Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Ο Βασίλης, η τουρίστρια και οι τσούχτρες

Ο Βασίλης. Μολύβι πενάκι, παστέλ, γκουάς. 17Χ14 cm, 2017.

Αυτός ο Βασίλης όπως καταλαβαίνετε δεν πρόκειται περί εμού, συνωνυμία. Διότι κατάγεται εκ Καλαμών, Καλαμάτα που λέμε.
Αυτός ο Βασίλης είναι χρυσό παιδί, τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα, φέρνουνε μηνύματα για μιαν αγάπη πούχα, πολύ γνωστό τραγούδι. Για ποιόν είναι γραμμένο το τραγούδι, οι γνώμες ερίζουν, άλλοι λένε τόνα, άλλοι τ' άλλο, άλλοι λένε για τους μοναχούς στο Άγιο Όρος, άλλοι για τον Αστέρα Εξαρχείων, τρέχα γύρευε. Αλλά εμείς λέμε πως είναι για τον Βασίλη.
Τώρα λένε πολλά για τους καλαματιανούς, δεν ξέρω τον λόγο, παλαιότερα μάλιστα η Καλαμάτα είχε σηροτροφία πολύ ανεπτυγμένη, αλλά και τώρα βγάζει πολύ καλό ελαιόλαδο, σύκα εξαιρετικά, χασίσι, και άλλα προϊόντα. Οπότε δεν ξέρω τι τους πιάνει με τους Καλαματιανούς και τους άλλους Ηλείους γενικότερα.
Βεβαίως, άμα βρούνε κανέναν αγαθούτσικο δράττονται της ευκαιρίας, αλλά όχι προς εκμετάλλευσιν και χειραγώγησιν του συνανθρώπου, όπως ο Αντώνης, ο οποίος μάλλον δεν ήταν γνήσιος Καλαματιανός. Ο γνήσιος Καλαματιανός, ο Ορίτζιναλ να πούμε, δουλεύει το θύμα από χόμπι του, από ιδεολογία, όχι για να αποκομίσει οφέλη. Αυτός λοιπόν ο Βασίλης πήγε διακοπές με μια φίλη του σ' ένα νησί. Αυτή η φίλη του ήταν από την Ευρώπη, μου είπε από ποιό μέρος αλλά δεν θυμάμαι. Πάντως βόρεια. Οπότε φτάνουνε σε μία παραλία, αράζουνε.
Αλλά της κοπέλλας της ήρθε να κάνει τσίσα, είχανε πιει μπύρες πιο πριν φαίνεται. Ανεβαίνει λοιπόν την πλαγιά να βρει μια ωραία θέση, πάει από δω είχε ένα σπίτι, πάει από κει, είχε μια βάρκα από κάτω, φαινόταν. Να μην τα πολυλογώ, γυρνάει πίσω πολύ ανήσυχη. Το και το, λέει του Βασίλη, δεν βρήκα θέση. Τι να πει ο Βασίλης, τίποτα δεν είπε. Αλλά σου λέει οχτακόσα στρέμματα πλαγιά κι' αυτή δεν βρήκε να κατουρήσει; Μετά από λίγο η κοπέλλα δεν άντεχε, πήγαινε να σκάσει. Οπότε λέει του Βασίλη να μπω να κατουρήσω στη θάλασσσα; Γουρλώνει τα μάτια του ο Βασίλης, τι λες μωρή, της λέει, σε παρακαλώ μη ξαναπείς τέτοιο πράμα γιατί θα γίνουμε από δυο χωριά χωριάτες, γίνονται αυτά στη χώρα σου; κατουράτε στη θάλασσα, τις λίμνες, τέλος πάντων τι έχετε; Τι να πει η κοπέλλα, ντράπηκε.
Πέρασε καμιά ωρίτσα, της λέει ο Βασίλης δια πρώτην και τελευταίαν φοράν, πήγαινε στην θάλασσα και αμόλα την, και δεν θα ξαναμιλήσουμε γι' αυτό το θέμα, ούτε θα το αναφέρεις πουθενά. Διότι εμείς εδώ έχουμε περιβαλλοντική συνείδηση, είμαστε πολύ ευαίσθητοι μ' αυτά.

Πήγε κατόπιν τούτου η κοπέλλα στη θάλασσα, ανακουφίστηκε από τις μπύρες. Έλα όμως που ο καιρός είχε βγάλει τσούχτρες! Να μην τα πολυλογώ, την τσιμπήσανε την καψερή, βγήκε με κάτι κοκκινίλες που τσούζανε και φαγουρίζανε ανυπόφορα.
Οπότε ο Βασίλης της λέει: Στόπα εγώ να μην κατουρήσεις τη θάλασσα; Στόπα. Δεν στόπα; Στόπα. Ιδού τ' αποτελέσματα!

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Οι Πελοπονήσιοι



Οι Πελοποννήσιοι είναι στην Πελοπόννησο, αλλά έχει και αρκετούς στην Αθήνα και στο Χαλάνδρι. Ένας μάλιστα από αυτούς μου είχε πει μία ιστορία πολύ χαρακτηριστική.
Ήταν, λέει ένας αθηναίος και πήγε να δει το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο χωριό, στην πελοπόννησο. Φτάνει λοιπόν, και ρωτάει έναν γέρο που λιαζότανε στον ήλιο που είναι το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Σαπέρα, του λέει ο γέρος. Πάει ο αθηναίος, το είδε το σπίτι, μέσα, έξω, σημαίες, φουστανέλλες, σπαθιά, μπιστόλια, κειμήλια, βγαίνει έξω δακρυσμένος. Γυρνάει πίσω στο αυτοκίνητο, εκεί ο γέρος, στην ίδια θέση, λιαζότανε. Τέτοιοι άνθρωποι παππού, του λέει, έπρεπε να ζουν για πάντα, να μην πεθαίνουν ποτέ, να είναι αθάνατοι να μας δείχνουνε τον δρόμο.
-Γιατί ωρέ! του λέει ο γέρος. "Πέθανε ο Θοδωρής;"
Οπότε αβιάστως συνάγεται το συμπέρασμα πως οι Πελοποννήσιοι ζουν αιωνίως να μας δείχνουν τον δρόμο, όπως ο παππούς εδειξε του αθηναίου τον δρόμο για το σπίτι του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στο χωριό.
Αυτός ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έχει έναν ανηψιό, τον Νικήτα. Αυτός ο Νικήτας είναι στο Πάτημα Χαλανδρίου, και σπέρνει κάτι μικρές πιπεριές καυτερές, αυτές που τις λένε και τουρκάκια, και τις τρώ
ει. Γι' αυτό και λέγεται ο Τουρκοφάγος Νικηταράς. Διότι η πολιτική και κοινωνική κατάστασις της χώρας διέρχεται κρισιμοτάτην φάση, οπότε η Επανάστασις του 1821, που έγινε Φεβρουάριον σαν σήμερα, και μην ακούτε τις μπούρδες που λένε οι άλλοι για να τρώνε μπακαλιάρο στου Ευαγγελισμού.
Αυτός ο Νικήτας λέγεται και Γιατρός, αν και αυτό ωφείλεται σε μίαν άλλη περίσταση του βίου του, αρκετά γνωστή.
Εντωμεταξύ, τα πίνει τα τσιπουράκια του. Νυν και Αεί!


Η ζωγραφγιά: Ο Νικήτας ο Γιατρός και Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. πενάκι, παστέλ ακρυλικά σε σημειωματάριο. 15Χ15 cm, του 2017.

Το όνειρο της 30 Ιανουαρίου 2017


Σε κάποιο αεροδρόμιο της Γερμανίας περιμένω την επιβίβαση για Αθήνα, αλλά κάτι γίνεται και καθυστερώ με τη βαλίτσα μου, την τελευταία στιγμή προλαβαίνω, αλλά είναι λάθος αεροπλάνο, προσγειώνεται σε μιαν άλλη πόλη της Γερμανίας, που είναι κάτι πλινθόκτιστες καλύβες ερειπωμένες, που βάζαν κάποτε τα ζώα, γουρούνια, βόδια, και λοιπά. Εγώ χωρίς φράγκο στη τσέπη, εντωμεταξύ. Εμφανίζεται ένας έλληνας αρκετά κοντός και κακοντυμένος, φοράει ένα τσαλακωμένο σακάκι, με λιγδωμένο μαλλί και κουραδομούστακο, αλλά συμπαθής. Κάνει εμπόριο ποιοτικών ελληνικών προϊόντων, λάδια, φέτες, εσπεριδοειδή,  και με παίρνει σπίτι του. Έρχονται δύο γυναίκες πολύ σεξουαλικές, ξαπλώνουν στα πόδια του, με ρωτάνε τι είμαι, από που ήρθα, στα ελληνικά. Δείχνουν να ενδιαφέρονται. Αναρωτιέμαι αν θα γίνει τίποτα.
Ξαφνικά βρίσκομαι πίσω στην Αθήνα, στην Νεάπολη συγκεκριμένα. Είναι ένα γλυκό πρωινό του Μαρτίου, από πάνω ο Λυκαβηττός πλέει στον καταγάλανο αττικό ουρανό. Καθόμαστε στην απομέσα αυλή ενός νεοκλασσικού και πίνουμε καφεδάκι. Ο Νίκος ο κτηνίατρος που έχει πετσόπ λέει μια ιστορία, πήγανε κάτι περίοικοι στο μαγαζί και του ζητάγανε φόλες να ρίξουν στα γατάκια της γειτονιάς. Ο Νίκος σκέφτηκε να τους στείλει να γαμηθούνε, αλλά μετά σκέφτηκε ωριμότερα, και είπε πως αν δεν τους δώσει,  θα πάνε να βρούνε αλλού. Οπότε τους έδωσε κάτι ανενεργές, πλασέμπο που τις λένε, τζούφιες, ειδικά να μην έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στα αδέσποτα και τις γάτες.
-Μέχρι να το καταλάβουνε αυτοί οι ηλίθιοι, ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι, είπε ο Νίκος.

Μετά χορεύαμε νησιώτικα, και σκεφτόμαστε που θα πάμε διακοπές.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Ου παντός πλειν ες Κόρινθον



Είχανε οι αρχαίοι μια παροιμία που λέει ουκ παντός πλειν ες Κόρινθον, που πάει να πει δεν πάει ο πάσα ένας στην Κόρινθο. Διότι πλειν θα πει πληρώνειν. Και διότι είχε στην Κόρινθο μία εταίρα που την λέγαν Λαΐς. Αυτή η εταίρα ήταν σα να λέμε πουτάνα, αλλά με την καλή έννοια. Διότι άμα χρεώνεις τη νύχτα 3.000 € στον χώρο σου, ούτε βιζιτού λέγεσαι, ούτε έσκορτ, ούτε τίποτα. Λέγεσαι Υπεράνω.
Ήταν λίγο φραγκοφονιάς, η Λαΐς, αλλά μετά λόγου γνώσεως. Διότι για να βγάζεις τέτοια λεφτά με την τέχνη σου, παναπεί πως έχεις μεράκι. Δεν γίνεσαι Πικάσσο άμα δεν αγαπάς τη ζωγραφική. Ούτε Κάλας άμα δεν αγαπάς την όπερα, ούτε Μοσχολιού, ούτε Μίκη Θοδωράκης, ούτε Χουντίνι. Οπότε, δεν μπορεί, το πήγαινε το γραμματάκι, η Λαΐς. Καθότι ούτε Άξιον Εστί γράφεται για τα φράγκα, ούτε στο ποτάμι δεμένος με αλυσίδες μέσα σε κιβώτιο καρφωμένο και βαρίδια μέσα να πάει στο πάτο πέφτεις για τα φράγκα. Λέω εγώ τώρα, εσείς μπορεί να διαφωνείτε. Γιατί εγώ το πάθος και τη βουρλισία του αλλουνού το σέβομαι, κι' ας χεστεί στο τάλληρο, δεν πειράζει. Όχι όμως να γίνει πάθος το χέσιμο, αυτό δεν το θέλω. Διότι σου λέει ο άλλος δε μας χέζεις ρε ξερωγώ, ο δείνας, ο τάδε, πες ένα όνομα τυχαίως.
Πέραν του ότι το πήγαινε λοιπόν  το γραμματάκι, ήτανε και μορφωμένη κυριολεκτικώς. Είχε πελατάκια τον Απελλή, που την είχε και για μοντέλλο, τόσο εκπάγλου καλλονής ήταν. Και τον Ευριπίδη τον τραγικό, ομοίως. Ήταν κι' ένας φιλόσοφος, ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, αυτός είχε αναπτύξει μία θεωρία που λέει πως σκοπός υπέρτατος του ανθρώπου είναι να ηδονίζεται, αλλά προσοχή, να μην καταντάει δούλος και υποχείριο της ηδονής, να πούμε. Αυτόν λοιπόν τον Αρίστιππο τον είχε σπιτώσει η Λαΐς και τον απομυζούσε μετά φρενίτιδος. Διότι κι' αυτός έβγαζε από τα μαθήματα φιλοσοφίας πιο πολλά κι' από τον Ράμφο, και της τ' ακούμπαγε.
Τον δουλεύανε όλη η Κόρινθος ψιλό γαζί, τον Αρίστιππο. Τίποτα αυτός, εγώ έχω την Λαΐδα, δεν μ' έχει εκείνη, έλεγε. Μα καλά, και πως ζεις μαζί της, αυτή έχει πάρει όλη την Ελλάδα. Εσείς πως μπαίνετε στο καράβι κι' έχει κι' άλλους επιβάτες, έλεγε αυτός. Μα δε σ' αγαπάει. Και τα μπαρμπούνια δεν μ' αγαπάνε, αλλά τα τρώω, μούρλια είναι, έλεγε αυτός. Τέτοια έλεγε, ο φιλόσοφος.
Μόνο ένας δεν μάσαγε με τη σαγήνη της Λαΐδος. Ο Διογένης ο Κύων, δηλαδή ο Σκύλος. Αυτός ήταν πόντιος, από την Σινώπη. Δεν θα επεκταθώ επ' αυτού, διότι ήτο πασίγνωστος, με το πιθάρι, και το λυχνάρι, και που είπε του Μεγαλέξαντρου άντε τράβα πιο κει.
Αυτός ο Σκύλος δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τα κάλλη της Λαΐδος, και αυτή ζωχαδιάστηκε. Οπότε του λέει έλα να περάσωμε μαζί μία βραδυά, θα περάσωμε πολύ ωραία, κι' από σένα δεν θέλω χρήματα, κερνάει το μαγαζί. Οπότε ο Σκύλος ο οποίος ζούσε από ελεημοσύνες είπε εντάξει, αφού είναι τζάμπα να έρθω.
Αλλά η Λαΐς τούκανε μια κασκαρίκα, διότι στο κρεβάτι της έβαλε μία δούλα της ίδια η Ταϋγέτη, κι' έσβυσε και το λυχνάρι. Οπότε πάει ο Διογένης, έγινε η πράξις, όλα καλά.
Την άλλη μέρα τόκανε βούκινο η Λαΐς, πως του την έσκασε του Σκύλου και γάμησε την Ταϋγέτη και νόμιζε πως ήταν αυτή, να τον κάνει ρεζίλι.
Οπότε είπε ο Διογένης το αμίμητο το Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς. Που το συζητάμε αν θέλετε, αλλά το γύρισε το ματς. Διότι κάθησε και το μελέτησε το θέμα πιο καλά, η Λαΐς, και σου λέει αυτός εδώ ο Σκύλος όπως πάει θα μου το κλείσει το μαγαζί, εγώ έχω επενδύσει τα μαλλιά της κεφαλής μου να χτίσω όνομα, άμα αυτός τους βάλει ιδέες, τι εγώ, τι Ταϋγέτη, ζήτω που καήκαμε.
Οπότε τον ξανακάλεσε, τον Σκύλο, κι' αυτή τη φορά είχε αναμμένο τον λύχνο, και αρώματα και αραχνοΰφαντα και σαμπάνιες και χαβιάρια και της Παναγιάς τα μάτια.
Κι' ο Διογένης που δεν ήταν ακατάδεχτος, πήγε.

Όπου και να τον φωνάζανε, εορτές, συμπόσια που κάναν οι αρχαίοι, γαμίσια, όργια, αυτός πήγαινε.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Ο Ρίγγος και οι Οχτάποδες

Ο Ρίγγος με τους οχτάποδες. Μελάνι και λαδοπαστέλ σε σημειωματάριο, 15Χ15 cm, Ιαν. 2017.
Ήταν μια φορά ένα συγκρότημα, κι' είχανε ένα ντραμίστα, τον Ρίγγο, πολύ ωραίος τύπος, και βασικά ήθελε την ησυχία του. Διότι μικρό είχε ταλαιπωρηθεί πολύ με κάτι ασθένειες, περιτονίτη, φθίση, κόντεψε να πεθάνει, έμεινε πίσω και στο σχολείο. Οπότε γράφανε ένα δίσκο, διπλό, αυτός κοίταγε τη δουλειά του, βάραγε κειπέρα, οι άλλοι τρωγόντανε σα τα σκυλιά, ήταν κι' ένας πούχε μια γκόμενα γιαπωνέζα, πεταγόταν όπου νάναι συνέχεια σα τη πορδή, είχαν γίνει άπαντες μαλλιά κουβάρια. Τελειώσανε με τα πολλά, αλλά είχανε χτυπήσει μπιέλλες, να φανταστείς δεν μπορούσανε να συμφωνήσουν ούτε για εξώφυλλο ούτε για τίτλο, βγήκε με άσπρο εξώφυλλο το άλπουμ, χωρίς τίτλο.
Οπότε είπε ο ντραμίστας άντε και σιχτίρ μαλάκες να πάω διακοπές να ξεπήξω, είχε ένα φίλο με θαλαμηγό εντωμεταξύ, του λέει αυτός δεν πέρνεις την οικογένεια να πας μια βόρτα να ξελαμπηκάρεις, δε σας βλέπω καλά, γιατί πίνανε και ουσίες το συγκεκριμένο συγκρότημα, τον κώλο τους πίνανε, συνεχώς στη ντάγκλα. Αυτός ο φίλος του ήταν στο σινεμά, τον λέγανε Κλουζώ, θα τον έχετε δει, πολύ αστείος, λεφτά με ουρά έβγαλε.
Και πήρε την οικογένεια ο Ρίγγος και πήγε με τη θαλαμηγό στη Σαρδηνία.
Λένε του καπετάνιου θέλουμε μπακαλιάρο δαχτυλάκια τηγανητό με πατάτες επίσης τηγανητές, αυτοί το λένε φισετζίπς αυτό το φαΐ. Γιατί το ψάρι πλακί, τα μπαρμπούνια, λιθρίνια, λαβράκι, δεν έχουν ιδέα τι είναι. Οπότε ήρθε το φισετζίπς, τρώει ο Ρίγγος, καλό είναι λέει, αλλά λίγο σα λάστιχο. Διότι ήταν καλαμαράκια. Αντιληπτό; Δηλονότη αυτοί δε τα ξέρανε τα καλαμαράκια, κειπέρα στην Αγγλία.
Έπιασε μετά συζήτηση με τον καπετάνιο περί θαλασσινών, οστράκων, μαλακίων, και τα καθέκαστα. Οπότε του λέει ο καπετάνιος του Ρίγγου δε πας μια βόρτα γιαλό γιαλό, να δεις και τα χταπόδια στις σπηλιές τους, αυτές τις σπηλιές τις λένε θαλάμια, αλλά δεν του τόπε του Ρίγγου γιατί μάλλον δεν θάξερε τη λέξη και θα μπερδευόταν, θαλαμηγό, θαλάμια, μπέρδεμα. Και του λέει που τα χταπόδια μαζεύουν χρωματιστά πετραδάκια γύρω από τη σπηλιά τους, και φτιάχνουνε κήπους να πούμε, και αράζουν στο πάτο της θάλασσας, που έχει ησυχία και δροσιά και ίσκιο, και περνάνε μέγκλα, στον κήπο τους, έξω από το θαλάμι.
Τ' άκουσε αυτά ο Ρίγγος που είχε σαλτάρει από τη βαβούρα και τον πολύ καυγά, και μαγεύτηκε! Κάθησε κι' έγραψε ένα τραγούδι με τους κήπους των οχταπόδων, και τα περιέγραφε όλα αυτά. Κάθησε κι' έγραψε κι' αυτός δηλαδή, που δεν έγραφε τραγούδια μέχρι τότε, βαριόταν, βάραγε εκεί τα κλαμπατσίμπαλα και κοίταε μόνο τους άλλους που διαρίχναν τα μάτια τους.
Γυρίσανε πίσω, το δείχνει του κιθαρίστα το τραγούδι, Τζωρτζ τον λέγανε αυτόν, καλός τύπος επίσης. Όλοι δηλαδή, καλοί τύποι ήταν, τέτοιες εντάσεις γίνονται στα συγκροτήματα. Οπότε λέει ο Τζωρτζ πολύ κοσμικό, ρε μεγάλε, μπράβο. Δηλαδή ήθελε να πει πως είχε συμπαντική συνείδηση κι' έτσι, με τα χταπόδια και την ησυχία, το τραγούδι, το οποίο είναι θετικό. Δεν ήθελε να πει με το κοσμικό πως είναι κυριλέ, σα να λέμε κοσμική ταβέρνα δηλαδή, που αυτό είναι άλλη φάση, όχι και πολύ καλή. Τον βοήθησε λίγο ο Τζωρτζ στα ακκόρντα, το στήσανε στον επόμενο δίσκο, τραγούδησε αυτός, φωνητικά οι άλλοι, σόλα, όλα τζιτζί.
Λίγο μετά, αυτός ο Ρίγγος έπαιξε και στο σινεμά με τον Κλουζώ, και ο Ρίγγος παίζει τον άστεγο αλλά στ' αρχίδια του, και ο Κλουζώ είναι Κροίσος, και τον υιοθετάει γιατί τον παραδέχεται, κι' αρχίζουν μαζί τις πλάκες στους παραδόπιστους. Αλλά μιλάμε για χοντρές πλάκες, τους πληρώνουν να κάνουν τα ακατονόμαστα, να κολυμπάνε στα τσίσα και τα σκατά να πιάσουν τα μπικικίνια, τέτοια.
Το συγκρότημα διαλύθηκε τελικώς. Κι' ο Ρίγγος έκανε μετά έναν δίσκο με καμπόικα τραγούδια, κάντρι κι' έτσι. Πολύ λυπητερό, το ένα, η αγάπη δεν κρατάει πολύ, ούτε μαμά, ούτε μπαμπάς, ούτε σχέση υπάρχει, αυτοχτονίες, συζυγοχτονίες, χέστα κι' άστα. Στην Αμερική, Νάσβιλ. Μέσα σε δύο μέρες, τσακμπάμ τα γράψανε.
Έχω την πεποίθηση πως δεν θα έβγαινα αυτός ακριβώς που βγήκα, αν δεν είχα ακούσει το τραγούδι με τους οχτάποδες, την ταινία με τους παραδόπιστους, και τα καμπόικα του Ρίγγου.
Πάντως ένα πράμα μου κάνει πιο πολύ εντύπωση, που ο Ρίγγος είχε φτάσει κοντά τριάντα χρονών και δεν είχε φάει ακόμα στη ζωή του καλαμαράκια τηγανητά. Ούτε χταπόδι στα κάρβουνα.

Η πρόβα: ο Τζωρτζ δείχνει του Ρίγγου, 1969. https://www.youtube.com/watch?v=yqZp327u39c
Το τραγούδι: Octοpus Garden, από τον Ρίγγο, ξανά το 2005: https://www.youtube.com/watch?v=V-BdGchS0yk
Η ταινία: The Magic Christian, 1969, τζάμπα χρήμα μες στα τσίσα:   
Το κάντρι του Ρίγγου: Love dont last long, Beaucoups of blues, 1970.


Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΝΤΙΟΥΜ DINAMI LATIF

ΠΡΟΣΟΧΗ, ΠΡΟΣΟΧΗ. ΠΗΡΑ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΡΕΙΝΗΣΑ. ΔΕΝ ΤΟ ΛΕΕΙ ΡΗΤΩΣ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΕΒΝΟΕΙΤΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΧΡΕΗ ΕΓΓΥΗΜΕΝΑ, ΔΑΝΕΙΑ ΓΙΟΥΡΟΜΠΑΚ, ALPHA, ΠΙΣΤΕΩΣ, ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΚΑΡΤΕΣ, ΕΦΟΡΕΙΑ, ΤΑΜΕΙΑ, ΠΡΟΣΤΗΜΑΤΑ ΤΡΟΧΑΙΑΣ. ΠΝΕΥΜΑΤΙΣΤΙΚΩΣ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΕ ΤΑ ΑΝΩΤΕΡΩ, ΟΧΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ, ΟΧΙ ΕΞΟΔΙΚΑ, ΟΧΙ ΑΠΑΤΕΣ ΜΕ ΚΟΥΠΙΟΥΤΕΡ, ΟΛΑ ΝΟΜΙΚΩΣ ΕΝΤΑΞΕΙ, ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΓΙΑ ΠΤΑΙΣΜΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕΙΟΞΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ.




Η ζωγραφιά: ο Λατίφ. Μολύβι. ακρυλικά, λαδοπαστέλ, μαρκαδοράκι, και τρακτ που μου δώσανε έξω από τον σταθμό του Μετρό, στο Πανεπιστήμιο. Σε χαρτί σχεδίου, 29Χ19 cm, 2017.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Μπουρδέλα Βηρυτού


Βρεθήκανε στη Βηρυτό, ο Σεφέρης ήταν καινούριος πρόξενος εκεί, κι' ο άλλος μαρκόνης σ' ένα βαπόρι . Ήταν του Ευαγγελισμού. Τον είχε πιάσει εθνικός οίστρος τον Σεφέρη, επί τη επετείω, και νοσταλγία, ξερωγώ. Οπότε του είπε ο άλλος να πάνε μια βόρτα μαζί. Επήανε.
Και τι να δει ο Σεφέρης, όλα τα παράθυρα, τα μπαλκόνια σημαιοστολισμένα, παντού η γαλανόλευκη να κυματίζει. Εντυπωσιάστηκε, που είναι τόσο φιλέλληνες, οι λιβανέζοι.
-Ξέρετε, εδώ είναι η συνοικία των πορνείων, τόνε ξεναγεί ο άλλος, "και ούλες οι κυρίες είναι ελληνίδες."
Ο Σεφέρης δεν του ξαναμίλησε, έκτοτε. Λες κι' έφταιγε εκειός δια την ελληνικότητα των μπουρδέλων τση Βηρυτού.

Γεννήθηκε σαν σήμερα, στην Μαντζουρία, το 1910.