάω να τον κοροϊδέψω. Πάντως πριν προλάβω να κάνω τίποτα τρώω ένα μπουκέτο στη μούρη που ήταν όλο δικό μου. Βρέθηκα ανάσκελα και εκτός τόπου και χρόνου, στην Νήσο Νέα Ζηλανδία, που είναι ανάποδα στους αντίποδες. "Παιδάκι μουουουουου!" έβγαλε μια φωνή η μητέρα, και θυμήθηκα μικρός που με χτύπησε αυτοκίνητο κι' είχα δει τον ουρανό σφοντύλι όπως τώρα καλή ώρα με την μπουνιά του χοντρού, με την διαφορά που μικρός την μπουνιά την είχα μπροστά εν τω μέλλοντι, είχα ενοχοποιηθεί λοιπόν που είχα κάνει την μάνα μου να υποφέρει, και παρότι ο κόσμος γύριζε εντός και γύρω μου σπειροειδώς ψιθύριζα με κόπο "είμαι καλά, μανούλα μου, μην ανησυχείς, είμαι καλά," και προσπαθούσα να σηκωθώ να δει πως είμαι καλά, και κείνη τσίριζε όπως τώρα, αντί να με καθησυχάσει δέκα χρονών παιδάκι, έπρεπε να την καθησυχάσω εγώ κι' ένοιωθα και φταίχτης αποπάνω που με χτύπησε το κωλοαυτοκίνητο. Αλλά έτσι ήταν πάντα η μάνα μου. Τόσα  χρόνια όλο να ντύνομαι καλά μου έλεγε στο τηλέφωνο, να μην πουντιάσω. Που; στην Αφρική λέμε, με θερμοκρασία τριάντα βαθμούς Κελσίου την κατώτερη.
Σηκώθηκα και κοίταξα στον καθρέφτη της Σλαβιάνκας την μύτη μου μες τα αίματα. Ο χοντρός είχε κόψει το Ζανζάκ Μεσσί στον ώμο κι' είχε γίνει της Αναλήψεως. "Μην ανησυχείτε, να, σταμάτησε το αίμα," είπα στους γονείς μου. Θυμήθηκα που μικρός μου άνοιγε η μύτη, με τρέχανε συνέχεια στον Ωριλά. "Άντε να σας πάω στο δωμάτιο," είπα.
Ήταν μαζεμένη όλη η ακολουθία του ψυχαναλυτή, στης Μαργαρίτας. "Να με παίρνανε τα κύματα, οι άνεμοι, τα σύννεφα..." τραγουδούσε από την βεράντα του δωματίου η μητέρα μου, και ατένιζε με μάτια γλαρά το πέλαγο. Ο πατέρας ξάπλωσε λίγο.
Πήρα την Κλαίρ κατά μέρος και της είπα τα καθέκαστα. "Τουλάχιστον ξέρουμε τι έχει συμβεί," είπε. Κι' αφού ξέραμε θα τον βρίσκαμε, κι' αυτόν και τον γκοντζιλλάκη, δεν υπήρχε αμφιβολία. Ανησυχούσε για την υγεία του άντρα της. "Δεν είναι πια νέος," πρόσθεσε. "Κι' εσύ; Θ' αποκτήσεις μια μύτη μποξέρ; Θα γίνεις ακόμα πιο νοστιμούλης, τα κορίτσια ξετρελαίνονται ξέρεις, μ' αυτά τα σημάδια που αφήνει η ζωή καθώς περνάει." Μου σκούπισε κάτι ξεραμένα αίματα μ' ένα βρεμένο χαρτομάντηλο, και μου χάιδεψε το μάγουλο.
Κατέβηκα στης Ειρήνης, μόλις άνοιγε το μαγαζί. Απάνω στην ώρα, να και ο Δύτης μπαίνει με μια καλαθούνα ψαρούκλες και αστακούς. Η Ειρήνη σκούπισε τα χέρια στην ποδιά της και βγήκε στρογγυλούτσικη από την κουζίνα.
-Την Παναγιά και τον Χριστό στα χέρια σου να κρατάς, βρε Δύτη μου! είπε δυνατά, "Τον Χριστό και την Παναγιά, Μεγάλη η Χάρη Της αύριο γιορτάζει!"
Τα ζύγιασε, τάβαλε στο ψυγείο. Ύστερα κάνανε λογαριασμό με τον Δύτη σ' ένα τεφτέρι. Ο Δύτης είχε παρεδώσε μ' ένα καλύμνικο, τον έπαιρναν μαζί τους πήγαιναν σε κάτι βραχονησίδες κι' έπεφτε εκεί. Ποιός ξέρει, τους βόηθαγε κιόλας, αυτοί ρίχνανε και δυναμίτες, βούταγε τα μάζευε, πειρατές γνήσιοι, οι καλύμνιοι, άλλη φάρα. "Και ξέρεις πως τα ξεχωρίζεις τα καλύμνικα;" έλεγε. "Η πλώρη δεν είναι κυρτή, όπως όλα τα άλλα τα καΐκια, είναι ίσια και λοξή. Άμα δεις πλώρη ίσια και λοξή, είναι καλύμνικο, τέρμα."
Έκλεισα ένα κιλό μπαρμπούνια για το βράδυ, η μάνα μου τα λάτρευε, κι' η γιαγιά μου -η μάνα της- επίσης. Και μία συναγρίδα στα δυόμισι κιλά, για τα κάρβουνα. Και δυο μπουκάλια εμφιαλωμένο λευκό, Οίνος Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητος, Νυκτέρι Σαντορίνης.
Εκείνη την ώρα εμφανίστηκε κι' ο Αλφαδύο. Είχανε δει τον Τζιοβάνι ντε λο Κάβο τον παιδοβούβαλο να τρέχει στο λιμάνι  με τον δόκτορα στη πλάτη σαν αρνί, αλλά τον χάσανε ανάμεσα στο πλήθος. Όταν τον ξαναβρήκανε, ήτανε χωρίς τον γιατρό. Καθώς δεν υπήρχε μπάτσος, πήγε ο δήμαρχος στον κυβερνήτη του αντιτορπιλικού να τον παρακαλέσει μπας και του διαθέσει τέσσερις πέντε ναύτες νταβραντισμένους να τον κάνουνε ζάφτι. Αλλά ο κυβερνήτης δεν μπορούσε διότι δεν είχε τέτοιες διαταγές κι' αυτά δεν είναι δουλειά του Ναυτικού τέλος πάντων. Οπότε πήγαν να τον πιάσουν με το καλό.
Κι' όταν τον ρωτήσανε τι τον έκανε τον Ζανζάκ Μεσσί, τους είπε "τον πούλησα στους γύφτους."  Αλήθεια έλεγε.
Γυφτοπούλες χορεύουν υπό τους ήχους της μπάντας του Πολεμικού μας Ναυτικού.Μελάνι, μολύβι, παστέλ, ακρυλικά, σε mix media, 18X14 cm, 2017.

Κι' ακόμα:

Antonín Dvořák: Symphony No. 9, Mvmt. IV "New World Symphony" (City of Prague Philharmonic.)   

https://www.youtube.com/watch?v=9Qi6njHq5D0 


Μαίρη Λίντα, Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου.
https://www.youtube.com/watch?v=CO3x92pnHQg

Η ιστορία της Ζολί είναι παρμένη από το διήγημα Zoli του Colum McCann.